ΑΠΟΚΕΦΑΛΙΣΜΟΙ,
ΜΑΦΙΟΖΙΚΕΣ ΔΟΛΟΦΟΝΙΕΣ,
ΜΑΚΕΛΕΙΑ

Η πραγματική δράση
των μακεδονομάχων

     Οι μακεδονομάχοι δεν είχαν σκοπό την απελευθέρωση των ελληνόφωνων της Μακεδονίας από τον Οθωμανικό ζυγό (τα σύνορα της Ελλάδας τότε έφταναν ως τη Θεσσαλία), ούτε απέβλεπαν στην κατοχή συγκεκριμένων εδαφών, αλλά στην δια της βίας επαναφορά των Μακεδονικών πληθυσμών στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης.

     Υπό την ηγεσία ληστών από την Ελλάδα, εξαγορασμένων Βουλγάρων ληστών ή και ρωμιών υπαξιωματικών - αξιωματικών δεν πολέμησαν σε μάχες ούτε με Βούλγαρους (εκτός από μικροσυμπλοκές δεν καταγράφηκε ούτε μιά μάχη με τη συμβατική της έννοια) ούτε με Τούρκους, με τους οποίους εξ άλλου συνεργάζονταν. ΄Εσπερναν τη φρίκη και το θάνατο στήνοντας ενέδρες, κόβοντας κεφάλια και δολοφονώντας μαφιόζικα  εν ψυχρώ. Έμπαιναν στα εξαρχικά χωριά και τρομοκρατούσαν τους κατοίκους σφάζοντας και πλιατσικολογώντας, ώστε να τους υποχρεώσουν να επανέλθουν υπό το Πατριαρχείο ανταγωνιζόμενοι παρόμοιες ενέργειες, που γίνονταν κι από τη Βουλγαρική πλευρά στα πατριαρχικά χωριά (που είναι λίγο-πολύ γνωστές, καθʼ ότι έχουν ήδη κατά κόρον παρουσιασθεί από νεορωμιούς ιστοριογράφους, οι οποίοι όμως παράλληλα αποκρύπτουν ή εξωραΐζουν τις αντίστοιχες από την Ελλαδα). Οι πράξεις τρομοκρατίας και αντεκδίκησης ήταν καθημερινό φαινόμενο.

     Στα απομνημονεύματα και στα βιβλία, που γράφτηκαν από τους ίδιους τους μακεδονομάχους ή προς τιμήν τους εκθειάζονται οι βίαιες αυτές πράξεις τους ως σπουδαία «κατορθώματα». Ας δούμε μερικές χαρακτηριστικές:

* «Ο Τσόντος συγκέντρωσε και τα σώματα του Γουδή (300 άνδρες) και στις 25 Μαρτίου / 7 Απριλίου μπήκε στο χωριό, σκότωσε 81 άτομα και έβαλε φωτιά σε σπίτια». (Μακεδονομάχου Κ. Μαζαράκη - Αινιάνα, «Ο Μακεδονικός Αγώνας», έκδ. «Δωδώνη», Αθήνα, 1981, σελ. 81). Αυτή η επίθεση έδωσε αφορμή για μεγάλη κατακραυγή και διαμαρτυρίες στην Ευρώπη.

* «Τον Ιούνιο ο Ακρίτας συγκέντρωσε όλη του τη δύναμη με τον Γαρέφη, τον Παπακώστα και τον Κατσίγαρη στο μοναστήρι του Αγ. Γιάννη του Πρόδρομου. Από εκεί κτύπησε το εξαρχικό χωριό της Γκολεσάνης». (Μακεδονομάχου Κ. Μαζαράκη - Αινιάνα, «Ο Μακεδονικός Αγώνας», έκδ. «Δωδώνη», Αθήνα, 1981, σελ. 86).

* «Όταν προσέβαλαν χωριά εξαρχικά οι ζημιές που προκαλούσαν ήταν μικρές· έκαιγαν κανένα σπίτι, αλλά ήταν αρκετό για εκφοβισμό. Βέβαια πολλές φορές ήταν ανάγκη να φανούν σκληροί, όπως στους ρουμανίζοντες του Μπατατσίν (8 Αυγούστου) ή της Δόλιανης (30 Αυγούστου), που βοηθούσαν τους Βουλγάρους. Συνήθως όμως φόνοι και βίαιες πράξεις γίνονταν μόνον έξω από τα χωριά με ενέδρες». (Μακεδονομάχου Κ. Μαζαράκη - Αινιάνα, «Ο Μακεδονικός Αγώνας», έκδ. «Δωδώνη», Αθήνα, 1981, σελ. 91).

* «Στην Πρεκοπάνα εφτάσανε και δύο συλλαμβάνει (σ.σ. ο Παύλος Μελάς) – προδόται ήτανεν κι οι δυό, γιʼ αυτό και τους ξεκάνει». (Μακεδονομάχου Παύλου Γύπαρη, «Οι πρωτοπόροι του Μακεδονικού Αγώνος» (έμμετρο), Αθήνα, 1962,σελ. 59.)

* «Εις το Ζελενίτσι, όπως πληροφορήθηκα μετέπειτα, εφονεύθησαν 42 Βούλγαροι και όχι 37, όπως σας έγραψα εις την έκθεσίν μου, μάλιστα μεταξύ των φονευθέντων ήσαν δύο αξιωματικοί Βούλγαροι και 19 Κομιτατζήδες (σ.σ. οι άλλοι 21, που δεν προσδιορίζει  τι ήταν; Προφανώς άμαχοι). Ομολογώ, ότι εφάνηκα σκληρός, αλλά έπρεπε να των δώσω ένα παραδειγματικόν μάθημα.» [Επιστολή από το Πισοδέρι του αρχηγού Ρούβα προς το Μακεδονικό Κομιτάτο (Δημ. Καλαποθάκη). Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του μακεδονομάχου Παύλου Γύπαρη, «Οι πρωτοπόροι του Μακεδονικού Αγώνος», Αθήνα, 1962, σελ. 79.)]

               

«Τους συνελάβομεν και τους απεκεφαλίσαμεν άπαντας».

* «Από την αφήγηση του ναυάρχου (σ.σ. Γεώργιου Κακουλίδη) ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε η περιγραφή ενός επεισοδίου, που κατέληξε στο φόνο κάποιου επικίνδυνου Βούλγαρου κομιτατζή. Για λίγα λεπτά ο Κακουλίδης έμεινε σιωπηλός και σκεφτικός, σα να ξανάβλεπε μπρος του αυτή την άγρια σκηνή. Ύστερα πιάνοντας το κεφάλι του μουρμούρισε: - Α, δεν ήμουνα ΄γω για τέτοιες δουλειές...» (Από το βιβλίο της Αντιγόνης Μπέλλου – Θρεψιάδη «Μορφές μακεδονομάχων και τα Ποντιακά του Γερμανού Καραβαγγέλη», έκδ. «Α. Μαυρίδης», Αθήνα, 1984. Η συγγραφέας, γραμματέας της Πηνελόπης Δέλτα, κατέγραψε τα απομνημονεύματα των πρωταγωνιστών του Μακεδονικού Αγώνα μερικά χρόνια από τη λήξη του, παίρνοντας προσωπικές συνεντεύξεις από επι- ζήσαντες μακεδονομάχους.)

*  «Έφτασε η στιγμή, που μου διηγόταν τα βασανιστήρια, που έκαναν οι δικοί μας, με τον πιό απλό και φυσικό τρόπο. Γιατί δυστυχώς και οι δικοί μας έκαναν βασανιστήρια» (όπως παραπάνω, σελ 185).

   *   Στις σελίδες 134-135 του ίδιου βιβλίου η συγγραφεύς περιγράφει αυτά που είδε γραμμένα στο προσωπικό ημερολόγιο του μακεδονομάχου Γιώργου Δικώνυμου ή Μακρή, στον οποίον την είχε στείλει ο μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης:

     « Έσκυψα απάνω του κι άρχισα να διαβάζω με ζωηρό ενδιαφέρον. Μα δεν άργησα να καταλάβω, πώς το ημερολόγιο αυτό, που επί πλέον ήταν γραμμένο σε μια ξερή κι αφόρητη καθαρεύουσα, πολύ λίγο θα με βοηθούσε να γνωρίσω καλύτερα το αληθινό πρόσωπο αυτού του ανταρτοπόλεμου.

     » Έλεγε περίπου: “Στις τόσες του μηνός ύστερα από πληροφορίες κι οδηγίες πού είχαμε λάβει, μπήκαμε στο τάδε χωριό. Τραβήξαμε ίσια στο σπίτι, όπου κρύβονταν οι κομιτατζήδες, εφτά - οχτώ πάνω - κάτω. Τους συνελάβομεν και τους απεκεφαλίσαμεν άπαντας”. Και πάρα κάτω: “Στίς τόσες του μηνός φτάσαμε, ύστερα από ολονύχτια οδοιπορία στο τάδε χωριό. Στήσαμε καρτέρι στο κοντινό δάσος κι όταν πρωί - πρωί πρόβαλε η συμμορία του τάδε κομιτατζή κι ανύποπτη πήρε τη δημοσιά, εμείς ξεπεταχτήκαμε μέσα απʼ το δάσος, τους κυνηγήσαμε, τους συνελάβομεν και τους απεκεφαλίσαμεν άπαντας”.

     » ...Κι υστέρα πάλι ακολουθούσε μια καταδίωξη και μια συμπλοκή με κομιτατζήδες, που  τελείωνε λακωνικά και στερεότυπα με τη φράση: “Τους συνελάβομεν όλους και τους απεκεφαλίσαμεν άπαντας” Αυτά βέβαια, όπως περίπου τα θυμούμαι ύστερα από σαράντα πέντε ολόκληρα χρόνια. Μετά από δυο-τρεις τέτοιες επωδούς, χωρίς να μπορέσω να κρατηθώ, άφησα να μου ξεφύγει ένα πνιχτό γέλιο.

     - Γιατί γελάτε, δεσποινίς; άκουσα τη φωνή του καπετάν Μάκρη.

     Γύρισα στενοχωρημένη και τον κοίταξα. Είχε διακόψει τη συζήτηση με το συνομιλητή του και με κοίταζε κι αυτός φαινομενικά ατάραχος, μα σίγουρα δυσαρεστημένος.

     - Μα τι ήταν; Κοτόπουλα που τα συλλαμβάνατε και τʼ αποκεφαλίζατε άπαντα; απάντησα κι εγώ θαρρετά, μιά και δεν ήταν δυνατό να βρώ καμμιά δικαιολογία. Κι όλους αυτούς δεν τους βλέπετε καμμιά φορά στον ύπνο σας;

  

Ένας αποκεφαλιστής αιχμαλώτων:

Ο μακεδονομάχος Γιώργος Δικώνυμος Μακρής ποζάρει περήφανα ένστολος με κρεμασμένο υπερμεγέθη σταυρό στο στήθος σε φωτογραφείο της εποχής.

     *  Λίγο παρακάτω ο ίδιος μακεδονομάχος αναφέρει: «Το βράδυ, σα σκοτείνιασε, τους πήραμε δεμένους και βγήκαμε έξω απʼ το χωριό. Εκεί, σʼ ένα χωράφι, μόλις περάσαμε τη Μονή του Μπουκόβου, τους σκοτώσαμε. Μαζί μου έσερνα και το μισό χωριό. Οι χωριάτες άνοιξαν τέσσερις λάκκους κι έθαψαν τα πτώματα βαθιά. Εγώ στο μεταξύ είχα συνεννοηθεί με τον ηγούμενο της Μονής και περασμένα πιά μεσάνυχτα κατέβηκαν οι καλόγεροι, έζεψαν τα ζώα στο άροτρο κι όργωσαν καλά το χωράφι, για να μην ξεχωρίζουν οι νιοσκαμμένοι λάκκοι. Μα ήμασταν και τυχεροί. Η νύχτα ήταν κατασκότεινη. Και σε λιγάκι έβρεξε ο Θεός κι εξαφάνισε κάθε ίχνος μας.» Δεν παραλείπει να διευκρινίσει βέβαια, ότι όλα αυτά γίνονταν «κάτω από τη σοφή κι άγρυπνη καθοδήγηση του Γερμανού Καραβαγγέλη».

*       Στη σελίδα 12 των απομνημονευμάτων του αναγράφεται, ότι μπήκε ξαφνικά στη χωρίο Κλαδοράπι κι εκτός από δύο κομιτατζήδες σκότωσε και δεκαπέντε χωρικούς, οπότε τα ελληνόφωνα χωριά «ξαναγύρισαν θαρρετά στην Ορθοδοξία».

*       Ο ίδιος μακεδονομάχος περιγράφει το εξής επεισόδιο: «Στʼ Αρέχοβο ήρθε ο παπα-Ηλίας απʼ τη Βελούσανη κι επέμενε να πάμε αμέσως στʼ Οπτίκαρι να χαλάσουμε μερικούς Βουλγάρους κομιτατζήδες. Με τον παπα-Ηλία εμπρός ξεκινήσαμε και πήγαμε στο Μπούκοβο κι αφού αφήσαμε εκεί τις κάπες μας, πήραμε το δρόμο για το Οπτίκαρι. Εγώ παράγγειλα στους αγγελιοφόρους να μας περιμένουν στο έμπα του χωριού. Μα ό,τι κοντεύαμε, λίγο έλειψε να χαλάσει η δουλειά μας. Ο παπα-Ηλίας μόλις αντίκρυσε το χωριό, άρχισε να τρέμει. Στάθηκε στη μέση του δρόμου και δεν ήθελε να προχωρήσει.

       - Πούναι το χωριό, παπά μου; του κάνω εγώ.

       - Να εκεί, εκεί! έλεγε κι έδειχνε τρέμοντας εμπρός του, ενώ με το άλλο χέρι σκέπαζε τα μάτια του.

       - Άντε να πάμε, λέω πάλι εγώ και τον έπιασα από το χέρι.

     Μα εκείνος έπεσε χάμω ξερός. Τότε εγώ είπα σε δύο παιδιά, τον άρπαξαν στα χέρια, κι έτσι προχωρήσαμε. Ο κακομοίρης ήταν ελαφρούλης, γιατί ήταν μικρόσωμος και γέρος. Μωρέ γέλια που κάναμε εκείνο το βράδυ με τον παπά! Μα σε λίγο κατάλαβα πως έτσι δεν θα κάναμε δουλειά. Κι έπειτα φοβήθηκα μήπως πάθει τίποτα κι ο παπάς. Και τότε είπα να τον ακουμπήσουν σʼ ένα μέρος κι ώσπου να γυρίσω, να τον φυλάνε. Εγώ μπήκα στο βουλγαροχώρι, άρπαξα βιαστικά όπως - όπως μερικούς Βουλγάρους, όσους βρήκα, και γυρίσαμε. Ήταν οχτώ. Όταν τους έφερα μπρος στον παπά, δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να τους δεί και σφάλαε τα μάτια του με τα χέρια του.

     - Τι είναι αυτοί, παπά μου; τον ρώτησε. Δεν σηκώνεσαι να τους δεις;

     - Όχι! Όχι παιδάκι μου! Να μη με δούνε!

     - Τι να σε δούνε; Μήπως θα σε ξαναδούνε; είπα και διέταξα αμέσως και τους αποκεφάλισαν». (Αντιγόνης Μπέλλου - Θρεψιάδη «Μορφές μακεδονομάχων και τα Ποντιακά του Γερμανού Καραβαγγέλη», έκδ. «Α. Μαυρίδης», Αθήνα, 1984, σελ. 145-146.)

   *     Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος, που σκότωνε εν ψυχρώ αμάχους και τους «αποκεφάλιζε άπαντας», φάνηκε λιγότερο σκληρός από έναν παπά. Διαβάστε πώς περιγράφει στη γραμματέα της Πηνελόπης Δέλτα το γεγονός τής εν ψυχρώ δολοφονίας ενός Βούλγαρου νέου από ένα παπά: «Όλοι οί χωρικοί κι ο παπάς μαζί -ήταν νύχτα και στείλαμε και τους ξυπνήσαμε- μαζεύτηκαν εκεί κι εμείς τους κάναμε την παρατήρηση, ότι περιθάλπουν τους Βουλγάρους. Και τους φοβερίσαμε, ότι αν ξαναφιλοξενήσουν Βουλγαρικό Σώμα, θα κάψουμε όλο το χωριό. Η αλήθεια όμως ήταν, ότι μόνον ένα ή δυο σπίτια τους περιθάλπανε.

     » Εκεί που ήμασταν μαζεμένοι γύρω απʼ το σπίτι που καιγόταν, ήρθε κάποιος κι έδειξε στον παπα-Δράκο ένα νέο ως είκοσι χρονών λέγοντας, ότι αυτός οδηγούσε μέσα τα Βουλγαρικά Σώματα. Το παιδί εκείνη την ώρα στεκόταν δίπλα μου και κοίταζε, όπως κι εμείς, τη φωτιά. Αλλό όταν τους βάλαμε να σκάψουν σε μερικά σημεία, γύρω απʼ το σπίτι, με την ιδέα μήπως η κρυψώνα είναι έξω και μπορέσουμε έτσι να τη βρούμε, εκεί που έσκαβε, το έσπρωξα εγώ και του είπα: “Κάνε γρήγορα να τελειώνουμε, για να φύγουμε”. Αυτός σηκώθηκε κι είπε: “Μα σκάβω”. Εκείνη τη στιγμή είχε πλησιάσει από πίσω μας ο παπα-Δράκος και χωρίς να το αντιληφθούν του έριξε μια τουφεκιά σχεδόν εξ επαφής. Και το παιδί έπεσε μεσʼ στο λάκκο που έσκαβε. Ο παπα-Δράκος τραβήχτηκε με γρηγοράδα πίσω και, καθώς εγώ κρατούσα στο χέρι το τουφέκι μου, μου φωνάζει: “Μπράβο, Μακρή, μπράβο! Έτσι να τους σκοτώνεις τους προδότες, γιατί αυτοί φέρνουνε μέσα τα Βουλγαρικά Σώματα.” Εγώ δεν απάντησα. Κι αργότερα μου εξήγησε, ότι επειδή αυτός είναι παπάς, δεν θέλει να φαίνεται. Και με παρακάλεσε να το υποστηρίξω, ότι εγώ το έκανα.

     » Πάρα πέρα, από πίσω απʼ το σπίτι, την ίδια στιγμή, καθ' υπόδειξη του ίδιου πάλιν ανθρώπου, σκότωσαν άλλοι μου σύντροφοι έναν άλλο, ως πράκτορα των Βουλγάρων. Εκείνος όμως ήταν άντρας, τριανταπέντε πάνω – κάτω χρονών.

     » Ξημερώματα πια φύγαμε απʼ τα Λεμπίσοβο και πήγαμε σʼ ένα λημέρι κοντά στο χωριό Λάγκα και το βράδυ κατεβήκαμε στο χωριό. Ήταν Παρασκευή βράδυ και καθίσαμε κει και Σάββατο όλη τη μέρα και την Κυριακή, γιατί χιόνιζε ακατάπαυστα. Το πρωί της Κυριακής πήγαμε όλοι στην εκκλησία να λειτουργηθούμε με τους χωρικούς και τους δυο παπάδες του χωριού. Λειτούργησε όμως ο παπα-Δράκος, πού ήταν μαζί μας. Μέσα στο ιερό δηλαδή ήταν και κείνοι, οι δυο παπάδες του χωριού, μα αυτός λειτούργησε. Άμα τον είδα να σηκώνει τʼ Άγια, εγώ, πού ήξερα, ότι χτες είχε σκοτώσει με το ίδιο του το χέρι το  παιδί, έμεινα κατάπληκτος. Κι όταν βγήκαμε έξω, του το είπα και παρά λίγο να μαλώσουμε.

     - Δεν πειράζει, μου είπε.

      - Πώς δεν πειράζει; Χτες να σκοτώσεις τον άνθρωπο και σήμερα να σηκώνεις τʼ Άγια;»

     Ο παπα-Δράκος έλεγε πως δεν είχε πατρίδα, γιατί ήταν Αγιορείτης, εκτός από την Άνω Ιερουσαλήμ, η οποία είναι η πατρίδα των Αγιορειτών. Τιμήθηκε για τις πράξεις του από τη Ρωμιοσύνη· τοποθετήθηκε ιερέας στο Α΄ νεκροταφείο Αθηνών με νέο όνομα: παπα - Χρυσόστομος. (Αντιγόνης Μπέλλου - Θρεψιάδη «Μορφές μακεδονομάχων και τα Ποντιακά του Γερμανού Καραβαγγέλη», έκδ. «Α. Μαυρίδης», Αθήνα, 1984, σελ. 165 και 168-169.)

   *       «Τον έδεσα με τα χέρια πίσω στην πλάτη και το πόδι κάτω από το σαγόνι και τον κρέμασα σε μιά κουκουναριά απʼ το σκοινί, που ήταν δεμένα τα χέρια (το δέσιμο του ποδιού κάτω από το σαγόνι ήταν τόσο φοβερό, ώστε ένας μιά φορά με τη μιά μόνο φτέρνα του έσκαψε μιάμιση πιθαμή στο χώμα. Κι άλλος έκανε δεκαπέντε μέρες να περπατήσει)... Αφού μας τάπε όλα, τον σκοτώσαμε με μαχαίρι, μπηχτές στην καρδιά.» (Από τα Απομνημονεύματα του Παπατζανετέα (σελ. 48), Αντιγόνης Μπέλλου – Θρεψιάδη «Μορφές μακεδονομάχων και τα Ποντιακά του Γερμανού Καραβαγγέλη», έκδ. «Α. Μαυρίδης», Αθήνα, 1984, σελ. 185-186.)



H oμάδα του Παπατζανετέα, που προέβαινε σε σκληρά βασανιστήρια αιχμαλώτων.

*     «Άμα πιάναμε κανένα αιχμάλωτο, τον αφήναμε δήθεν ελεύθερο και καθώς εκείνος έφευγε τρέχοντας, τον κυνηγούσαν τα παιδιά και τον σκότωναν από πίσω τρυπώντας τον με τα μαχαίρια τους, για νʼ αγριεύουν περισσότερο.

    » Τον είχαμε λοιπόν κι αυτό τέσσερις – πέντε μέρες κι από την αγωνία του ο δυστυχισμένος είχε κυριολεκτικά σουρώσει... Του είπαμε λοιπόν, πως θα τον βγάλουμε έξω. Του δέσαμε τα μάτια και τον πήγαμε σʼ ένα πάτωμα χωρίς καλύβα, όπου είχαμε ανοίξει και το λάκκο του. Τον έβαλα και κάθισε εκεί με δεμένα πάντα τα μάτια και του έριξα μόνος μου ακουμπητά δυό σφαίρες ντουμ ντουμ. Έπειτα του ανοίξαμε με το μαχαίρι το στήθος, για να δούμε τί ζημιές κάνουν αυτές οι σφαίρες. Τον είχαν μέσα καταστρέψει τελείως.

     » Εγώ του είχα δώσει κι ένα - δυό λίρες, για να τον παρηγορήσω, μα ύστερα του πήρα όλο το κεμέρι του. 

    » Όλα αυτά τα διηγείται ο στρατηγός με απίστευτη απάθεια.» (Απομνημονεύματα στρατηγού -τότε λοχία- Παρασκευά Ζερβέα, Αντιγόνης Μπέλλου - Θρεψιάδη «Μορφές μακεδονομάχων και τα Ποντιακά του Γερμανού Καραβαγγέλη», έκδ. «Α. Μαυρίδης», Αθήνα, 1984, σελ. 190.)

     *  « Άμα πιάναμε ομήρους, άν ήταν κορίτσια, τα βάζαμε σε σπίτια. Τʼ αγόρια τα έβαζαν σε ένα λύκειο. Νομίζω στου Δέλιου. Τους άλλους τους σκοτώναμε. Έτσι ο Άγρας σκότωσε ένα λοχία...Του είπαν λοιπόν, πως τον θέλει ο αρχηγός μες στο βάλτο, αλλά μοναχό του, δήθεν πως πάει κυνήγι. Μπήκε στην καλύβα της Κρυφιάς, μα δεν ξαναβγήκε ποτέ.» (Όπως παραπάνω, σελ. 190-191.)


Το μακελειό της Ζαγορίτσανης

    Στις σελίδες 95 - 100 του βιβλίου του μακεδονομάχου Παύλου Γύπαρη «Οι πρωτοπόροι του Μακεδονικού Αγώνος» (Αθήνα, 1962) περιγράφεται έμμετρα η επίθεση Ελλήνων σε εξαρχικό χωριό, τη Ζαγορίτσανη, την ώρα που γλεντούσαν σε πανηγύρι. Διαβάστε στην περιγραφή του ίδιου του μακεδονομάχου, πώς ελήφθη η απόφαση σε ένα μοναστήρι ως εκδίκηση για το κάψιμο εκ μέρους των Βουλγάρων μιάς εκκλησίας («τήν Ιερά θρησκεία μας να τήνε σεβαστούνε»), πώς έσφαζαν, σκότωναν κι έκοβαν Βουλγαρικά κεφάλια αδιακρίτως μέσα στο χωριό, όπου το «αίμα το Βουλγαρικό έτρεχε σαν τη βρύση!» Στο τέλος τους «εκδικητάς» αυτούς ο καπετάν Γύπαρης τους εξυμνεί και τους παρομοιάζει -όχι με αρχαίους Έλληνες  Μακεδόνες ή Λακεδαιμόνιους κ.λπ. (σ.σ. ευτυχώς), αλλά- με πασάδες!

    

     Αρχηγοί κι οπλαρχηγοί όλοι πλειοδοτούνε,

     «στο κέντρο αυτό οι Βούλγαροι πρέπει να κτυπηθούνε».

     Η τρομερά απόφασι ελήφθη ενα βράδυ,

     να στείλουν 92 Βουλγάρους εις τον Άδη!

     Με λύσσα να εκδικηθούν όλοι αποφασίσαν,

     πρώτη φορά τέτοια σφαγή όλοι τους εποθήσαν...

   Κι εισήλθανε εις την Μονή Αγίων Αναργύρων

    κι εκάθησαν εις τα κελιά που ήτανε τριγύρω,

   Την Εκκλησιά οι Βούλγαροι την είχανε καμμένη,

   προ δυό μηνών προτήτερα την είχαν ληστεμένη!

   Κι όσοι εκ των εκδικητών ήσαν νεοφερμένοι,

   και είδαν την εκκλησία μας έτσι αποτεφρωμένη,

   «εκδίκησι» φωνάξανε, «να τρομοκρατηθούνε,

   την Ιερά θρησκεία μας να τήνε σεβαστούνε».

   Όλοι με μια ορμητική ιδέα προχωρούνε,

   τη Ζαγορίτσα ήθελαν στίς φλόγες να τη δούνε.

   Ο Βάρδας εκ του δυτικού μέρους επροχωρούσε

   κι ο Μάλλιος εξ ανατολών την επολιορκούσε.

   Όλοι επλησιάζανε και ο σαλπιγκτής σημαίνει,

   μπαίνουν στη Ζαγορίτσανη, την πολυ-παινεμένη.

   Ο Πούλακας και ο Μακρής, άνοιξαν το ντουφέκι

   και στους Βουλγάρους ρίξανε

   φωτιά κι αστροπελέκι.

   Όλοι επροχωρουσανε να μπούνε εις την μάχη,

   ο Καραβίτης και πολλοί άλλοι Βουλγαρομάχοι,

   κι ο Βάρδας, σαν το κεραυνό,

   στη μάχη μέσα μπαίνει,

   και όλους τους εκδικητάς με λόγια τους θερμαίνει.

   Αητοί πετάνε γύρω του, λιοντάρια παν κοντά του,

   και γράφει με το ξίφος του ο Βάρδας τʼ όνομα του,

   και ο Καούδης, στην κορυφή,

   φύλαγε τα πλευρά του.

Ο εικονιζόμενος σε φωτογραφείο
της εποχής, μακεδονομάχος
Παύλος Γύπαρης, εμπνεύστηκε
από τις θηριωδίες των
μακεδονομάχων στη Ζαγορίτσανη
και τις εξύμνησε σε
έμμετρο ποίημά του. 

    Ο Κουκουλάκης προχωρεί μέσα στο πανηγύρι,   

    του Καραβίτη ερρίξανε από 'να παραθύρι,

    ο Κλείτος και ο Πήχεων, με το σπαθί στο χέρι,

    και ο Γκούτας, ο αμίμητος, όπου δεν έχει ταίρι...

    Μα δεν εμπόραγε κανείς για να τους συγκράτηση,

    το αίμα το Βουλγαρικό έτρεχε σαν τη βρύση!

    Σκοτώνουν οι εκδικηταί όσους να βρουν μπροστά των,

    φθάνει να είναι Βούλγαροι, γιατί πονεί η καρδιά των.

    Τρέλλα 'χε τους εκδικητάς πιάσει την ώρα εκείνη,

    μανιακά φωνάζανε «εκδίκησι να γίνη!»

    Άγγελοι, γίναν δαίμονες, εις την καρδιά, στην όψι,

    γιατί Βουλγάρων είχανε πολλά κεφάλια κόψει.

    Όλη ή Ζαγορίτσανη με πτώματα εστρώθη

    και είναι θαύμα αληθινά Βούλγαρος πώς έσώθη!

    Πολλοί επυροβολούσανε από τα σπίτια μέσα,

    μα μπήκανε οι εκδικηταί και τους εξεμπέρδεψαν,

    κομίτες, δημογέροντας, και ψεύτικους παππάδες,

    όλοι, Αρχηγοί και Οπλαρχηγοί, γινήκαμε πασάδες...

    Όπου έγινε αντίστασις έκαψαν και τα σπίτια,

    γιατί είχανε οι εκδικηταί τον πόνο μέσ' στα στήθεια.

    Αυτά αποτελούσανε την φρικαλέα εικόνα,

    θα το θυμούνται οι Βούλγαροι ολόκληρον αιώνα.

 

     

Μετάβαση στο επόμενο ΣΤ΄ Κεφάλαιο:

Από τον Βασ. Βουλγαροκτόνο, στο μητροπολίτη κυνηγό κεφαλών.


Επιστροφή στην αρχική σελίδα του Αφιερώματος.

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ


2 ΣΧΟΛΙΑ

  • Ανώνυμος 39198

    29 Ιουλ 2016

    Έλληνες λόγιοι για τη Μακεδονία και τους Μακεδόνες
    Αδαμάντιος Κοραής (1819):
    "Το έθνος είναι πτώμα σπαραττόμενον από κόρακας (...) Όλην του την αρετή του αφαίρεσεν η δουλεία. Ιδού η ζωγραφία μας, αφ' ότου μας επάτησεν ο Φίλιππος εώς εις το έτος 1453. Αλλάξαμε δεσπότας διαφόρους, άλαλοι και ανόητοι"
    [Αδ. Κοραή, "Στοχασμοί Κρίτωνος", σ. 5 - βλ. και "Έρανος εις Αδαμάντιον Κοραή", 1965, σελ. 147]

    Αδαμάντιος Κοράης (1824):
    "Οι Μακεδόνες (...) επροχωρούσαν καθημέραν εις την κατάλυσιν της ελευθερίας [της Ελλάδος] (...) και δουλωμένοι [οι Έλληνες] εις τους Μακεδόνας (...) Μετά την Μακεδονικήν δεσποτείαν έπεσαν υπό κάτω εις των Ρωμαίων την εξουσίαν και τέλος στους Τούρκους"
    [Αδ. Κοραή, "Εφημερίς του Κάτω Κόσμου" - βλ. Δημ. Γκίνη, "Τα ανώνυμα έργα του Κοραή", 1948, σ. 54-55]

    Παναγιώτης Κοδρικάς(1794):
    "Η δυστυχής Ελλάς (...) άρχισε ολίγον κατ΄ ολίγον να χάνει μαζί με την ένδοξόν της ελευθερίαν (...) και την παλαιά εκείνην της γλώσσης ευγένεια. Αι αλλεπάλληλοι έφοδοι όπου κατά καιρούς εδοκίμασεν από διάφορα έθνη, πότε Μακεδόνων, πότε Ρωμαίων και ενίοτε Γότθων..."
    [στον πρόλογο της μτφ. του Fontenelle "Περί πληθύος κόσμων" - βλ. Γ. Λαδά & Αθ. Χατζηδήμου, "Ελληνική βιβλιογραφία των ετών 1791-1795", 1971, σ. 316]

    Αθανάσιος Χριστόπουλος (1808):
    "Ο Φίλιππος και ο υιός του Αλέξανδρος (...) εκαταδάμασαν επι τέλους όλην την Ελλάδα και την υπέταξαν εις το Μακεδονικόν κράτος".
    ["Πολιτικά Σοφίσματα", Επετηρίς Μεσαιωνικού Αρχείου, τομ.10 (1960), σ. 59]

    Μιχαήλ Περδικάρης (1811):
    " Το Γένος των Ελλήνων, ω φίλτατε αναγνώστα (...) αφού κατ' αρχάς αυτό επολιτεύθη διʼ αιώνων κάθ' εαυτό αυτοδέσποτον και αυτεξούσιον, υπετάγη, πρώτον μεν εις το Μέγαν Αλέξανδρον, ύστερον δε εις Ρωμαίους".
    ["Ρήγας ή κατά ψευδοφιλελλήνων", Επετηρίς Μεσαιωνικού Αρχείου, τομ.11 (1961), σ. 23 & 33-34]

    Γρηγόριος Σαράφης (1818):
    "Οι Αθηναίοι και οι Λακεδαιμόνιοι, επειδή εσκανδαλίσθησαν μεταξύ των, διήρεσαν την Ελλάδα εις δύο μέρη και αφού 27 ολόκληρους χρόνους επολέμησαν μεταξύ των νικώντες και νικώμενοι, τοσούτον αδυνάτησαν ώστε κατεδουλώθησαν πρώτον μεν υπό των Μακεδόνων, έπειτα δε επί των Ρωμαίων (...) καταστασθέντες δούλοι"
    [Γρ. Σαράφη, "Λόγοι Εκκλησιαστικοί", Κυδωνίες 1909, σ. 98]

    εκδότης του περιοδ. "Μέλισσα" (1819):
    "Τι συνέβη μετά ταύτα; [ενν. τη διχόνοια των Ελλήνων] Οι Μακεδόνες κατεδούλωσαν την πατρίδα του Μιλτιάδου. Τι έπειτα; Οι Ρωμαίοι την κατεσπάραξαν. Τι τελευταίον; Αλλ' η χειρ μου τρέμει και ο κάλαμος πίπτει..."
    [Μέλισσα, τευχ. 1, Ιούλιος 1819, σ. 100]

    Ανώνυμος (1823):
    "Το Γένος μας αφού εξέπεσε (...) υπεδουλώθη εις τον ζυγόν των Μακεδόνων, Ρωμαίων, και εν εσχάτοις εις τον παρόντα βαρύν ζυγόν"
    [Ι.Οικονόμος, "Επιστολαί διαφόρων", 1964, σ. 421 & 445]

    Αλέξανδρος Σούτσος (1836):
    "(...) τας προγονικάς εκείνας διχονοίας, αίτινες καταστήσασαι αυτήν [την Ελλάδα] έρμαιον της Μακεδονίας και Ρώμης, κατέλυσαν την ανεξαρτησίαν της"
    [Αλ. Σούτσος, "Ελληνική Πλάστιγξ", 1836, σ. 18]

    Κωνσταντίνος Σχινάς, πρύτανης του Πανεπιστημίου του Όθωνος (1837):
    "Η Ελλάς (...) υποκύψασα έπειτα, με οικτράν μόνην αυτονομίας σκιάν, εις των Μακεδόνων την κυριαρχίαν..."
    [λόγος εκφωνηθείς κατά τα εγκαίνια του Πανεπιστημίου στις 3/5/1837 - βλ. Κ. Δημαρά, "Εν Αθήναις τη 3 Μαΐου 1837", 1987, σ. 31κε. & 136κε.]

    Γεώργιος Κοζάκης-Τυπάλδος (1839):
    "Η δε Ελλάς στερηθείσα άπαξ της ελευθερίας της, έγινε πρώτον μεν επαρχία Μακεδονική, ύστερον δε Ρωμαϊκή, Γραικορωμαϊκή..."
    [Γ. Κοζάκης-Τυπάλδος, "Φιλοσοφικόν δοκίμιον περί της προόδου και της πτώσεως της παλαιάς Ελλάδος", 1839, σ. 495-496]

    Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός, πρόεδρος της Αρχαιολογικής Εταιρείας (1841):
    "Ο Φίλιππος έπραξεν άλλον της νίκης εκείνης [της Χαιρωνείας] ολεθριότερον, εγέννησε τον Αλέξανδρον"
    [Σύνοψις των Πρακτικών της Αρχαιολογικής Εταιρείας των Αθηνών, 1846, σ. 102]

    Νικόλαος Σαρίπολος (1848):
    "(...) πέπλος μέλας δουλείας επισκιάζει την Ελλάδα, εποχή μακράς καταστροφής, εποχή άγονος. Τους Μακεδόνας διαδέχονται οι Ρωμαίοι, τους Ρωμαίους οι βάρβαροι του Βορρά, τούτους δε οι αιμοχαρείς της Κασπίας περίοικοι."
    [Νικ. Σαρίπολος, "Λόγος εκφωνηθείς την 21 Οκτωβρίου 1848 κατά την έναρξιν της διδασκαλίας των αρχαίων Ελληνικών πολιτευμάτων", 1848, σ 24]

    Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (1849):
    "Η Μακεδονική εποχή δύναται ευλόγως να διακριθή από της Ελληνικής, διότι το Μακεδονικόν έθνος εξεπλήρωσεν, εν τη Γενική Ιστορία, εντολήν άλλην παρά το Ελληνικόν".
    Παρακάτω, αναφερόμενος στη μάχη της Χαιρώνειας, γράφει ότι συγκρούσθηκαν οι Έλληνες με τους Μακεδόνες.
    [ Κων. Παπαρρηγόπουλος, "Εγχειρίδιον της Γενικής Ιστορίας", 1849, σ. 191-193 & 235-236]

  • Ανώνυμος 32960

    22 Μαρ 2015

    (εκτός από μικροσυμπλοκές δεν καταγράφηκε ούτε μιά μάχη με τη συμβατική της έννοια)
    ΜΕΤΑΞΥ ΑΝΤΑΡΤΩΝ ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΟΛΙΓΑΝΘΡΩΠΩΝ ΚΑΙ ΤΑΚΤΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΟΠΩΣ ΤΟΥ ΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΜΑΧΗ ΜΕ ΤΗ ΣΥΜΒΑΤΙΚΗ ΕΝΝΟΙΑ.....ΑΓΓΑΡΕΙΑ ΚΑΝΕΤΕ ΑΛΛΩΣΤΕ