ΑΜΑΛΓΑΜΑ
ΕΛΛΗΝΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ
ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ

Η αφήγηση
του εθνικού φαντασιακού


Το παρελθόν
ως διαφιλονικούμενη παρακαταθήκη


Η ενσωμάτωση της Ελληνικής χερσονήσου στο σύστημα της δυτικής Ευρώπης και η επινόηση της φαντασιακής κοινότητας του ελληνικού έθνους με βάση την κλασική αρχαιότητα ήταν μια διαδικασία που ενεργοποιήθηκε κατά μείζονα λόγο από τη νέα κοινωνική τάξη των εμπόρων, οι οποίοι είχαν οικονομικούς και ιδεολογικούς δεσμούς με τις ευρωπαϊκές μεσαίες τάξεις. Αυτοί ήταν εκείνοι που πρωτίστως ωφελούνταν από αυτές τις εξελίξεις.

Όμως αυτή η εξέλιξη είχε μια επιπλέον συνέπεια· ο εκθειασμός της κλασικής αρχαιότητας και η συγκρότηση του νέου κράτους ως κληρονόμου εκείνου του μεγαλείου μέσα από μια διαδικασία γραμμικής συνέχειας είχε ως αποτέλεσμα τη μνημειοποίηση της Ελλάδας. Η κλασική αρχαιότητα απέκοψε την Ελλάδα του 19ου αιώνα από το ιστορικό και κοινωνικό της πλαίσιο, δηλαδή από το πλαίσιο των εθνικιστικών ευρωπαϊκών κινημάτων, και την τοποθέτησε σε έναν απο-ιστορικοποιημένο μύθο-χώρο. Δεν επιθυμώ να επιβάλω εδώ μια διχοτομία μεταξύ ιστορίας και μύθου, εννοιών οι οποίες έχει αποδειχθεί εδώ και πολύ καιρό ότι είναι ποικιλόμορφες και ότι έχουν περισσότερα κοινά από ό,τι συνήθως εκτιμάται. Οι εθνικοί καταγωγικοί μύθοι, που συχνά παρουσιάζονται ως η επίσημη ιστορία του έθνους, αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πιο γόνιμη έχω βρει την προσπάθεια να μελετήσει κανείς διάφορες μορφές ιστορικοποίησης από ποικίλες ομάδες και δρώντες, όπου στοιχεία τα οποία εμπίπτουν στον συμβατικό ορισμό της ιστορίας συγχωνεύονται και συνδυάζονται με άλλες μορφές ιστορικής συνείδησης, από τους μύθους μέχρι τα όνειρα και το ονειρεύεσθαι.

Η Επανάσταση του 1821 παρουσιάστηκε ως μοναδική περίπτωση, αφού θεωρήθηκε μια συνέχεια της αέναης πάλης του ελληνικού έθνους ενάντια στους ανατολίτες Άλλους του. Η έμφαση στη μοναδικότητα της ελληνικής περίπτωσης και του 1821 μπορεί να νομιμοποίησε το νέο εθνικό κράτος στα μάτια της Ευρώπης, αλλά συγχρόνως το κατέστησε ένα έθνος ανάδελφο, όχι ένα επιτυχημένο εγχείρημα εθνικής χειραφέτησης το οποίο συνδεόταν με άλλες ανάλογες βαλκανικές και ευρωπαϊκές προσπάθειες. Εκείνη την εποχή, τα Βαλκάνια και η νοτιοανατολική Ευρώπη συνταράσσονταν από κοινωνικά κινήματα λίγο ως πολύ παρόμοια με τον εν λόγω πόλεμο.

Αυτές οι ζυμώσεις, ωστόσο, θεωρήθηκε ότι συντελούνταν σε ένα χωρόχρονο διαφορετικό από εκείνον που επέβαλλε η κλασική αρχαιότητα, από τον χρόνο των Ελλήνων (αρχαίων ή νέων) αφ' ενός, και των εξ Ανατολών βαρβάρων (Περσών ή Τούρκων) αφ' ετέρου. Επί παραδείγματι, οι ελληνικές μεσαίες τάξεις εξασφάλισαν την υποστήριξη των ευρωπαϊκών ανώτερων και μεσαίων τάξεων διαχωρίζοντας την Επανάσταση του 1821 από σύγχρονα κοινωνικά κινήματα όπως εκείνο των Καρμπονάρων ─ της μυστικής εταιρείας η οποία έτρεφε βλέψεις ριζοσπαστικών πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών και έδρασε κυρίως στην Ιταλία κατά τα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα.


IMAGE DESCRIPTIONΚατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 υπήρξε εκτενής προβληματισμός σχετικά με το αν έπρεπε να χρησιμοποιηθεί ως έμβλημα του νέου κράτους ο αναγεννώμενος φοίνικας ή το άγαλμα της θεάς Αθηνάς. Το δεύτερο σύμβολο υπερίσχυσε, όχι μόνο επειδή είχε χρησιμοποιηθεί από τη Γαλλική Επανάσταση, αλλά και επειδή ο φοίνικας ήταν το σύμβολο της Φιλικής Εταιρείας, η οποία συνδεόταν με τον καρμποναρισμό. Είναι ενδιαφέρον ότι η εικονογραφία της θεάς Αθηνάς συμπληρωνόταν συχνά από έναν χριστιανικό σταυρό, ένα μοτίβο το οποίο επανεμφανίστηκε το 1995, στο έμβλημα του Δήμου Αθηναίων.

Αν το νέο κράτος είχε επιλέξει ως έμβλημά του τον φοίνικα, πιθανώς θα είχε δυσκολευτεί να εξασφαλίσει την έγκριση των Μεγάλων Δυνάμεων. Ακόμα και η σύνδεση με τη Γαλλική Επανάσταση, την οποία υποδήλωνε το άγαλμα της Αθηνάς, έμελλε να χάσει κάθε βαθύτερο συμβολισμό τα επόμενα χρόνια, όταν επιβλήθηκε στην Ελλάδα η μοναρχία. Θεμελιούμενος στην αρχαία αρετή, ο ελληνικός πόλεμος έδειξε ότι δεν είχε ριζοσπαστικές κοινωνικές υποδηλώσεις οι οποίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν απειλή για τη καθεστηκυία κοινωνική τάξη πραγμάτων.

Τα υλικά ίχνη του παρελθόντος, λόγω της διάρκειας και της βιογραφίας τους ως πραγμάτων τα οποία δημιουργήθηκαν στο παρελθόν αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν και να είναι ζωντανά στο παρόν, υποστασιοποιούν πολλαπλούς χρόνους ταυτόχρονα. Όμως αυτοί οι υποστασιοποιημένοι χρόνοι δεν παύουν να συναρτώνται προς τον εκάστοτε εξουσιαστικό λόγο και τις εξουσιαστικές πρακτικές. Οι πολλαπλές, ζώσες και δυναμικές χρονικότητες που ενεργοποιούν τα υλικά λείψανα της αρχαιότητας μπορεί, σε ορισμένα πλαίσια λόγου και υπό ορισμένες πολιτικές συνθήκες, να «μνημειοποιηθούν». Ο δυναμικός χαρακτήρας τους και η πολλαπλότητά τους μπορεί να αντικατασταθούν από μια στατική αντίληψη που επιθυμεί την επιστροφή σε μια εξιδανικευμένη, μουμιοποιημένη στιγμή, η οποία επενδύεται με την ύψιστη ηθική αυθεντία και ισχύ.

Η αρχαιότητα και οι υλικές εκφάνσεις της, ως συμβολικοί πόροι τεράστιας σημασίας (συμβολικό κεφάλαιο ή πόροι ισχύος), συχνά αποδεικνύονται στρατηγικά ανεκτίμητες, όπως σε αυτή την περίπτωση, ωστόσο η χρησιμοποίησή τους μέσα σε έναν λόγο στατικού και μνημειοποιημένου χρόνου παράγει μια ιδιότυπη χρονικότητα, κατασκευάζει έναν αλλοχρονικό χώρο. Η αναστολή της δυναμικής, πολλαπλής ιστορικότητας, τον συγκυριακού χαρακτήρα των φαινομένων και της κοινωνικής διαδικασίας έχει σαφείς εξουσιαστικές και πολιτικές υποδηλώσεις.

Το νεοελληνικό εθνικό κράτος επινόησε εαυτό και αναγνωρίστηκε ως τέτοιο από τους Δυτικοευρωπαίους, αλλά, μέσω της μνημειοποίησής του στον χρόνο και στον χώρο, οποιεσδήποτε ριζοσπαστικές κοινωνικές υποδηλώσεις εξουδετερώθηκαν.

Οι συζητήσεις σχετικά με τη μεταφορά της πρωτεύουσας από το Ναύπλιο στην Αθήνα το 1833 καταδεικνύουν κάποια από τα διλήμματα και τις εντάσεις που αντιμετώπισε η ανάπτυξη, η διαχείριση και η διαπραγμάτευση του συμβολικού κεφαλαίου της κλασικής αρχαιότητας. Ο πατέρας του Όθωνα, ο Λουδοβίκος της Βαυαρίας, ήταν ένθερμος υποστηρικτής της ιδέας να επιλεγεί η Αθήνα (ανάμεσα σε πολλές εναλλακτικές προτάσεις) ως πρωτεύουσα του νέου κράτους, ενώ ο ίδιος ο Όθων, όπως το έθεσε ένας συγγραφέας, «το δίχως άλλο φαντάστηκε πως θα γινόταν ένας σπουδαίος στρατηγός στη χώρα του Μιλτιάδη, ένας τρανός ναυτικός στην πατρίδα του Θεμιστοκλή, και ένας δεινός πολιτικός στην πόλη του Περικλή».

Η Αθήνα, φυσικά, επιλέχθηκε λόγω του κλασικού παρελθόντος της, αφού πρόσφερε ελάχιστα άλλα πλεονεκτήματα σε σύγκριση με πολλές άλλες πόλεις του βασιλείου, ενώ συγχρόνως είχε το σημαντικό μειονέκτημα ότι δεν ήταν λιμάνι, κάτι το οποίο σε ένα κράτος όπου η εμπορική και ναυτιλιακή ισχύς είχαν ζωτική σημασία, αποτελούσε σημαντικό αρνητικό στοιχείο. Οι υποστηρικτές της επιλογής της Αθήνας τόνιζαν κατ' επανάληψη ότι:

μια πανάρχαια πόλη όπως η Αθήνα, η οποία στους κόλπους της έθρεψε χιλιάδες ανθρώπους, και μάλιστα πολύ αποτελεσματικά, προσφέρει, φυσικά, πολλά πλεονεκτήματα, αναγκαία για τη ζωή [...]. Τα αρχαία μνημεία τέχνης της πόλης διατηρούνται στην πλειονότητά τους και μάλιστα σε πολύ καλή κατάσταση. Τα δεδομένα αυτά δεν υπάρχουν ή δεν μπορούν να υπάρχουν σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου. Οι απομιμήσεις δε τέτοιων μνημείων ανταποκρίνονται στην επιθυμία πολλών που θα ήθελαν να τα απολαύσουν, όπως και εθνικών ηγετών στην πρόθεσή τους να κοσμήσουν και να εξωραΐσουν τις πρωτεύουσές τους.

IMAGE DESCRIPTION
Μεταξύ των κυριοτέρων πολέμιων της ιδέας ήταν ο Ιωάννης Κωλέττης, που ίσως να μην είναι τυχαίο ότι εκείνο το διάστημα (1833) κατείχε τη θέση του υπουργού επί των Ναυτικών.

Ο Κωλέττης επέμενε ότι όποια πόλη και αν επιλεγόταν ως πρωτεύουσα του νέου κράτους, θα ήταν προσωρινή, αφού η μόνιμη πρωτεύουσα της Ελλάδας θα ήταν η Κωνσταντινούπολη.

Επιπλέον θεωρούσε την Αθήνα εντελώς ακατάλληλη για πρωτεύουσα, ακριβώς λόγω των μνημείων της:

Η Αθήνα είναι η πόλη που θαυμάζουν όλοι και η πόλη που ενθουσιάζει ολόκληρο τον κόσμο, όχι τόσο για την σημερινή της όψη, όσο για την παλιά της αίγλη, κυρίως δε για τα αριστουργήματα που είναι θαμμένα στη γη της.

Δεν αρκεί που ο βαρβαρισμός επί αιώνες σκέπαζε τα υπολείμματα αυτά του παλιού της μεγαλείου με άκομψα κτίσματα, αποσκοπώντας το λιγότερο με τον τρόπο αυτό να εξασθενήσει τις μνήμες των επερχόμενων γενεών, πρέπει εμείς οι ίδιοι τώρα να τα θάψουμε για δεύτερη φορά για να χαθεί για μας, για τους δικούς μας και για τους ξένους, η ελπίδα ανάδειξής τους σε πρότυπο των μελλοντικών γενεών ενισχύοντας τη δόξα του εθνικού πνεύματος;

Αντί να υποστηρίξουμε την επιλογή της Αθήνας ως πρωτεύουσας, δεν θα ήταν πιο πατριωτικό, πιο πολιτικό και πιο αντάξιο του χαρακτήρα μας αν αποφασίζαμε την υπογραφή ενός διατάγματος, ώστε να εμποδιστεί άμεσα η δόμηση σε πόλεις και σε τόπους που η ιστορία μαρτυρεί την ταφή των αρχαίων μας μνημείων, καθώς και ενός άλλου διατάγματος σχετικού με την αναγκαιότητα ανασκαφών στους τόπους αυτούς, προκειμένου να αποκαλυφθούν τα αρχαία έργα τέχνης; Τα τελευταία αυτά, εκτεθειμένα σε ένα μουσείο κατασκευασμένο για τον σκοπό αυτό θα το καθιστούσαν σπουδαίο αντικείμενο θαυμασμού, αλλά και τόπο που η θρησκευτική ευλάβεια θα προσέλκυε τον πολιτισμένο κόσμο.

Στο πλαίσιο της ενασχόλησής μας, Κύριοι, με το ζήτημα της πρωτεύουσας του Βασιλείου, δεν πρέπει να βλέπομε την Ελλάδα όπως ήταν στην αρχαιότητα, ούτε πρέπει να επηρεαζόμαστε από αγορεύσεις. Αντίθετα την Ελλάδα πρέπει να τη δούμε στην σημερινή της κατάσταση και όπως θα έπρεπε να είναι.


Η εφημερίδα Αθηνά έγραψε για το ίδιο θέμα:

Όσοι περιφρονούν τας προσδοκίας του έθνους, ολιγωρούντες τας ευχάς του, ζητούν να μας δώσουν αντί καθέδρας πλουσίας, λαμπράς και εμπορικής την ευτελή και άγονον Αττικήν, την οποίαν όλος ο Ελληνικός κόσμος, διδαγμένος από πολυχρόνιον επανάστασιν και όχι από αρχαιολογικά φαντάσματα, αποκρούει ομοθυμαδόν.


Εν προκειμένω διακρίνουμε κάποιες σημαντικές εντάσεις:

Κατά πρώτον, τη σύγκρουση ανάμεσα στο τεράστιο συμβολικό κεφάλαιο της κλασικής αρχαιότητας αφ' ενός, και στα οικονομικά μελήματα του μικρού βασιλείου αφ' ετέρου.

Κατά δεύτερον, το γεγονός ότι τα φαντασιακά όρια του έθνους ήταν πολύ πιο ευρέα από τα εδαφικά σύνορα του νέου κράτους (οι περισσότεροι άνθρωποι που αυτοαποκαλούνταν Έλληνες ζούσαν οπωσδήποτε εκτός Ελλάδος), εξ ου και το όνειρο να ενοποιηθούν όλα τα θεωρούμενα ως ελληνικά εδάφη σε ένα κράτος, ένα όνειρο που θα γινόταν γνωστό στο δεύτερο ήμισυ του αιώνα ως Μεγάλη Ιδέα (ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1844 από τον Κωλέττη, όθεν και ο ισχυρισμός του ότι η μόνιμη πρωτεύουσα τον βασιλείου θα ήταν η Κωνσταντινούπολη).


Η αντιπαλότητα μεταξύ αυτοχθόνων και ετεροχθόνων Ελλήνων ήταν έκδηλη επί μεγάλο μέρος του 19ου αιώνα στην Ελλάδα. Οι Έλληνες της διασποράς ήταν εκείνοι που διαδραμάτισαν καίριο ρόλο στη σφυρηλάτηση του εθνικού ονείρου. Ωστόσο, οι ιδέες και τα σχέδιά τους έρχονταν συχνά σε σύγκρουση όχι μόνο με εκείνα των αυτοχθόνων ηγετών και λογίων, αλλά και με τα μελήματα του ντόπιου πληθυσμού.

Ένα ενδιαφέρον παράδειγμα που δείχνει καθαρά αυτό τον ανταγωνισμό είναι μια πρώιμη και ανεπιτυχής προσπάθεια σύστασης μιας αρχαιολογικής εταιρείας, ενός προδρόμου της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας η οποία ιδρύθηκε το 1837. Το 1832, σύμφωνα με τον Γεώργιο Ψύλλα (υψηλόβαθμο στέλεχος της κυβέρνησης), ο βαυαρός κλασικιστής Friedrich Thiersch ανέλαβε την πρωτοβουλία, μαζί με τους αρχιτέκτονες Schaubert και Κλεάνθη και τον αρχαιολόγο Κυριάκο Πιττάκη, να ιδρύσει στην Αθήνα μια αρχαιολογική εταιρεία, απαρτιζόμενη κυρίως από ετερόχθονες Έλληνες και από αλλοδαπούς κατοίκους της Αθήνας που ενδιαφέρονταν για τις αρχαιότητες. Ο ντόπιος πληθυσμός, ωστόσο, αντετέθη έντονα στην ιδέα, και η απόπειρα εγκαταλείφθηκε ύστερα από την πρώτη συνεδρίαση, η οποία έληξε με επεισόδια φραστικής και σωματικής βίας. Όπως το έθεσε ο αρχηγός των αντιτεθέντων, «δεν δεχόμεθα τοιαύτην εταιρείαν ξένων, οι οποίοι θέλουν καταστρέφει τας οικίας και ιδιοκτησίας μας προς ανακάλυψιν αρχαιοτήτων».
Οι πολιτικές υποδηλώσεις της έννοιας της Μεγάλης Ιδέας θα γίνουν πολύ πιο εμφανείς κατά τις επόμενες δεκαετίες, μετά την τροποποίηση της εθνικής αφήγησης και την αποκατάσταση του εθνικού ρόλου του Βυζαντίου που επιχείρησε ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος.

Στο πλαίσιο του μεγαλοϊδεατισμού που επικράτησε κατά τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, η Κωνσταντινούπολη θα γινόταν για πολλούς το αντικείμενο του εθνικού πόθου και η Αγία Σοφία θα καταλάμβανε εξίσου (ή και ακόμα περισσότερο) ιερή θέση με τον Παρθενώνα.

Το όνειρο έμελλε να θαφτεί στις στάχτες της Σμύρνης το 1922, ύστερα από τον καταστρεπτικό μικρασιατικό πόλεμο.

Και κατά τρίτον, την απόσταση ανάμεσα στα όνειρα των ξένων ηγετών και λογίων, που δική τους επίνοια ήταν η νεοπαγής, ετεροτοπική, σύγχρονη κλασική γη, και στα μελήματα πολλών από τους ντόπιους ηγέτες και λογίους, που έπρεπε να ζήσουν με αυτήν. Το απόσπασμα από την εφημερίδα Αθηνά εκφράζει με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο αυτή την ένταση. Tο όνομα της εφημερίδας ─που αποτίνει φόρο τιμής στη θεά Αθηνά─ μαρτυρεί την υιοθέτηση από τους Νεοέλληνες του αρχαιοελληνικού ονείρου, αλλά το περιεχόμενο του άρθρου εκφράζει την απογοήτευση από την πραγματικότητα αυτού του ονείρου.

Τελικά, ως πρωτεύουσα επιλέχθηκε η Αθήνα, ένας μνημειακός τόπος, προορισμένος να θυμίζει το κλασικό πνεύμα, μακριά από τις πραγματικές ανάγκες και την πρακτική σκοπιμότητα ενός λιμανιού, και των συναφών εμπορικών και οικονομικών.

Το συμβολικό κεφάλαιο της αρχαιότητας χρησιμοποιήθηκε επίσης ως μηχανισμός νομιμοποίησης του Όθωνα, του βαυαρού μονάρχη τον οποίο είχαν διαλέξει οι ευρωπαϊκές δυνάμεις για την Ελλάδα. Ο αρχιτέκτονας της βαυαρικής Αυλής Leo νοn Klenze, που διαδραμάτισε κομβικό ρόλο στην κατασκευή της ελληνικής εθνικής ετεροτοπίας, κατά την ομιλία του στην Ακρόπολη παρουσίασε τον Όθωνα ως άξιο διάδοχο του κλασικού μεγαλείου, μπροστά στους μάλλον επιφυλακτικούς Αθηναίους. Όμως ήδη πριν από εκείνη την τελετή, η άφιξη του Οθωνα στο Ναύπλιο, την πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας, πανηγυρίστηκε με το στήσιμο μιας θριαμβικής αψίδας, κοσμημένης με στίχους του Ομήρου και άλλων αρχαίων συγγραφέων που μιλούσαν για κραταιούς και δίκαιους ηγέτες.

IMAGE DESCRIPTIONΤα σχέδια που υπέβαλε ο Karl Friedrich Schinkel το 1834 (τη χρονιά που η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα) για τη δημιουργία ενός ανακτόρου-οχυρού πάνω στην Ακρόπολη, από το οποίο, μάλιστα, δεν θα έλειπε και ένα υπερμέγεθες άγαλμα της θεάς Αθηνάς Προμάχου, μπορεί να θεωρηθούν ως άλλη μία νομιμοποιητική στρατηγική. Η κατασκευή ενός βασιλικού ανακτόρου πάνω στον επιβλητικό και περίοπτο βράχο της Ακρόπολης, με τις προφανείς υποδηλώσεις του, θα παρείχε μια άμεση σύνδεση της μοναρχίας με την κλασική κληρονομιά.

Ενώ οι έμποροι, οι διανοούμενοι και οι επιστήμονες που συνετέλεσαν στην παραγωγή της ελληνικής εθνικής αφήγησης είδαν ως κατευθυντήριο δύναμή τους το κλασικό παρελθόν και από κάποιες απόψεις προσδιόρισαν το όνειρό τους κατ' αντιδιαστολή προς πιο πρόσφατες όψεις του παρελθόντος, όπως το Βυζάντιο, με τις υποδηλώσεις της θεοκρατίας και της απολυταρχικής εξουσίας, ο Όθων και ο κύκλος του είχαν διαφορετική άποψη. Παρότι το κλασικό παρελθόν μπορούσε να αποτελέσει ένα σημαντικό έρεισμα νομιμοποίησης για τον πρώτο μονάρχη της Ελλάδας, το Βυζάντιο του προσέφερε εξίσου καίρια συμβολικά όπλα.

Υπάρχουν τωόντι κάποιες ιστορικές ενδείξεις ότι, παρά το επικρατούν κλίμα του κλασικισμού, ο Όθων και ο κύκλος του υποστήριξαν το βυζαντινό υλικό παρελθόν. Στα σχετικά παραδείγματα συμπεριλαμβάνονται το διάταγμα που εξέδωσε η Αντιβασιλεία το 1834, το οποίο προέβλεπε την προστασία των εκκλησιών (καθώς και άλλων νεότερων κτισμάτων), το βασιλικό διάταγμα του 1837 που επιχείρησε να σταματήσει την καταστροφή βυζαντινών αρχαιοτήτων, και οι διαμαρτυρίες αρκετών βαυαρών αξιωματούχων του κύκλου του Όθωνα οσάκις τέτοιες αρχαιότητες καταστρέφονταν.

Είναι επίσης ενδιαφέρον ότι ο κλασικιστής και μη ορθόδοξος Λουδοβίκος της Βαυαρίας (ο πατέρας του Οθωνα) ήταν εκείνος που παρενέβη για να σωθεί η μεταβυζαντινή εκκλησία της Παναγίας Καπνικαρέας στην Αθήνα, την οποία σκόπευε να γκρεμίσει ο Leo νοn Klenze, επειδή, στο πολεοδομικό του σχέδιο, έπεφτε στο μέσον της οδού Ερμού.

Η μοναρχία έβλεπε σαφώς στο Βυζάντιο ένα απολυταρχικό σύστημα πολιτικής διακυβέρνησης, το οποίο πλησίαζε πολύ περισσότερο στην οθωνική βασιλεία από ό,τι το σύστημα της πόλης-κράτους της κλασικής εποχής. Για έναν μη ορθόδοξο βασιλιά ο οποίος κυβερνούσε ανθρώπους το πρωταρχικό σημείο αναφοράς των οποίων ήταν η χριστιανική ορθόδοξη πίστη, το Βυζάντιο, με αυτή την υποδήλωση της μοναρχικής θεοκρατίας και της ορθοδοξίας, πρόσφερε ένα ακόμα σημαντικό πλεονέκτημα.

Αυτή η οθωνική αμφιθυμία σηματοδοτεί συγχρόνως την απαρχή μιας περαιτέρω εξέλιξης, η οποία θα γίνει πιο αισθητή από τα μέσα του αιώνα και μετά: του σταδιακού μετασχηματισμού του ελληνικού εθνικισμού σε ένα εγχώριας κατασκευής αμάλγαμα ελληνοχριστιανικού εθνικισμού.

Όμως η αρχαιότητα δεν αποτελούσε διαφιλονικούμενο πεδίο μόνο εντός των συνόρων του κράτους. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των ευρωπαϊκών δυνάμεων για την εξασφάλιση δικαιωμάτων ανασκαφής σε σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους ήταν ένα φαινόμενο το οποίο εκδηλώθηκε πολύ νωρίς, συνεχίστηκε καθ' όλο τον 19ο και 20ό αιώνα, και εξακολούθεί, σε κάποιο βαθμό, μέχρι σήμερα. Παρότι το συγκεκριμένο ζήτημα δεν έχει ακόμα μελετηθεί διεξοδικά, θα δώσω εδώ μερικά μόνο παραδείγματα, βασιζόμενος σε κάποιες σημαντικές πρόσφατες μελέτες.

Το πρώτο αφορά στον ανταγωνισμό για τα δικαιώματα πραγματοποίησης ανασκαφών στους Δελφούς, μεταξύ της Γαλλίας, άλλων χωρών, όπως οι ΗΠΑ, και της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, στα τέλη του 19ου αιώνα. Τελικά η Γαλλία υπερίσχυσε (στην προσπάθεια να προωθήσει το αίτημά της επικαλέστηκε το προηγούμενο της Γερμανίας, η οποία είχε κατορθώσει να εξασφαλίσει το δικαίωμα να πραγματοποιήσει ανασκαφές στην Ολυμπία), αλλά η ελληνική κυβέρνηση συνέδεσε το ζήτημα της χορήγησης της σχετικής άδειας με πιο υλιστικές αξιώσεις και μελήματα· με το αίτημα της συνομολόγησης μιας εμπορικής συνθήκης η οποία θα εξασφάλιζε χαμηλούς εισαγωγικούς δασμούς για το κυριότερο ελληνικό προϊόν που εξαγόταν στη Γαλλία εκείνη την εποχή, την κορινθιακή σουλτανίνα, αλλά και με την παροχή εγγυήσεων για μια ευνοϊκή προς την Ελλάδα γαλλική στάση στο διεθνές γεωπολιτικό παιχνίδι ισχύος.

Το δεύτερο παράδειγμα αναφέρεται στην ανασκαφή του ναού της Αρτέμιδος στην Κέρκυρα, το 1911. Η ανασκαφή, που πραγματοποιούνταν από την ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία, προσείλκυσε το ενδιαφέρον του γερμανού κάιζερ Γουλιέλμου B΄, ο οποίος ζήτησε το δικαίωμα να πραγματοποιήσει ανασκαφές εκεί υπό τη διεύθυνση του γερμανού αρχαιολόγου Wilhelm Dörpfeld. Έπειτα από προσωπική παρέμβαση του βασιλιά της Ελλάδας, και προς απογοήτεύση των ελλήνων ανασκαφέων, η άδεια χορηγήθηκε. Δύο μέρες αργότερα, η ελληνική κυβέρνηση ζήτησε με επίσημο διάβημά της από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, να παρέμβουν για να πείσουν την Τουρκία να σταματήσει τον οικονομικό αποκλεισμό κατά των Ελλήνων που ζούσαν στα όρια της επικράτειάς της. Το γερμανικό κράτος, το οποίο μέχρι τότε είχε τηρήσει ουδέτερη στάση σε ό,τι αφορούσε τις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας, διαμαρτυρήθηκε έντονα, υποστηρίζοντας τα ελληνικά αιτήματα.


Ο ανταγωνισμός μεταξύ διαφορετικών εθνικών κρατών για το δικαίωμα να ανασκάψουν καίριους τόπους δεν περιοριζόταν στην καθαυτό κλασική αρχαιότητα. Επί παραδείγματι, οι Μυκήνες και η Κνωσός,
σημαντικές αρχαιολογικές τοποθεσίες της Εποχής του Χαλκού, αποτέλεσαν αντικείμενο σφοδρού ανταγωνισμού περί τα τέλη του 19ου αιώνα.

Μια άλλη ενδιαφέρουσα περίπτωση αποτελούν οι διαπραγματεύσεις που έλαβαν χώρα κατά τη δεκαετία του 1920, για την ανασκαφή της Αρχαίας Αγοράς της Αθήνας από την Αμερικανική Σχολή. Η σχολή, στην προσπάθειά της να εξασφαλίσει τη σχετική άδεια, και μάλιστα με πολύ ευνοϊκούς όρους (παρά τις έντονες αντιδράσεις, μεταξύ άλλων, και των 5.000 κατοίκων της περιοχής των οποίων οι κατοικίες θα γκρεμίζονταν προκειμένου να ανοίξει ο χώρος για την ανασκαφή), χρησιμοποίησε όχι μόνο τους στενούς δεσμούς των αξιωματούχων της με τον τότε έλληνα πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο αλλά και το «μαστίγιο και το καρότο» των αμερικανικών δανείων προς την Ελλάδα. Καθώς η χώρα προσπαθούσε να συνέλθει από τις καταστροφικές συνέπειες της μικρασιατικής εκστρατείας και αγωνιζόταν να αποκαταστήσει τους πρόσφυγες που είχαν συρρεύσει εντός των συνόρων της μετά την ήττα του 1922, η εξωτερική οικονομική βοήθεια αποτελούσε ζήτημα επιβίωσης.

Σε επιστολή του Edward Capps, του προέδρου της Διαχειριστικής Επιτροπής της Αμερικανικής Σχολής, προς τον Rhys Carpenter, τον διευθυντή της σχολής, με ημερομηνία 26 Ιανουαρίου 1928, ο Capps αναφέρεται σε συνάντηση που είχε στην Ουάσινγκτον με τον Έλληνα πρέσβη Χαράλαμπο Σιμόπουλο και τον αμερικανό υφυπουργό Εξωτερικών Robert Ε. Olds. Κατά τη συνάντηση αυτή, ο πρέσβης επισήμανε, σύμφωνα με τον Capps, ότι: «...θα είχε σημαντικό αντίκτυπο στην υποστήριξη της οποίας απολαύει σήμερα η Ελλάδα από την Αμερική, εάν, ενώ η Ελλάδα έχει αντιμετωπιστεί τόσο γενναιόδωρα από την Επιτροπή Διακανονισμού Δανείων και ενώ επίκειται η έκδοση νέων δανείων προς την Ελλάδα, η έγκρισή τους δεν προχωρήσει λόγω της ελληνικής επιμονής σε όρους οι οποίοι θα εθεωρούντο από, κάθε αμερόληπτο τρίτο απαράδεκτοι, και ασφαλώς από όλους ασυμβίβαστοι με την προσφορά του Δωρητή». Στο τέλος, η ελληνική κυβέρνηση, παρά τις εκτεταμένες αντιδράσεις του Τύπου, ικανοποίησε όλα τα αιτήματα της σχολής και του κύριου χρηματοδότη της ανασκαφής, του John D. Rockefeller, ψηφίζοντας ένα νόμο ο οποίος ήταν εξαιρετικά δυσμενής για τους κατοίκους της περιοχής και είχε ως αποτέλεσμα να καταστραφούν 366 κατοικίες.

Οι υλικές εκφάνσεις της κλασικής αρχαιότητας προσέλαβαν τεράστια αξία τον 19ο αιώνα. Όμως η εμπλοκή τους σε συμβολικές μάχες, σε διαφιλονικούμενες αναγνώσεις και εκτιμήσεις, και σε ανταγωνιστικές διεκδικήσεις αύξησε αυτή την αξία στις κονίστρες τόσο της εγχώριας, όσο και της διεθνούς συμβολικής ανταλλαγής. Όσο υψηλότερο ήταν το διακύβευμα σε αυτές τις συναλλαγές, τόσο πιο έντονη ήταν η προσπάθεια παραγνώρισης και συγκάλυψης του αληθινού χαρακτήρα τους. Στην περίπτωση, λόγου χάριν, της ανασκαφής στην Αρχαία Αγορά, η αποδοχή όλων των όρων που είχε θέσει η Αμερικανική Σχολή και η καταστροφή μιας ολόκληρης γειτονιάς δικαιολογήθηκε από την κυβέρνηση με επιχείρημα τη σπουδαιότητα του αρχαιολογικού χώρου για το έθνος και την ικανότητα των Αμερικανών να φέρουν εις πέρας το εγχείρημα, όχι με βάση διπλωματικές και οικονομικές σκοπιμότητες.

Ενώ οι αρχαιότητες διαδραμάτισαν κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση της διαδικασίας του ονειρεύεσθαι / φαντάζεσαι και επινοείν το έθνος, αποτέλεσαν συγχρόνως κονίστρα διαπραγμάτευσης εξουσιαστικών συσχετισμών και βρέθηκαν στο επίκεντρο αντικρουόμενων διεκδικήσεων, και κοινωνικών και πολιτικών ατζεντών. Αποτέλεσαν, ευθύς εξαρχής, έναν νομιμοποιητικό μηχανισμό για τη μεσαία τάξη και ένα πολύ ισχυρό συμβολικό μέσο επιβολής της.

Από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσης του νέου κράτους, πολιτικοί, γραφειοκράτες και διανοούμενοι ελάμβαναν συνειδητές, και συχνά επίμαχες, αποφάσεις επιλέγοντας από το συμβολικό ρεπερτόριο της αρχαιότητας εκείνες τις πτυχές οι οποίες μπορούσαν να εξυπηρετήσουν καλύτερα το πολιτικό και ιδεολογικό πρόγραμμά τους. Από την αρχή κιόλας του ελληνικού εθνικού εγχειρήματος, η αρχαιότητα επενδύθηκε με ποικίλες, και συχνά αντικρουόμενες, εκδοχές κοινωνικού νοήματος, υπενθυμίζοντάς μας ότι ο εθνικός λόγος σπάνια είναι ενιαίος και αδιαφιλονίκητος. Μια τέτοια σημαντική μετάπλαση και τροποποίηση τον εθνικού εγχειρήματος θα εξετάσουμε στη συνέχεια.


Μια ενόπια σύνθεση:
Από τον δυτικό στον εγχώριο ελληνισμό


Συνεκροτήθη μάχη εις την Χερώνειαν, εις ην ο Φίλιππος ενίκησεν επ΄ ολέθρω της Ελληνικής ελευθερίας. Ο Φίλιππος έπραξεν άλλο της νίκης εκείνης ολεθριώτερον, εγέννησε τον Αλέξανδρον!

[...] Η Βυζαντινή ιστορία είναι αλληλένδετος σχεδόν, και μακροτάτη σειρά πράξεων μωρών, και αισχρών βιαιοτήτων τού εις το Βυζάντιον μετεμφυτευθέντος Ρωμαϊκού Κράτους. Είναι στηλογραφία επονείδιστος της εσχάτης αθλιότητος και εξουθενώσεως των Ελλήνων.


Τάδε έφη Ιάκωβος Ρίζος-Νερουλός, διανοούμενος, πολιτικός και εν συνεχεία πρόεδρος της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, σε μια συνεδρίαση της εταιρείας πάνω στην Ακρόπολη, στις 25 Μαϊου 1841. Σκοπός της ομιλίας του ήταν να σκιαγραφήσει την ιστορία του ελληνικού έθνους, από τη γέννησή του κατά τους κλασικούς χρόνους μέχρι την παλιγγενεσία του το 1821.

Η καταδίκη του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου πιθανότατα ξενίζουν τον σύγχρονο αναγνώστη, ο οποίος γνωρίζει πόσο εκθειάστηκαν αυτές οι δύο ιστορικές μορφές στις αρχές με μέσα της δεκαετίας του 1990, περίοδο της διένεξης της Ελλάδας με την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας.

Σε ανάλογο τόνο, ο Νικόλαος Σαρίπολος, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, επισήμανε στην εναρκτήρια διάλεξή του, στις 21 Οκτωβρίου 1848: «και εις τας πεδιάδας της Χαιρωνείας εξεψύχησεν η ελευθερία της Ελλάδος».

Όμως εξίσου παράδοξη πρέπει να ηχεί και η ολοσχερής απόρριψη της βυζαντινής κληρονομιάς, δεδομένου τον σημαντικού ρόλου που διαδραματίζει σήμερα στην ελληνική εθνική συνείδηση. Aυτό το τελευταίο παράδοξο είναι ίσως το πιο ευεξήγητο. Από τα τέλη του 18ου αιώνα και εφεξής, και υπό την προϊούσα επίδραση του δυτικού Διαφωτισμού, η αρνητική άποψη διανοητών όπως ο Montesquieu, ο Βολταίρος και, φυσικά, ο Gibbon για το Βυζάντιο ενσωματώθηκε στην αναδυόμενη εθνική αφήγηση. Η σύγκρουση ανάμεσα στους θιασώτες των δυτικών εθνικών ιδεωδών και στην Εκκλησία (η ηγεσία της οποίας ήδρευε στην Κωνσταντινούπολη και είχε προφανείς δεσμούς με το Βυζάντιο και τη χριστιανική κληρονομιά του) συνετέλεσε περαιτέρω στην απόρριψη της βυζαντινής κληρονομιάς υπέρ του κλασικού παρελθόντος. Επιπλέον, η δημοκρατία των πόλεων-κρατών της κλασικής εποχής πρόσφερε στο αναδυόμενο εθνικό κράτος ένα μοντέλο πολιτικής οργάνωσης το οποίο κρίθηκε προτιμότερο από το αυτοκρατορικό, θεοκρατικό και απολυταρχικό βυζαντινό μοντέλο.

Η σχέση των νεότερων Ελλήνων με το Βυζάντιο διαμεσολαβούνταν ασφαλώς από την ελληνική ορθοδοξία και τις δομές της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η σχέση αυτή υπήρξε εξαιρετικά πολύπλοκη και ταραχώδης. Όταν, τον 18ο και στις αρχές του 19ου αιώνα, οι σημαντικότεροι διανοούμενοι και υποστηρικτές του ελληνικού εθνικισμού εξέπεμψαν το κάλεσμα για την ίδρυση ενός νέου είδους φαντασιακής κοινότητας των ελληνόφωνων χριστιανών, η οποία θα βασιζόταν πρωτίστως όχι στη θρησκευτική πίστη, όπως πριν, αλλά σε ένα αίσθημα κοινής εθνοτικής ταυτότητας και στην κοινή κλασική κληρονομιά, οι ηγέτες και οι διανοούμενοι της ορθοδοξίας διέβλεψαν τον κίνδυνο. Η εναντίωσή τους είχε να κάνει με το γεγονός ότι αυτοί οι δυτικοσπουδασμένοι λόγιοι εμπνέονταν από φαινόμενα όπως η Γαλλική Επανάσταση (με το πνεύμα εκκοσμίκευσης που τη διείπε και με όλες τις απειλητικές υποδηλώσεις της για το status quo), αλλά και η αρχαία Ελλάδα, δηλαδή το ειδωλολατρικό παρελθόν που η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε κατορθώσει να εξαλείψει και αντικαταστήσει με τον χριστιανισμό.

Το 1798, το Πατριαρχείο εξέδωσε τη Διδασκαλία Πατρική, ένα φυλλάδιο το οποίο δικαιολογούσε την οθωμανική κυριαρχία υποστηρίζοντας ότι ήταν έργο της Θείας Πρόνοιας με σκοπό να προστατευθεί η χριστιανική πίστη. Στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης του 1821, μόνο κάποιοι «φωτισμένοι» κληρικοί συντάχθηκαν με τη «νέα θρησκεία», ιδιαίτερα σε περιοχές όπως η Μακεδονία, όπου εμφιλοχωρούσαν αντίπαλοι εθνικισμοί, ενώ η ηγεσία της Εκκλησίας τάχθηκε εναντίον της και το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως είχε καταδικάσει την Επανάσταση του 1821.

Η επιτυχής έκβαση του πολέμου και η ίδρυση του νέου κράτους συνοδεύτηκε, το 1833, από τη μονομερή ανακήρυξη του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος, το οποίο σήμαινε την ανεξαρτητοποίησή της από το Πατριαρχείο, με άλλα λόγια, την υπαγωγή της στο εθνικό εγχείρημα. Αυτή η εξέλιξη, ωστόσο, δεν δήλωνε μια ρήξη με την ορθοδοξία, αλλά, όπως έχει επισημάνει ο Παρασκευάς Ματάλας, έναν προβληματισμό εντός του ευρύτερου κόσμου της ελληνικής ορθοδοξίας σχετικά με το μέλλον του. Συνδεόταν στενά με το δίλημμα αν το νέο κράτος έπρεπε να ακολουθήσει τις δυτικές ή τις ανατολικές δυνάμεις (ιδιαίτερα την ορθόδοξη Ρωσία, η οποία ασκούσε μεγάλη έλξη στους ελληνόφωνους ορθόδοξους χριστιανούς). Το αυτοκέφαλο της ελληνικής Εκκλησίας αποτελούσε, συνεπώς, μια τακτική κίνηση, η οποία δήλωνε την προσχώρηση στη Δύση.

Μάλιστα, οι μετέπειτα εξελίξεις έδειξαν ότι ο εθνικισμός δεν είχε συγκρουστεί με την ορθοδοξία ούτε την είχε αντικαταστήσει, αλλά ότι, αντίθετα, η θρησκεία κατέστη το όχημα έκφρασης και ανάπτυξης του εθνικισμού, στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες βαλκανικές χώρες. Εντέλει, το νέο κράτος έγινε βασίλειο (και μάλιστα λίαν απολυταρχικό), και όχι δημοκρατία, όπως είχαν ελπίσει οι θιασώτες τοy Διαφωτισμού. Η ορθόδοξη νοοτροπία, κραταιά τουλάχιστον στο επίπεδο του μέσου ανθρώπου, ενοφθαλμίστηκε στο εθνικό εγχείρημα ευθύς εξαρχής. Από τη δεκαετία του 1830 και μετά, η χώρα γνώρισε μια θρησκευτική αναβίωση, οι δεσμοί ανάμεσα στο Πατριαρχείο και την Εκκλησία της Ελλάδος αποκαταστάθηκαν, και οι ιδέες του ρομαντικού εθνικισμού επικράτησαν εις βάρος του πολιτικού εθνικισμού.

Ο Όθων εξέφρασε και προώθησε περαιτέρω αυτές τις ιδέες, και ήταν θετικά προδιατεθειμένος απέναντι στη βυζαντινή κληρονομιά. Το λανσάρισμα της Μεγάλης Ιδέας, το 1844, χρειαζόταν την αποκατάσταση του Βυζαντίου, το οποίο, σε τελική ανάλυση, αποτελούσε το πρότυπο για τη Μεγάλη Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών (με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη) που ονειρεύονταν οι κήρυκες του μεγαλοϊδεατισμού. Τα λόγια του Ρίζου-Νερουλού που παραθέσαμε προηγουμένως, τα οποία ειπώθηκαν το 1841, εξέφραζαν ως εκ τούτου απόψεις οι οποίες εν πολλοίς υποχωρούσαν. Στα μέσα του αιώνα, οι συνθήκες για την αποκατάσταση του Βυζαντίου στην εθνική αφήγηση είχαν ωριμάσει.

Εκτός από τους ανωτέρω παράγοντες, αυτή η αποκατάσταση του Βυζαντίου ήταν απαραίτητη και για έναν ακόμα σημαντικό λόγο: την ανάγκη να θεραπευτεί η χρονική ασυνέχεια στην εθνική αφήγηση, από την «υποδούλωση» και τον «θάνατο» του έθνους, το 338 π.Χ. στη μάχη της Χαιρώνειας, μέχρι την ανάστασή του, το 1821, Αυτό το χάσμα έμελλε να γεφυρωθεί στο δεύτερο μισό του αιώνα, στο έργο του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, του εθνικού ιστορικού par excellence.

IMAGE DESCRIPTIONΈνας καταλύτης γι΄ αυτή την εξέλιξη ήταν η άποψη που εξέφρασε ο αυστριακός μελετητής Jakob Philipp Fallmerayer, ο οποίος υποστήριξε (αρχικά το 1830) ότι, λόγω της σλαβικής παρουσίας στην Ελλάδα, δεν υφίστατο φυλετικός ούτε πολιτισμικός δεσμός ανάμεσα στους αρχαίους Έλληνες και στους σύγχρονους κατοίκους της χώρας.

Αυτό, όπως ήταν επόμενο, προκάλεσε σάλο. Οι προσπάθειες αντίκρουσης αυτού του ισχυρισμού ελαύνονταν εν μέρει από την επιθυμία να διευκρινισθεί η σχέση μεταξύ Ελλήνων και Σλάβων εντός του ευρύτερου ορθόδοξου κόσμου, απηχώντας γι΄ άλλη μια φορά τις συζητήσεις για τον ρόλο της Ρωσίας. Όμως μια, ίσως αθέλητη, συνέπεια αυτών των επιστημονικών προσπαθειών ήταν η ενσωμάτωση του Βυζαντίου στην εθνική αφήγηση.

Ενδεικτικά του πανικού που είχε προκαλέσει ο Fallmerayer (ο κύριος στόχος του οποίου δεν ήταν τόσο οι Νεοέλληνες, όσο ο γερμανικός κλασικισμός) ήταν όχι μόνο η απόπειρα του αρχαιολόγου Κυριάκου Πιττάκη να τον εξαπατήσει και να τον δυσφημίσει δείχνοντάς του πλαστά χειρόγραφα σε μια από τις επισκέψεις του στην Αθήνα, οι προσπάθειες πολλών ελλήνων λόγιων να ανασκευάσουν τις ιδέες του, η μετάφραση και δημοσίευση αρκετών αρνητικών κριτικών που γράφτηκαν για το έργο του από μη Έλληνες (αλλά όχι του πρωτοτύπου), αλλά και η συζήτηση στις εφημερίδες και τα περιοδικά, όταν οι γερμανοί αρχαιολόγοι που πραγματοποιούσαν ανασκαφές στην Ολυμπία υποστήριξαν ότι είχαν ανακαλύψει σλαβικά κτίσματα στην περιοχή.

Στους ισχυρισμούς αυτούς απάντησε ο ίδιος ο Παπαρρηγόπουλος, επαναλαμβάνοντας τη θέση που είχε υποστηρίξει το 1843, ότι είχε υπάρξει όντως σλαβική παρουσία στην Πελοπόννησο κατά τον Μεσαίωνα, αλλά ότι οι Έλληνες δεν χρειαζόταν να ανησυχούν, γιατί οι Σλάβοι είχαν απορροφηθεί και ηττηθεί πολιτισμικά από τον ελληνισμό (η συζήτηση διεξήχθη μέσα από τις σελίδες των εφημερίδων Παλιγγενεσία και Ώρα, στο διάστημα Απριλίου 1878 - Φεβρουαρίου 1879, αλλά αναδημοσιεύθηκε στο περιοδικό Αθήναιον, τόμ. 7, 1879).

Ιδού τι έγραψε, φέρ΄ ειπείν, ο Παπαρρηγόπούλος, απαντώντας στον ισχυρισμό του Στέφανου Κουμανούδη ότι οι υποθέσεις περί σλαβικής παρουσίας ήταν αστήρικτες: «Εν γένει δε το σπουδαίον δι΄ εμέ, ομολογώ, είναι όχι αν επήλθον εις τας ελληνικάς χώρας πολλοί ή ολίγοι Σλαύοι και τίνα εν αυταίς κατεσκεύασαν κτίσματα· το σπουδαίον είναι αν ο Ελληνισμός επί τέλους κατίσχυσεν αυτών τε και των άλλων ξένων. Το ζήτημα τούτο ελύθη ήδη ευτυχώς υπέρ ημών εν τη Πελοποννήσω και εν τη εκτός τον Ισθμού Ελλάδι και εν Θεσσαλία και εν Ηπείρω». Σημειωτέον ότι ούτε η Θεσσαλονίκη ούτε η Ήπειρος αποτελούσαν μέρος της ελληνικής επικράτειας εκείνη την εποχή.

Ο Παπαρρηγόπουλος, στην πρώτη επιστημονική διατριβή του, επιχείρησε να ανασκευάσει κάποια καίρια σημεία της επιχειρηματολογίας του Fallmerayer αναφορικά με τη σλαβική παρουσία στην Πελοπόννησο (1843). Όμως τη ρωμαλέα σύνθεση η οποία θα ενοποιούσε την εθνική αφήγηση θα την παρείχε στην Ιστορία του ελληνικού έθνους, το μνημειώδες έργο του το οποίο εκδόθηκε σε πέντε τόμους μεταξύ των ετών 1860 και 1874.

Η χρονολογική διαίρεση της ελληνικής ιστορίας που εισηγήθηκε έγινε γνωστή ως το τριμερές σχήμα αρχαία, μεσαιωνική και νέα»), αλλά, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Βυζάντιο αναγνωρίστηκε ως αναπόσπαστο μέρος του ελληνικού πολιτισμού.


IMAGE DESCRIPTIONΠαρότι ο Παπαρρηγόπουλος δεν ασπαζόταν τις ευρωπαϊκές ιδέες της εποχής του περί φυλής και βιολογικής εξέλιξης, καθιέρωσε ένα σχήμα πολιτισμικής ή πνευματικής εξέλιξης και συνέχειας. Η θέση του σηματοδότησε επίσης μια αλλαγή τακτικής στη μάχη εναντίον του Fallmerayer. Ήδη το 1846, στην πρώτη διάλεξη που έδωσε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, και ακόμα περισσότερο στην Ιστορία του, τόνισε όχι οποιαδήποτε έννοια γραμμικής, άμεσης ή φυλετικής συνέχειας, αλλά μια πολιτισμική και πνευματική συνέχεια, και, το σημαντικότερο, την ικανότητα του πνεύματος του ελληνισμού να απορροφά ασθενέστερες και υποδεέστερες κουλτούρες, όπως εκείνη των Σλάβων. Αυτή η εγελιανή ιδέα έμελλε να καταλάβει κεντρική θέση στη φιλοσοφία τη δική του, αλλά και άλλων εθνικών ιστορικών.

Η σύνθεση στην οποία θα βασιζόταν η ελληνική εθνική αφήγηση κατά τον επόμενο αιώνα —και στην οποία εξακολουθεί, σε μεγάλο βαθμό, να βασίζεται μέχρι σήμερα— εμπεριείχε ένα ισχυρό πολιτικό μήνυμα εθνικού πεπρωμένου και τελεολογίας, που ωστόσο μπορούσε να εκπληρωθεί μόνο στη βάση της εθνικής ενότητας. Η σύνθεση αυτή εκφράστηκε επίσης, το 1852, με την εισαγωγή τον όρου «ελληνοχριστιανικός» από τον Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο, λαογράφο, ιστορικό και έτερο πρωτεργάτη αυτού του εγχειρήματος γεφύρωσης. Ο όρος αυτός δήλωνε μια οντότητα η οποία είχε προέλθει από τη συγχώνευση του κλασικού ελληνισμού με τον ορθόδοξο χριστιανισμό. Μια οντότητα με εκπληκτική ικανότητα να απορροφά ξένες επιρροές και να εξελληνίζει τους αλλοεθνείς που έρχονταν σε επαφή μαζί της.

«Ο Χριστιανισμός γίνεται νέα πατρίς δια την Ελλάδα, η δε Ελλάς πρωτεύουσα Χριστιανισμού», παρατήρησε ο Ζαμπέλιος το 1852. Αυτό το τελεολογικό και κοσμολογικό όραμα ενυπήρχε στον θεολογικό συμβολισμό του τριμερούς σχήματος, το οποίο στη συλλογική φαντασία μπορούσε να αντιπροσωπεύει την Αγία Τριάδα.

Ο Παπαρρηγόπουλος αποκατέστησε επίσης στην εθνική αφήγηση τη Μακεδονία του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου επινοώντας τον όρο «μακεδονικός ελληνισμός», τον οποίο όρισε ως μια διαφορετική εκδοχή του κλασικού ελληνισμού. Στη μακρά πορεία του ελληνισμού, ο μακεδονικός ελληνισμός πήρε τη σκυτάλη από τον φθίνοντα αρχαίο ελληνισμό.

Ένας καίριος παράγοντας σε αυτή τη ρεβιζιονιστική ιστορική-εθνική διαδικασία υπήρξε η οικειοποίηση, επανεπεξεργασία και τροποποίηση της έννοιας του ελληνισμού που εισηγήθηκε ο Johann Gustav Droysen στο έργο του Geschichte des Hellenismus, το οποίο εκδόθηκε μεταξύ του 1836 και του 1843. Ο Droysen μιλούσε φυσικά για τη Μακεδονία και την αλεξανδρινή κληρονομιά. Όμως η επανεκτίμηση αυτής της κληρονομιάς στην οποία προέβη ο γερμανός ιστορικός ερμηνεύτηκε στην Ελλάδα μέσα από το πρίσμα των εδαφικών βλέψεών της στη σύγχρονη Μακεδονία, της προϊούσης αντίληψης ότι το ελληνικό έθνος δεν μπορούσε πλέον να περιορίζεται εντός των συνόρων του κράτους (εξ ου και η Μεγάλη Ιδέα) και ενός πολιτικού συστήματος το οποίο, αντί να μιμηθεί την αρχαία δημοκρατία και την αρχαιοελληνική πόλιν, όπως είχαν ονειρευτεί οι πρώτοι εθνικοί διανοούμενοι, ήταν μοναρχικό, συγκεντρωτικό και έτρεφε αυτοκρατορικές φιλοδοξίες, με άλλα λόγια, πλησίαζε περισσότερο στην αρχαία Μακεδονία παρά στην κλασική Αθήνα.

IMAGE DESCRIPTIONΟ Droysen πρόσφερε στους έλληνες εθνικούς ιστορικούς και πολιτικούς του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα, αλλά και στο ελληνικό έθνος ως σύνολο, όχι απλώς την αποκατάσταση της Μακεδονίας, αλλά και, κυρίως, το ονοματολογικό και φιλοσοφικό έρεισμα για πολλά άλλα ρεβιζιονιστικά εγχειρήματα της εποχής: την εξιδανίκευση του ιμπεριαλιστικού και επεκτατικού πολιτικού μοντέλου, την αποκατάσταση του Βυζαντίου και του Μεσαίωνα εν γένει και, όπως σημειώσαμε προηγουμένως, την υιοθέτηση της εγελιανής αντίληψης περί πνευματικής (μάλλον παρά φυλετικής) συνέχειας, η οποία δεν ήταν κατ΄ ανάγκην γραμμική, αλλά βασιζόταν στην ικανότητα του ελληνικού πνεύματος, στις ποικίλες μορφές του, να απορροφά υποδεέστερα στοιχεία.

Όμως αυτή η διαδικασία δεν συνεπαγόταν απλώς μια παθητική οικειοποίηση από μέρους των ελλήνων ιστορικών. Ο μοναδικός, και πολιτισμικά και χρονολογικά, εντοπισμένος ελληνισμός του Droysen έγινε ένα πλήθος ελληνισμών (αρχαίος, μακεδονικός, βυζαντινός / μεσαιωνικός, νέος, και ούτω καθεξής), αλλά με έναν ουσιώδη πνευματικό πυρήνα ο οποίος παρέμενε πάντα ο ίδιος.

Είναι ενδιαφέρον ότι η ελληνική μετάφραση του έργου του Droysen Geschichte des Hellenismus, που εκδόθηκε το 1897 υπό την επίδραση του Παπαρρηγόπουλου, τιτλοφορήθηκε Ιστορία του μακεδονικού ελληνισμού.

Ένα κεφαλαιώδες χαρακτηριστικό, ωστόσο, το οποίο φαίνεται ότι διατήρησε αυτή η νεοελληνική οικειοποίηση του ντροϋζιανού ελληνισμού ήταν η στενή σύνδεση του ελληνισμού με τον εξελληνισμό. Η υπόρρητη παραδοχή ότι ο ελληνισμός ανέκαθεν είχε, και θα εξακολουθούσε να έχει, μια εκπολιτιστική αποστολή, την οποία εκπλήρωνε με τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και κουλτούρας. Στην ιστορική συγκυρία κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, και εν όψει των βλέψεων του ελληνικού κράτους να επεκταθεί σε πολιτισμικά, εθνοτικά και γλωσσικά ανομοιογενείς περιοχές, αυτή η παραδοχή ήταν ιδιαίτερα προσφυής και συμφέρουσα.

Η αποκατάσταση του Βυζαντίου και η ενσωμάτωσή του στην εθνική αφήγηση και στο εθνικό φαντασιακό, από τα μέσα του 19ου αιώνα και εξής, είχε να αντιμετωπίσει κάποιες σοβαρές εντάσεις, εκ των οποίων μια από τις πιο κρίσιμες ήταν εκείνη ανάμεσα στην αρχαιοελληνική θρησκεία (μια σημαντική πτυχή της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς) και στη χριστιανική ορθόδοξη θρησκεία. Οι λαογράφοι κατόρθωσαν να εξομαλύνουν αυτή την ένταση αποδυόμενοι σε μια προσπάθεια θρησκευτικής σύνθεσης και συγκρητισμού, συνέλεξαν «επιβιώσεις» της αρχαίας ελληνικής θρησκείας στην ορθόδοξη παράδοση, δίνοντας, βέβαια, μεγαλύτερη έμφαση στις υλικές πτυχές του αρχαιοελληνικού θρησκευτικού κόσμου (π.χ. στους χώρους λατρείας και στο γεγονός ότι πολλές χριστιανικές εκκλησίες είχαν χτιστεί πάνω σε αρχαίους τόπους λατρείας) παρά στις πνευματικές, οι οποίες θα είχαν έρθει σε σύγκρουση με τα ορθόδοξα δόγματα.

Σε πιο πρόσφατες εποχές, ένα πάγια επαναλαμβανόμενο θέμα στην πρωτοβάθμια εθνική εκπαίδευση ήταν ο θρύλος ότι ο απόστολος Παύλος βρήκε τους Αθηναίους να λατρεύουν εκτός από τις ολύμπιες θεότητες και μιαν άλλη, «τον Άγνωστο Θεό» — μια αφήγηση που, στο πλαίσιο της χριστιανοκεντρικής δημόσιας εκπαίδευσης, παρουσιάζει τους αρχαίους Έλληνες ως πρόδρομους του χριστιανισμού.

Η αποκατάσταση του Βυζαντίου ως ιδέας είχε ως αποτέλεσμα τη συστηματική μέριμνα για την προστασία των βυζαντινών αρχαιοτήτων, αλλά, μοιραία, το μεγαλύτερο βάρος δόθηκε στις εκκλησιαστικού χαρακτήρα αρχαιότητες. Η εταιρεία για την προστασία και μελέτη των βυζαντινών μνημείων (που, σημειωτέον, ονομάστηκε «Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία») ιδρύθηκε το 1884, ως αποτέλεσμα ιδιωτικής πρωτοβουλίας, και το 1890 απέκτησε το δικό της μουσείο, αλλά ο πρώτος νόμος για την ίδρυση ενός κρατικού Βυζαντινού Μουσείου ψηφίστηκε μόλις το 1914. Δεδομένου του σημαίνοντος και κεντρικού ρόλου που διαδραμάτιζε ο χριστιανισμός στους βυζαντινούς θεσμούς, η ενσωμάτωση του βυζαντινού παρελθόντος στον κορμό της εθνικής αφήγησης προήγαγε περαιτέρω τη συγχώνενση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας με την ορθοδοξία.

Αυτή η καίρια τροποποίηση της εθνικής αφήγησης όχι μόνο δημιούργησε μια αίσθηση συνέχειας από την αρχαιότητα μέχρι το παρόν, ικανοποιώντας με αυτό τον τρόπο την εθνική επιθυμία για ενότητα και αρτιότητα (ένα φαινόμενο το οποίο ονομάζω νοσταλγία για το όλον), αλλά και παρήγαγε (παρότι συντελέστηκε υπό την επίδραση των ευρωπαϊκών ρομαντικών κινημάτων και ιστοριογραφικών παραδόσεων, που επίσης είχαν την τάση να εξαίρουν το μεσαιωνικό παρελθόν) μια εγχώρια μάλλον παρά ευρωπαϊκή εκδοχή της εθνικής ιστορίας.

IMAGE DESCRIPTIONΩς εκ τούτου, μπορούμε να πούμε ότι σηματοδοτούσε, σε κάποιο βαθμό, τη «χειραφέτηση» της εθνικής αφήγησης. Ο εγχώριος ελληνισμός που παρήχθη ήταν πολύ διαφορετικός από τον δυτικό ελληνισμό (τόσο στις πνευματικές, όσο και στις ιδεολογικές εκφάνσεις του), καθώς και από τον νεοελληνισμό του ευρωπαϊκού και του ελληνικού Διαφωτισμού των αρχών του 19ου αιώνα, με τον ευρωκεντρικό οριενταλισμό τους, αλλά και τα δημοκρατικά τους ιδεώδη και με το πνεύμα της εκκοσμίκευσης που τους διείπε.

Ο εγχώριος ελληνισμός που έχει κυριαρχήσει έκτοτε στο εθνικό φαντασιακό είναι το ημι-θρησκευτικό, ιερό, μεσσιανικό δόγμα το οποίο διατράνωσε τη χειραφέτησή του από τη δυτική Ευρώπη, αλλά δεν μπόρεσε να κρύψει τον συντηρητισμό του και κατέκρινε κάθε διαφωνούσα άποψη ως ανθελληνική, ένας όρος που πρωτοεμφανίζεται αυτή την εποχή, και ο οποίος έμελλε να ακούγεται ολοένα πιο συχνά στις επόμενες δεκαετίες και στους επόμενους αιώνες.


Σημείωση:
Το παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα
από το βιβλίο του Γ. Xαμηλάκη:
Το έθνος και τα ερείπιά του,
«Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου», Αθήνα, 2012.
Ο τίτλος, η εικονογράφηση και οι υπότιτλοι
έγιναν με μέριμνα της «Ελεύθερης Έρευνας».



Διαβάστε επίσης
στην «Ελεύθερη Έρευνα»:

«Εσλαυώθη πάσα η χώρα...»
Οι σλάβικοι εποικισμοί στον ελλαδικό χώρο

Τι απέγιναν τόσοι σλάβοι;
Εκβυζαντινίστηκαν, δεν εξελληνίστηκαν
οι λαοί, που εποίκισαν τον ελλαδικό χώρο το μεσαίωνα

Zorba the Christian
Δεν είμαστε έλληνες που γίναμε χριστιανοί,
αλλά χριστιανοί που φαντασιώθηκαν
ότι κατάγονται από τους αρχαίους έλληνες

1821: Πώς οι ρωμιοί μεταλλάχτηκαν σε «έλληνες»
Αδ. Κοραής: Ο πραγματικός πατέρας
της ιδεολογικής μας σχιζοφρένειας




Ο Γιάννης Χαμηλάκης είναι καθηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον και συνδιευθυντής του ερευνητικού προγράμματος Αρχαιολογίας και Αρχαιολογικής Εθνογραφίας στην Κουτρουλού Μαγούλα Φθιώτιδας.

Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και στο Πανεπιστήμιο του Σέφιλντ και δίδαξε για τέσσερα χρόνια (1996-2000) στο Πανεπιστήμιο της Ουαλίας στο Λάμπετερ.

Στις τελευταίες δημοσιεύσεις του περιλαμβάνονται τα βιβλία: «The Nation and its Ruins: Antiquity, Archaeology and National Imagination in Greece» (2007, Βραβείο Edmund Keeley, του Modern Greek Studies Association) και το «Archaeological Ethnographies» (2009, επιμ. με τον Α. Αναγνωστόπουλο).

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ


1 ΣΧΟΛΙΑ

  • Ανώνυμος 45089

    27 Φεβ 2018

    Το παραμύθι Ελληνοχριστιανικός πολιτισμός καλά κρατεί εδώ και τέσσερις αιώνες. Πρώτα οι Μασόνοι Βαυαρίας και Αγγλίας και δημιουργοί της Ελλάδος πείσανε τους Αλβανούς Αρβανίτες και τους Ρουμάνους Βλάχους ότι κατάγονται απο την ευγενή αρχαία Ελληνική φυλή και έπειτα συνεχίστηκε η απάτη με το άλλο μεγάλο παραμύθι της δήθεν συνέχειας του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού μέσω Χριστιανισμού. ΜΟΝΟ που ξεχνούν οι σημερινοί Ρωμιοί ότι ο Ελληνικός πολιτισμός της κλασσικής περιόδου τελειώνει με την εισβολή των Μακεδόνων και ο Ελληνικός πολιτισμός γενικότερα τελειώνει με την Ρωμαϊκή κυριαρχία, η γλώσσα μόνο διασώθηκε απο την αρχαία Ελλάδα και τίποτα άλλο, οι ίδιοι οι Έλληνες φυσικά χαθήκανε φυλετικά ήδη κατά τον 7ο αιώνα μ.Χ. οριστικά πλέον.