ΜΥΘΟΠΟΙΗΣΕΙΣ
ΡΩΜΙΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ

H ενσωμάτωση
του θανάτου του Αθ. Διάκου
στη νεορωμέικη μυθολογία

«Γελιούνται όσοι πιστεύουν πως το πλάσιμο του μύθου
γίνεται όταν, με τα χρόνια, ξεχαστούν πρόσωπα και γεγονότα,
όταν θαμπώσουν οι εντυπώσεις.
Την πραγματικότητα δεν την αποδομεί η λήθη,
την αποδομεί ο μύθος εκτοπίζοντάς την.



Αφηγείται ο Σπυρίδων Τρικούπης, το 1853, στην Ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως: οι Τούρκοι έχουν σκορπίσει τους Έλληνες στην Αλαμάνα, ο Διάκος βρίσκεται στα χέρια τους καταδικασμένος: «Οδεύων δε εις τον τύπον της καταδίκης του εστάθη, και ρίψας το βλέμμα του εις την γελώσαν φύσιν, είπε το εξής δίστιχον:

Για ιδέ καιρόν που διάλεξεν ο Χάρος να με πάρει
τώρα π΄ ανθίζουν τα κλαδιά και βγαν΄ η γη χορτάρι.

Ηκολούθησε δε μετά ταύτα την πορείαν του, και υπέστη καρτεροψύχως τον πολυώδινόν του θάνατον, τρεις ώρας βασανιζόμενος
». (A΄, 256. Το δίστιχο το θησαυρίζει ο A. Passow, Τραγούδια ρωμαίικα, Αθήνα-Λιψία 1860, 592 αρ. 1146, αντλώντας από ταν Τρικούπη ακριβώς).

Η γενναιόκαρδη άμυνα στις αρχαίες Θερμοπύλες, ο θρυλούμενος μαρτυρικός θάνατος του Διάκου ήταν φυσικό να προκαλέσουν τη γενική συγκίνηση· το πασίγνωστο δίστιχο ωστόσο δεν μνημονεύεται από κανέναν νωρίτερα από τον Τρικούπη.

Πάντως, η εξιστόρηση του περιστατικού προκάλεσε, εύλογα. εντύπωση. Όπως μαρτυρεί ένας λίγο μεταγενέστερος, ο Σταμ. Δ. Βάλβης, «αγαθός τις λογιότατος, εκδούς παρ΄ ημίν εν έτει 1859 ανωνύμως τραγωδίαν εις πράξεις τρεις επιγραφομένην “Ο Αθανάσιος Διάκος”, ουδόλως όκνησε να παρακόψει το γνήσιον του ήρωος δίστιχον εις τους εξής κίβδηλους και σχολαστικούς στίχους:

Αχ! Τι καιρόν εδιάλεξες, ω Χάρε, να με πάρεις!
ενώ ανθίζουν τα βουνά κι ο κάμπος πρασινίζει.

Ο αυτός κύριος, παρενεχθείς φαίνεται υπό αύρας φιλοπατρίας ─συχνότατα επιφοιτώσης εις τα γραφεία και τα δημόσια βήματα και σπανίως αποδεικνυομένης δι΄ αγνών έργων─ ισχυρίσθη ότι ο Διάκος είπε τους ανωτέρω στίχους ουχί οδεύων εις τον τόπον της ποινής, ως μαρτυρεί ο Τρικούπης και συνεπιβεβαιοί η φυσική του πράγματος αλήθεια, αλλά "κατά την ώραν της εκτελέσεως του φρικαλέου του θανάτου" (σελ. γ΄) - και ενόμισεν ότι ηρωικότερον εποίησε τον ήρωα παραστήσας αυτόν εν τη τραγωδία ψάλλοντα τους ανωτέρω στίχους επί της πυράς (!!), και δραματουργήσας ούτω τον Αισώπειον μύθον των οπτωμένων κοχλιών. Αλλά περί τούτων των ατοπιών περιττόν νομίζομεν πάντα εξελεγκτικόν λόγον
». [Σταμάτιος Βάλβης, «Περί του διστίχου του ήρωος Αθανασίου Διάκου», Αθήναιον, 10 (1881) 129-151. (Το χωρίο είναι η κατακλείδα). Το άρθρο αναδημοσιεύτηκε (με λίγες φραστικές παραλλαγές) στο Σταμ. Δ. Βάλβης, Φιλολογικά μελετήματα, επιμ. Α. Κοντογόνης, Αθήνα 1890, 56-79. Για τον μύθο των κοχλιών ο αναγνώστης του βιβλίου παραπέμπεται σε μιαν έκδοση της εποχής. Πρόκειται για τον αρ. 71 στη μετάφραση του Ανδρόνικου Νούκιου, Αισώπου μύθοι, επιμ. Γ. Μ. Παράσογλου, Αθήνα 1993].

Περιττό λοιπόν θεωρούσε, το 1881, όταν υπέγραφε τη μικρή μελέτη του ο Βάλβης, κάθε εξελεγκτικό λόγο. Δεν τα λογάριασε ωστόσο σωστά τα πράγματα.

Ογδόντα πέντε χρόνια αργότερα, η «λαϊκή» μυθολογία εξακολουθεί να θεωρεί πως το περίφημο δίστιχο το ξεστόμισε ο Διάκος την ώρα ακριβώς του μαρτυρίου του. Φυσικά το περιστατικό το έχουμε πια κατατάξει στον χώρο της μυθολογίας, και κανείς δεν ενδιαφέρεται αν είναι αλήθεια κάτι τέτοιες ψυχογραφικές λεπτομέρειες.

«Αλλ΄ ο Διάκος ήτο νέος, ήτο ωραίος· επέτειλεν ως μετέωρον λαμπρόν εν τη αυγή της επαναστάσεως», αφηγείται ο Παπαρρηγόπουλος στην Ιστορία του το 1874, προσπαθώντας να συγκεράσει τις τάσεις και να υπερβεί τις δυσκολίες, «και εν ακαρεί άφαντος γενόμενος, κατέλιπεν όπισθεν αυτού την μνήμην μάρτυρος άμα και μαχητού· ώστε ανήκει εις την παράδοσιν άμα και την ιστορίαν, και είναι κτήμα του λαού μάλλον ή της επιστήμης». (Ιστορία του ελληνικού έθνους, Ε΄, Αθήνα 1874, 824, και 1887, 760· πβ. και το φιλολογικό επίμετρο).


Το εθνικό φαντασιακό στα καλύτερά του.
«Το άγαλμα του Αθανασίου Διάκου στην εθνική οδό Αθηνών-Λαμίας κοντά στο ύψος των Θερμοπυλών, δίπλα στο άγαλμα του προγόνου του Λεωνίδα». (Από το διαδίκτυο).
Στις Θερμοπύλες σκοτώθηκε ηρωικά ο υποτιθέμενος πρόγονος των ρωμιών Λεωνίδας. Εκεί δίπλα, στην Αλαμάνα, σκοτώθηκε επίσης ηρωικά ο υποτιθέμενος απόγονός του, Αθανάσιος Διάκος.
Ένα από τα χωριά που τον διεκδικεί φαντασιακά ως τόπο γεννήσής του, η Άνω Μουσουνίτσα, μετονομάστηκε ήδη σε Αθανάσιος Διάκος προς τιμήν του.

Αλλού ωστόσο βρίσκεται το ζήτημα. Το ελληνικό κοινό διαθέτει ─από το 1859 και ύστερα─ δύο εξιστορήσεις του ίδιου περιστατικού. Η μία του Σπ. Τρικούπη: πρόσωπο πολιτικό, εκπρόσωπος της επίσημης παιδείας, έγκυρος ιστορικός του οποίου το βιβλίο ανατυπώθηκε συχνά και διαβάστηκε πολύ κι όπου το περιστατικό εκτίθεται με τρόπο που ταιριάζει με τις λογικές πιθανότητες. Η δεύτερη του Λέοντα Μελά· αυτός είναι συγγραφέας όπως φαίνεται από μεταγενέστερη έκθεση του 1893. Ο Μελάς εκθέτει το περιστατικό με τρόπο που έρχεται σε αντίθεση με τις λογικές πιθανότητες. Ηρωική εξιστόρηση η μία, ηρωική και η άλλη. Να όμως που η δεύτερη, η πιο απομακρυσμένη από τη λογική και η κοντινότερη στην υπερβολή, ήταν εκείνη που ενσωματώθηκε στη νεοελληνική μυθολογία. Η μυθοποίηση της ιστορίας δεν γεννιέται μονάχα από τη ─σκόπιμη ή παρασυρμένη από ρεύματα μιας εποχής─ παραχάραξη των ίδιων των ιστορικών, παρά κι από, ή κυρίως από, ένα παρέμβλητο στρώμα που σκορπίζει στοιχεία έντονα μυθοποιημένα και τα οποία συνθέτουν μια διαστρεβλωμένη εκδοχή της ιστορίας.

Βρισκόμαστε δηλαδή σε μια περίπτωση όπου η διαδικασία της λαϊκοποίησης, της διάχυσης μιας ιδέας σε ευρύ σύνολο, προχωράει παράλληλα με μια διαδικασία μυθοποίησης, όπου από το λογικά πιθανό μεταπηδάμε στο υπερβολικό. Χρήσιμο θα ήταν να ξέρουμε σε ποιο ακριβώς επίπεδο (ή επίπεδα) συντελούνται οι διαδικασίες αυτές: αν οφείλεται στην ένταση του πομπού, της επίσημης παιδείας (λόγοι πανηγυρικοί, θεατρικά έργα, κ.λπ.), ή σε επιλογή του δέκτη, της συλλογικής νοοτροπίας δηλαδή. Δεν έχω τα στοιχεία για να κρίνω. Σίγουρη εμφανίζεται ωστόσο η ανοχή του δέκτη. Μ΄ άλλα λόγια, ο δέκτης δεν παρουσιάζει αμυντικούς μηχανισμούς απέναντι στη μυθολογία που του προτείνεται· την αποδέχεται και την ενσωματώνει ─ τουλάχιστον στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση.

Και έρχεται στον νου μας το δίλημμα: είναι η λαϊκοποίηση, δηλαδή η διάδοση, που δημιουργεί τη μυθοποίηση, ή άραγε η μυθοποίηση που φέρνει τη διάδοση; Μήπως δηλαδή μονάχα όταν μυθοποιηθεί ένα περιστατικό ανταποκρίνεται στους κανόνες που απαιτεί η διάδοση; Αναγκάζομαι να παραμερίσω για την ώρα το δίλημμα και να επισημάνω μονάχα ότι διάδοση και μυθοποίηση συνιστούν, κατά κανόνα, ζεύγος.


Εξιδανικευμένη σύνθεση του Peter von Hess, που παριστάνει τον καζά της Λιβαδιάς, πρώην κλέφτη και αρματολό,
Θανάση Μασσαβέτα (Αθανάσιο Διάκο), να συγκεντρώνει ρωμιούς πριν τη σφαγή της Λιβαδιάς.
Αν και τον γνωρίζουμε ως διάκο, ουδέποτε είχε χειροτονηθεί ούτε είχε γένια.
Για την πραγματική δράση των κλεφταρματολών, διαβάστε στην «Ελεύθερη Έρευνα»: Τυχοδιώκτες και μαχαιροφόροι.

Η έλλειψη, λοιπόν, κάποιου αμυντικού μηχανισμού από την πλευρά της συλλογικής νοοτροπίας πρέπει να μας καταστήσει πιο σκεφτικούς στο ζήτημα που έχει ─ευτυχώς─ ανακύψει, καθώς συχνά θεωρείται ότι η «λαϊκή» παιδεία αντιμάχεται την επίσημη· όσο όμως προσέχουμε τους πομπούς της λαϊκής παιδείας, των έργων δηλαδή που απευθύνονται στον λαό, διαπιστώνουμε πως η ποσολογία του μύθου παρουσιάζεται πιο αυξημένη εδώ, παρ΄ ό,τι στα έργα της επίσημης παιδείας. Ας ρίξουμε μια ματιά στα ηρωικά έργα του Καραγκιόζη, λόγου χάρη, στα σχολικά εγχειρίδια, στους πανηγυρικούς λόγους ή στη ζωή των αστέρων στα λαϊκά περιοδικά.

Και σ΄ ένα άλλο, διαφορετικό ζήτημα, πρέπει να μας καταστήσει πιο προσεκτικούς. Η τάση για μυθοποίηση διαπιστώνεται εύκολα στους ιστοριογράφους του περασμένου αιώνα, όπως στην περίπτωση που εξετάσαμε, ή και τους νεότερους· και την κατακρίνουμε ακόμα πιο εύκολα. Το πρόβλημα είναι να συλλάβουμε και να προωθήσουμε την άποψη πως αντίθετο σε μια μυθοποίηση δεν είναι η αντιστροφή της μυθολογίας, παρά η αναίρεση κάθε είδους μυθολογίας. Δύσκολο, γιατι η μυθολογία εκφράζει πάντα κάποιον πραγματικό πόθο, εκφράζει το πώς θα θέλαμε να ήταν τα πράγματα (εμείς ή εκείνοι που την επιβάλλουν). Δύσκολο, γιατί χρειάζεται εξαιρετική επεξεργασία η ιστορία για να αποκτήσει την καθολικότητα που περικλείει ο μύθος.



Σημείωση:
Το παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο
του Αλέξη Πολίτη: «Το μυθολογικό κενό», έκδ. «Πόλις», 2000.
Ο τίτλος, οι υπότιτλοι και η εικονογράφηση
έγιναν με μέριμνα της «Ελεύθερης Έρευνας».

Το άρθρο αποτελεί μέρος του Αφιερώματος:
1821: Η αποστασία των ρωμιών.



Ο Αλέξης Πολίτης σπούδασε νεοελληνική φιλολογία στη Θεσσαλονίκη και στο Παρίσι.
Τα χρόνια 1976-1989 εργάστηκε στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του Ε.Ι.Ε..
Σήμερα, είναι καθηγητής στον Τομέα Βυζαντινής και Νεοελληνικής Φιλολογίας του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης.

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ


1 ΣΧΟΛΙΑ

  • Ανώνυμος 45154

    5 Μαρ 2018

    Υπέροχο άρθρο, ευχαριστούμε.