ΦΥΛΕΤΙΚΑ-
ΡΑΤΣΙΣΤΙΚΑ
ΙΔΕΟΛΟΓΗΜΑΤΑ

Τα άρια γερμανικά φύλα,
προϊόντα μιας εθνικιστικής-
προϊστορικής Αρχαιολογίας


Το 1913 δημοσιεύτηκε η άποψη του καγκελάριου Theobald von Bethmann Hollweg για τη σχέση πολιτικής και πολιτισμού: «Είμαι (...) πεπεισμένος για τη σημασία, και μάλιστα για την αναγκαιότητα μιας εξωτερικής πολιτιστικής πολιτικής. Δεν παραγνωρίζω το όφελος που αντλεί η πολιτική και η οικονομία της Γαλλίας από αυτή την πολιτιστική προπαγάνδα, ούτε το ρόλο που διαδραματίζει η βρετανική πολιτιστική πολιτική στη συνοχή της παγκόσμιας Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Και η Γερμανία πρέπει, εάν θέλει να ασκήσει παγκόσμια πολιτική, να ακολουθήσει αυτήν την πορεία».

Το έργο του Τάκιτου (1ος-2ος αι. Κ.Ε.) Germania που ανακαλύφθηκε το 1429 σε ένα γερμανικό αβαείο στο Hersfeld από έναν μοναχό και το οποίο στο πρώτο κεφάλαιο έγραφε πως τα γερμανικά φύλα έχουν καθαρό αίμα και είναι αυτόχθονα, έδωσε στους Γερμανούς μελετητές την αυτοπεποίθηση να προωθήσουν την έννοια του πανάρχαιου, μη-βαρβαρικού έθνους τους, όπως κατά καιρούς τους αποκαλούσαν οι Ιταλοί. Και μολονότι ο γερμανικός ρομαντισμός αντιμετώπιζε εχθρικά το μη-αυτόχθονο στοιχείο, το αρχαιολογικό ενδιαφέρον προσανατολίστηκε αρχικά πέρα από τη γερμανόφωνη επικράτεια καθώς το αρχαίο πρότυπο βρισκόταν έξω από αυτή, στη ρωμαϊκή αρχαιότητα.

IMAGE DESCRIPTIONΈτσι όχι στο Βερολίνο αλλά στη Ρώμη, έδρα του ιδιωτικού κύκλου των διπλωματών και καλλιτεχνών «Ρωμαίων Υπερβόρειων», ιδρύεται από Γερμανούς κλασικιστές το πρώτο Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο στο palazzo Caffarelli ―έδρα του Πρώσου πρέσβη― μία όχι τυχαία ημερομηνία, στις 21 Απριλίου 1829 ―datum της ίδρυσης της αρχαίας Ρώμης. Την αξία του αντιλαμβάνεται αμέσως ο Πρώσος πρίγκιπας (μετέπειτα βασιλιάς) Friedrich Wilhelm Ι (1795-1861) θιασώτης του Ρομαντισμού, και το θέτει υπό την προστασία του. Κι επειδή το Ινστιτούτο διακινεί και πολιτικά συμφέροντα από το 1859 λαμβάνει χρηματοδοτήσεις από το πρωσικό Υπουργείο Πολιτισμού ενώ, με την ίδρυση του Β΄ Ράιχ (Zweites Reich), μετατρέπεται επίσημα σε κρατικό πρωσικό ίδρυμα.

Η αρχαία κληρονομιά που διεκδικείται μέσω του Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Ρώμης γίνεται όπλο της άρχουσας τάξης στο εσωτερικό του ενοποιημένου γερμανικού κράτους: η μοναρχία, οι βιομήχανοι, οι τραπεζίτες και οι λοιποί μεγαλοαστοί αναλαμβάνουν τη διακόσμηση δημόσιων κτηρίων με παραστάσεις Κελτών, Ρωμαίων και γερμανικών φυλών (Alemanni), αρχαίοι λαοί που συμμετέχουν δραστικά στις ερμηνείες που αποδίδονται στα ευρήματα των νότιων εδαφών της αυτοκρατορίας, Αλσατία και βόρεια Ελβετία, προσφέροντας «φυσική προέκταση» προς τα πίσω στο γερμανικό έθνος. Το ίδιο το DAI (Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο) επιλέγει ως έμβλημα ένα στοιχείο που παρέπεμπε στις ρίζες της φυλετικής τους ταυτότητας, τον «Υπερβόρειο Γρύπα», εικονιζόμενο με το πόδι του να ακούμπά στο στόμιο ενός αρχαίου αμφορέα.

Ωστόσο η πορεία προς τον ενιαίο αστερισμό εθνικών ιδεών του Β΄ Ράιχ και οι πολιτικές του βλέψεις απαιτούσαν τη μετατόπιση
του αγκυροβόλιου στην ελληνική αρχαιότητα αναζητώντας «αποδείξεις» για τη μεταξύ τους σύνδεση. Στόχος του να επαναπροσδιοριστεί
μακριά από τον «προαιώνιο εχθρό», τη Γαλλία, με την οποία μοιραζόταν την πρόσδεση στο ρωμαϊκό πολιτισμό αφού τώρα τούς χώριζε η απώλεια της Αλσατίας και της Λοραίνης το 1871 και η γαλλική πολιτική της revanche που στόχευε στην ανάκτησή τους.


Αλλά ο ρωμαϊκός πολιτισμός είχε γίνει εχθρικός και για έναν επιπλέον πολιτικό λόγο ― η διαμάχη με την Ιταλία για την επαρχία του Τιρόλου είχε αναζωπυρώσει αφενός την εχθρότητα του Πάπα λόγω της Μεταρρύθμισης, αφετέρου είχε ανασύρει τα ιδεολογικά επιχειρήματα του Herder που είχαν χρεώσει στο ρωμαϊκό κοσμοπολιτισμό τον εκφυλισμό των εθνών που έριξε στο χωνευτήρι της αυτοκρατορίας του. Έτσι οι Γερμανοί στράφηκαν στην ελληνική αρχαιότητα της οποίας η εμφάνιση χανόταν ακόμα βαθύτερα στην ιστορία και η μελέτη της έγινε το επίκεντρο του νέου εκπαιδευτικού συστήματος που σχεδίασε ο Πρώσος (μετέπειτα υπουργός Παιδείας) Wilhelm von Humboldt (1767-1835).

Η Kulturpolitik, η επίσημη πολιτική από το 1872 του πρώτου αυτοκράτορα William I (1797-1888) και του πρωθυπουργού Otto νοn Bismarck (1815-1898), για τον προσανατολισμό και την καλλιέργεια του εθνικού φρονήματος της ενοποιημένης Γερμανίας προς την ελληνική αρχαιότητα αναλαμβάνει την ανασκαφή κλασικών θέσεων (Ολυμπία, Πέργαμο) εγκαθιστώντας αρχαιολογικά ιδρύματα στη Μεσόγειο και αργότερα στην Εγγύς Ανατολή. Η στενά πολιτική σημασία που είχε η αρχαιολογία για τον καγκελάριο Bismarck προκύπτει από το γεγονός ότι, ενώ χρηματοδότησε την ανασκαφή στην Ολυμπία (1875) με επικεφαλής τον Ernst Curtius (1814 -1896) και βοηθό το νεαρό τότε Wilhelm Dörpfeld (1853-1940), ζήτησε την παύση των ανασκαφών μετά 4 μήνες όταν διαπίστωσε ότι τα ευρήματα δεν χρησίμευαν παρά μόνο για επιστημονικούς λόγους.


Φωτ. του 1875: η γερμανική ανασκαφή στην Ολυμπία υπό την χορηγία του Bismarck με υπεύθυνο τον Ernst Curtius και συμμετοχή του Wilhelm Dörpfeld.



Επί Wilhelm ΙΙ (1859-1941) οι αρχαιολόγοι επικεντρώθηκαν στους τάφους των Βησιγότθων της κεντρικής Ευρώπης ―φύλου γερμανικού που αργότερα τράβηξε δυτικά καταλήγοντας στην Ιβηρική― που έδωσαν κτερίσματα από χρυσό, πολύτιμους λίθους και γρανάτη και είδη οπλισμού του 5ου αιώνα, και εξυπηρετούσαν την εικόνα της διαχρονικής «εθνικής» παρουσίας που επιθυμούσε η Γερμανία. Επιπλέον τα Μουσεία Βερολίνου ενισχύθηκαν με κτερίσματα από τις ανασκαφές σε Οθωμανική Αυτοκρατορία, Ελλάδα κι από τη Σλοβενία, την οποία το Ράιχ εποφθαλμιούσε πολιτικά, και της οποίας τα κτερίσματα από ένα πεδίο τύμβων της εποχής του Σιδήρου εμπλούτισαν επιπλέον τις συλλογές: μέχρι την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου τα Μουσεία Βερολίνου φιλοξενούσαν 200.000 κομμάτια.

Η πολιτική σχέση του Β΄ Ράιχ με τις ανασκαφές αντανακλάται στο σύγγραμμα του Γερμανού ιστορικού Irmscher για τη δραστηριότητα των ετών 1910-1914 στο Ηραίο της Σάμου: «...αδιαφιλονίκητη είναι όμως η σχέση (της ανασκαφής) με τον γερμανικό ιμπεριαλισμό, ο οποίος προσέφερε τις υλικές προϋποθέσεις γι΄ αυτές τις επιστημονικές δραστηριότητες, επειδή επιδίωκε να θέσει στην υπηρεσία του τα αποτελέσματά τους».

Κατά τις ανασκαφές στην Κέρκυρα το 1911 ο Dörpfeld μεταβαίνει πάραυτα μόλις ειδοποιείται ότι ανασύρθηκαν τα πρώτα ευρήματα επισημαίνοντας στο ημερολόγιό του την «παγκόσμιου χρονικού διαστήματος αδικαιολόγητη απραξία της ελληνικής πλευράς», μια διόλου αθώα επισήμανση και πολιτικά χρήσιμη που αντιπαρέθετε την ακαριαία ανταπόκριση της γερμανικής πλευράς καθώς, ο ίδιος ο Kaiser μετέβη επιτόπου, στέφοντας με επιτυχία τις έρευνες επειδή «άρπαξε ο ίδιος το φτυάρι»: η Γερμανία ενδιαφέρεται για την επιστημονική εξιδανίκευσή της ώστε να εξαχθεί το συμπέρασμα πως μόνο τα Μουσεία Βερολίνου κι όχι οι άλλες αρχαιολογικές σχολές, ούτε καν η ελληνική, ήταν σε θέση να φέρουν εις πέρας ανασκαφές στην Ελλάδα.

Ακολούθησε κι άλλη δημοσίευση του χρονικού των ανασκαφών στην Κέρκυρα, από τον Wilhelm ΙΙ αυτή τη φορά, το 1922 από την εξορία, που και πάλι εξυπηρετούσε μια σκοπιμότητα, την αναστροφή της κοινής γνώμης στο πρόσωπό του μετά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Εδώ αναδεικνυόταν ―γράφει ο κλασικός αρχαιολόγος Θανάσης Καλπαξής― πως ο Kaiser όχι μόνο δεν προετοίμαζε αιματηρές κατακτήσεις την άνοιξη του 1914 παρά ήταν απορροφημένος από επιστημονικές ενασχολήσεις όπως «έρευνες και συζητήσεις σχετικές με τις Γοργόνες, τις δωρικές κολόνες και τον Όμηρο», ώστε να προβληθεί θετικά μέσα από το ενδιαφέρον του για την αρχαιολογία. Και παρότι στο χρονικό κάνει αναφορά σε Άγγλους και Αμερικανούς αρχαιολόγους ως «απόδειξη» της μη εμπάθειάς του προς άτομα προερχόμενα από κράτη αντίπαλα, «παραλείπει» να αναφέρει τα ονόματά τους.

Η ήττα του Α΄ Παγκοσμίου και οι ταπεινωτικές ρήτρες οδηγούν τους μελετητές της «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης» σε μεγαλύτερη προσκόλληση στις αρχαιότητες προς αποκατάσταση της ιδεολογικής ισχύος τους. Έτσι, στο μεσοπόλεμο αναπτύσσεται μια εθνικιστική προϊστορική αρχαιολογία, όπου μελετητές σαν τον καθηγητή αρχαιολογίας Gustav Kossinna (1858-1931) έρχονται να αξιοποιήσουν την «völkische» ―λαϊκή― προϊστορική αρχαιολογία. Ο Kossinna υποστήριξε ότι τόπος προέλευσης των αρίων γερμανικών φύλων ήταν το Schleswig-Holstein, η χερσόνησος ανάμεσα στη Βόρειο Θάλασσα και τη Βαλτική. Δια των ανασκαφών του «απέδειξε» ότι, από τη μακρινή προϊστορία, εδώ ήταν η πολιτιστική κοιτίδα της Ευρώπης και της Εγγύς Ανατολής που οφειλόταν στην παρουσία της γερμανικής φυλής και η οποία διεσπάρη (θεωρία diffusionism) τροφοδοτώντας όλο τον Παλαιό Κόσμο με την κουλτούρα της και με πρόοδο.

Κατ΄ αυτόν η αρχαιολογία αποτελούσε την πιο εθνική επιστήμη, και το ευγενέστερο κεφάλαιό της αποτελούσαν οι γερμανικές φυλές. Μάλιστα, εργαλειοποιώντας τον πατριωτισμό, χαρακτήριζε «προδότες του γερμανικού έθνους» όσους Γερμανούς ασχολούνταν με την κλασική αρχαιολογία και την Αιγυπτιολογία.

Το αποτέλεσμα των ερευνών τον Kossinna συνδέθηκε όχι μόνο με το αφήγημα του πανάρχαιου γερμανικού έθνούς αλλά και του ιστορικού δικαιώματός του στα εδάφη που στο απώτατο παρελθόν κατείχαν, πεποίθηση που ο Kossinna έσπευσε να παρουσιάσει στη Συνθήκη των Βερσαλλιών του 1919 στέλνοντας αντίγραφο του βιβλίου του Η περιοχή του Vistula, μια αρχαία πατρίδα των Γερμανών.

Μολονότι ο Βερολινέζος καθηγητής θα πεθάνει λίγους μήνες πριν από την ανάληψη της εξουσίας από τον Hitler, το «σύνδρομο Kossinna» που κληροδότησε οδήγησε εύκολα τους Ναζί προϊστοριολόγους στο συμπέρασμα πως τα ανθρώπινα οστά της λίθινης εποχής που βρέθηκαν στην πλούσια περιοχή της δυτικής Βαλτικής και της βορείου Γερμανίας ανήκουν στο γνήσιο νορδικό φύλο που μιλούσε μια αρία διάλεκτο και είχε αφιχθεί στην περιοχή από την παγετώδη εποχή.

Υπό το κράτος της εθνοφυλετικής ιδεοληψίας αρνήθηκαν τα κοινά πολιτισμικά στοιχεία που βρίσκονταν διάσπαρτα σε μια περίοδο χιλιάδων ετών και σε μια έκταση χιλίων μιλίων, όπως την επαναλαμβανόμενη παρουσία παρόμοιων εργαλείων, κεραμικών, εθίμων ταφής και αρχιτεκτονικών μοτίβων, και αυτή η προκατάληψη θα προσφέρει το ιδεολογικό άλλοθι στους Ναζί να εισβάλουν στην Πολωνία και την Τσεχοσλοβακία.


Η πολιτική πρόθεση εξηγείται από την ανάθεση του τομέα της αρχαιολογίας το 1929 σε θιασώτη της εθνικιστικής μυστικιστικής προϊστορικής αρχαιολογίας, του Alfred Rosenberg (1893-1946, γεννημένος στο Tallinn από Γερμανούς θα καταδικασθεί στη δίκη της Nϋrnberg το 1945 ως ιδρυτικό μέλος του κόμματος· θα εκτελεστεί το 1946), ταγμένου στην απόδειξη μύθων ―της Χαμένης Ατλαντίδας, πατρίδας των καθαρόαιμων φυλών ανέκαθεν σε σύγκρουση με τους Εβραίους και του Παγκόσμιου Παγετώνα, που «εξηγούσε» πώς το Σύμπαν προήλθε μετά από σύγκρουση πυρακτωμένων μαζών με πάγο («Glazial-Kosmogonie»: δοξασία εν πολλοίς επηρεασμένη από σκανδιναβικούς μύθους που πρώτος εισήγαγε ο Αυστριακός ψυκτικός Hans Hörbiger σε βιβλίο που εξέδωσε το 1913)― και υπέρμαχου της υπεροχής του νορδικού φύλου που περιλάμβανε τους προκλασικούς Έλληνες Δωριείς-Αρίους.

Την περίοδο αυτή δρομολογείται η μετέπειτα ιδεολογική διάσταση ανάμεσα στους θιασώτες της εκλαϊκευτικής ρατσιστικής τάσης της ναζιστικής αρχαιολογίας και τους θιασώτες του κλασικού ακαδημαϊσμού του 19ου που αναδείκνυε την ελιτιστική πρωσική εθνικιστική ιδεολογία. Άλλωστε, όπως αναφέρει ο Αλ. Πολίτης, εκτός από τη Γερμανία του Winckelmann και του κλασικισμού υπήρχε και η βαθύτερα ρομαντική Γερμανία που έβλεπε εχθρικά όλο τον αρχαίο κόσμο, ελληνικό και λατινικό, που για ορισμένους λόγιους σήμαινε μια Γερμανία διαιρεμένη και ανολοκλήρωτη εθνικά με μειωμένο κύρος σε σχέση με τη Βρετανία και τη Γαλλία. (βλ. Το μυθολογικό κενό, Αθήνα 2000, 179-180). Η «δωρική συγγένεια» αναφέρεται στον Karl Götffried Muller, Οι Δωριείς (1824) (βλ. Ιωαννίδης, «Κλασική αρχαιότητα και φασισμός», στο Αρχαιολογία & Τέχνες, τεύχ. 27, Αθήνα 1988, 16).

Η θεωρία του «νορδικού αρίου» μοντέλου με την οποία «εξηγείται» ο ελληνικός πολιτισμός εμφανίστηκε το πρώτο μισό του 19ου. Σύμφωνα με αυτή, κατά την πρώιμη αρχαιότητα είχε γίνει επέλαση φύλου από το βορρά που κυριάρχησε στους υπάρχοντες προελληνικούς πληθυσμούς οδηγώντας στη δημιουργία του ελληνικού πολιτισμού που απετέλεσε απόρροια της μίξης Ελλήνων που μιλούσαν την ινδοευρωπαϊκή γλώσσα και παλαιότερων πληθυσμών επάνω στους οποίους κυριάρχησαν. Η θεωρία αρνείται την επίδραση των Αιγυπτίων και αμφισβητεί το ρόλο των Φοινίκων στον ελληνικό πολιτισμό ενώ σε ακραία εκδοχή χρησιμοποιήθηκε ως επιχείρημα για τον αντισημιτισμό στην Ευρώπη τη δεκαετία του 1890 και τις δεκαετίες 1920 και 1930.

Αντίστοιχα, ο ομοεθνής και ομοϊδεάτης του αρχαιολόγος Edmund Kiss (1886 - 194;), συγγραφέας βιβλίων «εναλλακτικής αρχαιολογίας», ταξίδεψε το 1928 στη Βολιβία για να μελετήσει τις αρχαιότητες του Tiwanaku στις Ανδεις όντας βέβαιος ―όπως δημοσίευσε στα συμπεράσματά του που αργότερα εκτιμήθηκαν ιδιαίτερα από τον Himmler― πως η ομοιότητά τους με αρχαίες ευρωπαϊκές κατασκευές αποτελούσαν ένδειξη πως είχαν σχεδιαστεί από Υπερβόρειους μετανάστες χιλιάδες χρόνια πριν.


Κάστρο των Δουκών της Pomerania που κατέλαβαν οι Τεύτονες Ιππότες τον 13ο αι. και χρησιμοποιήθηκε για την εκπαίδευση της υψηλόβαθμης στρατιωτικής ναζιστικής νεολαίας.


Την ίδια περίοδο, ως καλύτερος χώρος εκπαίδευσης της υψηλόβαθμης στρατιωτικής ναζιστικής νεολαίας κρίθηκαν τα κάστρα Ordensburgen στη Westphalia, τη Bavaria και την Pomerania, που είχαν χτίσει ή καταλάβει από τους δούκες της περιοχής οι «πρόγονοί» τους, Τεύτονες Ιππότες, το 13ο αιώνα. Η προσήλωση στο αρχαίο παρελθόν είχε πολιτικοποιηθεί επικίνδυνα από μια εθνικόφρονα ηγεσία που ωστόσο έδινε μεγαλύτερη έμφαση στη φυλή παρά στο κράτος.

Όπως ο Faust ήρθε σε συμφωνία με το Μεφιστοφελή ―γράφουν οι αρχαιολόγοι Bettina Arnold και Henning Hassmann― έτσι ήρθε σε συμφωνία η γερμανική αρχαιολογία με τους Ναζί: από το 1933 ως το 1945 τις θέσεις σε αρχαιολογικά ινστιτούτα, μουσεία και πανεπιστημιακές έδρες, κατείχαν αρχαιολόγοι που ανήκαν στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα διασπείροντας στο λαό και το στρατό φυλετικά / ρατσιστικά ιδεολογήματα.




Σημείωση:
Το παραπάνω άρθρο είναι απόσπασμα από την εργασία
με τίτλο: «Ο εθνικισμός στην αρχαιολογία της Δύσης»
(pandemos.panteion.gr).
Ο τίτλος και ο υπότιτλος είναι της «Ελεύθερης Έρευνας».



Η Καλλιόπη Παυλή από τη Σάμο, είναι απόφοιτος σπουδών Μ.Μ.Ε. (Αθήνα) και Ιστορίας (Πάτρα), με υποτροφία στη δεύτερη σχολή. Έζησε στον Καναδά και σε χώρες της Ευρώπης, και έχει ταξιδέψει στη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή. Επιστρέφοντας εργάστηκε στον αρχαιολογικό τουρισμό αρχίζοντας παράλληλα μεταπτυχιακές σπουδές στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Παν/μίου, με τίτλο της διπλωματικής «Ο Εθνικισμός στην Αρχαιολογία της Δύσης». Η μεταπτυχιακή εργασία της περιλήφθηκε στην Ενδεικτική Θεματική Βιβλιογραφία για τους φοιτητές του σεμιναρίου «Νεο-Ελληνική Εθνική Ιδεολογία» του καθηγητή Στ. Πεσμαζόγλου.

Μετά και από τα ταξίδια στην Τουρκία που συνδέονταν με τη διατριβή της («Αρχαιολογώντας την terra desiderata: η Μεγάλη Ιδέα των αρχαίων υλικών καταλοίπων»), στην οποία εξετάστηκαν οι ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν από το Αρχαιολογικό τμήμα της Αρμοστείας Σμύρνης στη Μ. Ασία κατά την περίοδο της ελληνικής κατοχής (1919-1922), ανακηρύχθηκε δρ. Ιστορίας το 2012.

Το 2014 εξέδωσε το βιβλίο: Εις το όνομα του πολιτισμού. Η ιδεολογία των ανασκαφών στη Μικρά Ασία κατά την μικρασιατικήν κατοχήν υπό της Ελλάδος (1919-22), εκδόσεις Ισνάφι.

Έχει συμμετάσχει ως ομιλήτρια σε εγχώρια και διεθνή συνέδρια, ως μέλος της επιστημονικής επιτροπής και της οργανωτικής επιτροπής σε διεθνή συνέδρια, σε ανασκαφές στη Λήμνο υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Προϊστορικής Αρχαιολογίας Νικ. Ευστρατίου, έχει δημοσιεύσει άρθρα, ανήκει στο editorial board του Int. Journal SCS και είναι μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Κ.Ε.Ν.Ι. με θέμα την αποικιοκρατία του ύστερου 19ου-πρώιμου 20ού αιώνα και την πρόσληψή της από την εγχώρια λογιοσύνη εν όψει της μικρασιατικής εκστρατείας.

Τα ακαδημαϊκά ενδιαφέροντά της συνδέονται με τη μυθολογική θεμελίωση των εθνικών κρατών που περνά και από την κατά βούληση αρχαιολογική ερμηνεία, μέσα από την οποία επιβάλλεται η γεωγραφία και η πολιτική τους. Μιλάει αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά.

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ


5 ΣΧΟΛΙΑ

  • Ανώνυμος 46700

    10 Ιαν 2019

    Unheilig - Schutzengel (Orchester Version)
    https://www.youtube.com/watch?v=N6lh_MM1hQQ
    (Ε τί άλλο θέλετε.)

  • Ανώνυμος 46699

    10 Ιαν 2019

    " Στη μελέτη του «Σκέψεις για τη μίμηση των ελληνικών έργων στη ζωγραφική και τη γλυπτική» ανακηρύσσει τα ελληνικά αγάλματα ως το υψηλότερο ιδανικό της τέχνης. Μ' αυτόν τον τρόπο ο Βίνκελμαν διαφοροποιείται για πρώτη φορά από τον κλασσικισμό των Γάλλων και Ιταλών συγχρόνων του που προσανατολιζόταν κατά βάση στη ρωμαϊκή αρχαιότητα. Και θεμελιώνει έτσι τη γερμανική ελληνολατρία που στην εποχή της γένεσής της ήταν μια πνευματική επανάσταση.
    Τότε διατύπωσε και την άποψη, που θα γίνει αργότερα σύνθημα της κλασσικής περιόδου της Βαϊμάρης γύρω από τον Γκαίτε, τον Σίλερ και τον Χέρντερ, ότι τα αρχαία γλυπτά (για παράδειγμα το Σύμπλεγμα του Λαοκόοντος) διαθέτουν «ευγενική απλότητα και γαλήνιο μεγαλείο». Η ρήση αυτή σήμαινε απόρριψη των παιχνιδισμάτων του ροκοκό και του μπαρόκ. Σήμαινε τη θεμελίωση ενός πνευματικού παρελθόντος για τον γερμανικό λαό, στηριγμένου στη διανοητική καθαρότητα της αρχαίας Ελλάδας. Αυτή ήταν η καίρια συμβολή του Βίνκελμαν στην πνευματική ιστορία της νεώτερης Ευρώπης.
    Στη συνέχεια πήγε στη Ρώμη, όπου ανακάλυψε τους λογοτεχνικούς και αρχαιολογικούς θησαυρούς της Βιβλιοθήκης του Βατικανού, της Πομπηίας και της Ηράκλειας. Έτσι προέκυψε το 1764 το κεφαλαιώδες έργο του «Ιστορία της Τέχνης της Αρχαιότητας», με το οποίο θεμελίωσε ουσιαστικά την αρχαιολογία και την ιστορία της τέχνης εισάγοντας μεταξύ άλλων και τη διάκριση των καλλιτεχνικών περιόδων σε φάσεις ανάπτυξης, ωριμότητας και παρακμής."
    https://www.dw.com/el/300-χρόνια-γερμανική-ελληνολατρία/a-41946015

    Φυσικά αυτό το νέο πνευματικό προιόν ή μόδα που εμφανίστηκε στην ιδεόσφαιρα των κοινωνιών περιείχε και ένα σωρό αρλούμπες, υπερβάσεις, λογικά άλματα και αυθαίρετες παραδοχές, ανεξαρτήτως αν όχι μόνο έγινε αποδεκτό, αγαπήθηκε και αγκαλιάστηκε, αλλά κάποιοι κυριολεκτικά βούτηξαν μέσα σε αυτό, για να μην πω πνίγηκαν. Ήταν κάτι νέο που έγινε "viral". Και στους ανθρώπους αρέσουν τα νέα πράγματα. Τους βγάζουν από τη βαρετή ζωή τους και τους δίνουν κίνητρα για δράση και αλλαγή, τους γαργαλάνε το φαντασιακό τους και τους ανοίγουν νέους ορίζοντες, βγάζοντάς τους από το τέλμα της ρουτίνας και της μιζέριας. Μην ξεχνάμε ότι το 99% της πνευματικής παραγωγής της ανθρωπότητας είναι σκουπίδια, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Για να μην πω το 99.99%.

    Το tao te ching λέει:
    Ο σοφός μπορεί να δει τη συνολική εικόνα, γι’αυτό και βλέπει με συμπόνια τα επιμέρους πράγματα (σ.σ: "πράγματα" εννοεί τις επιμέρους μορφές εντός του σύμπαντος).
    Συνεχώς εξασκεί την ταπεινότητα και ξέρει ότι το υψηλό θεμελιώνεται στο χαμηλό και η ευγένεια στην ταπεινότητα.
    Δεν επιδιώκει να λάμπει σαν πολύτιμος νεφρίτης, αλλά αφήνει το τάο να τον σμιλέψει.
    Μέχρι να γίνει συνηθισμένος και αδιάφορος σαν ένα βότσαλο, που το κλωτσάς και πέφτει. Και πάλι πέφτει. (39)

    Για όσους κοιμούνται όρθιοι και δεν πήραν χαμπάρι είναι καλή ευκαιρία να υπενθυμίσω ότι οι σεναριογράφοι της σειράς "Vikings" φρόντισαν στο 16ο επεισόδιο της 5ης σεζόν να κάνουν μια νύξη στο βουδισμό:
    https://www.youtube.com/watch?v=xHZLhPbxitw
    "Life is a bridge, build no house upon it.
    It's a river, but don't cling to its banks.
    You're on a journey."

  • Ανώνυμος 46683

    5 Ιαν 2019

    Τα διαφορετικά Θεοφάνεια της Δράμας έχουν... κάτι από Διονυσιακή λατρεία
    https://www.iefimerida.gr/news/469598/ta-diaforetika-theofaneia-tis-dramas-ehoyn-kati-apo-dionysiaki-latreia-eikones

    Ναι, υπάρχει κάποιο πρόβλημα με αυτό; Απλά να διευκρινίσω θέλω ότι δεν υπάρχει κάτι το παράξενο σε αυτό.

  • Ανώνυμος 46681

    4 Ιαν 2019

    @46680
    Η Πορτογαλία υπήρχε ως βασίλειο εδώ και καμιά χιλιετία. Έχει ιστορία, σίγουρα πολύ μεγαλύτερη από των νεορωμιών, που η πραγματική τους ιστορία ως νεοελληνικό κράτος ξεκινάει από τα τέλη του 18ου αιώνα. Δηλαδή λίγο-πολύ μισό αιώνα πριν το 1821.

    Να πούμε ότι η στροφή των γερμανών λογίων στην μελέτη της ελληνικής αρχαιότητας, αφήνοντας πίσω το μπαρόκ και το ροκοκό, οφειλόταν στο ότι ήθελαν ένα αντιστάθμισμα στη γαλλική διανόηση που μελετούσε κυρίως τη ρωμαική γραμματεία. Εξάλλου ήταν του συρμού εκέινη την εποχή τα αναδυόμενα έθνη-κράτη να ψάχνουν για θεμελιώδεις αρχές και για γέφυρες με το μακρινό παρελθόν για να στηρίξουν την ύπαρξή τους στην ιδεόσφαιρα των κοινωνιών τους.

    Στο μεταξύ:
    "Λέγεται ότι συνήθιζε να δίνει την απάντηση "άστε ντούα" (Έτσι θέλω στα αρβανίτικα), όταν του ζητούσαν να δικαιολογήσει τις αποφάσεις του."
    https://www.iefimerida.gr/news/469296/kyvernisi-anohis-i-teleytaia-itan-toy-dimitri-voylgari-gnostoy-os-tzoympe

    Ε και πού είναι το πρόβλημα..

  • Ανώνυμος 46680

    3 Ιαν 2019

    Η προσήλωση στο αρχαίο παρελθόν, πραγματικό η φανταστικό, η υιοθέτηση φυλετικών«/ ρατσιστικών ιδεολογημάτων, και γενικότερα η προσήλωση σε πάσης φύσεως ιδεολογημάτα ευδοκιμούν όταν τα πράγματα "δεν πάνε καλά". Οταν το παρόν και το μέλλον, δεν εγγυάται την ασφάλεια σε ένα έθνος ή λαό. Τότε το μόνο σίγουρο είναι το παρελθόν. Και αν ούτε αυτό είναι σίγουρο - κάτι που συμβαίνει τις περισσότερες φορές - τότε αναλαμβάνει η προπαγάνδα, να εκμεταλλευτεί το αμφίβολο παρελθόν, να το επινοήσει πάλι από την αρχή και να δώσει στο έθνος ή την φυλή μία ένδοξη ιστορικότητα που μπορεί μπορεί να έχει τις απαρχέςτης, ως στην αυγή της ιστορίας μας. Η προσήλωση στο αρχαίο παρελθόν μπορεί να λειτουρησει ως αποκούμπι, ως παρηγοριά μέχρι "να περάσει η μπόρα". Μπορεί όμως να παίξει σημαντικό ρόλο σε μία αρχή νέων, επιθετικών διεκδικήσεων και ενός μεγαλεπήβολου φυλετικού παραληρήματος, όπως συνέβει με τους ναζιστές και το περίφημο σύνθημα: " Deutschland uber alles".
    Η ανικανότητα των ανθρώπων ενός έθνους ή ενός λαού να παράξουν ένα αξιόλογο περιβάλλον για τον εαυτό τους, και κατά συνέπεια, η υποχρέωση της παραδοχής αυτής της ανικανότητας, μπορεί να υπερσκελιστεί με την επίκληση και την προσήλωση στο αρχαίο παρελθόν. Η συλλογιστική είναι σχεδόν απολοϊκή; αν οι πρόγονοι μου ήταν ένδοξοι, τότε χωρίς αμφιβολία είμαι και εγώ ένδοξος. Και αν δεν το κάνω, είναι γιατί κάποιος εχθρός - κρυφός ή φανερός, κατά προτίμηση κρυφός - χρησιμοποιεί κάθε μέσον ώστε να επιφέρει την ακύρωση των προσπαθειών μου.
    Μόνο που με τους Ναζί, η επίκληση του παρελθόντος ήταν ένα ακόμη ισχυρό άλοθι, στα ιμπεριαλιστικά και κατακτητικά σχέδια της προς την Ευρώπη.
    Σήμερα που η Γερμανοί αποτελούν το ισχυρότερο οικονομικά κράτος της ΕΕ, φαίνεται να μη πολυασχολούνται με την φυλετική τους καταγωγή. Ούτε αποτελεί μέρος της προπαγάνδας των πολιτικών δυνάμεων της Γερμανίας. Αισθάνονται ασφαλείς, κυριαρχούν στην Ευρώπη και δεν χρειάζονται παρηγοριά και αποκούμπι.
    Τουλιστον μέχρι τώρα.
    Το όλο θέμα, αναδεικνύει και κάτι άλλο. Οτι τέτοιου τύπου ιδεολογήματα, κάτω από κατάλληλες συνθήκες είναι σχεδόν απαραίτητα στους ανθρώπους και ασκούν πάνω τους μεγάλη γοητεία. Ας παρατηρήσουμε πώς αντιμετώπισαν την οικονομική κρίση, η Πορτογαλία που στερείται κάποιο ένδοξο αρχαίο παρελθόν, και πώς οι νεοέλληνες που "αναπαύονται" διαχρονικά μέσα στο ένδοξο... ελληνοχριαστιανικό παρελθόν τους (Βυζάντιο κλπ).