Ο ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ
ΠΑΡΘΕΝΩΝΑΣ

Αποσιωπημένος
από την εθνικιστική ρητορική
της νεωτερικότητας


Ίσως φαίνεται παράδοξο, όμως ο Παρθενώνας φαίνεται πως ήταν πιο σημαντικός ως χριστιανική εκκλησία απ’ όσο υπήρξε ως ναός την αρχαιότητα. Η βυζαντινή περίοδος ήταν η εποχή της πραγματικής του δόξας. Πλέον, δεχόταν τις τιμές αυτοκρατόρων και τις επισκέψεις επιφανών χριστιανών. Πολυάριθμοι προσκυνητές χάραζαν τα ονόματά τους στους τοίχους και τους κίονές του, ενώ ρήτορες τον εγκωμίαζαν με τα θερμότερα λόγια.

Η Παναγία η Αθηνιώτισσα ήταν ξακουστή στη Ρώμη, την Κωνσταντινούπολη και την Ανατολή. Η μεσαιωνική Μαριολατρία (η λατρεία δηλαδή της Παναγίας) εκδηλώθηκε στην Αθήνα με μια εξαιρετικά ιδιάζουσα μορφή, ανεξερεύνητη μέχρι τώρα και τελείως άγνωστη. Μετά τον 7ο μ.Χ. αιώνα, η Αθήνα ταυτιζόταν με τον καθεδρικό της και πλήθος ανθρώπων προσέρχονταν με μοναδικό σκοπό ν΄ ασκήσουν λατρεία στο ναό. Μόνο τότε ο Παρθενώνας επισκίασε όλα τα υπόλοιπα αξιοθέατα της πόλης (από τα οποία απέμεναν αρκετά ακόμα), ενώ δεν ήταν λίγοι εκείνοι που περιέγραφαν το κτίριο χρησιμοποιώντας τον υπερθετικό βαθμό και τη γλώσσα του θαύματος.

Παρασυρμένος από τα φληναφήματα του κοραϊκού κύκλου ο νεορωμιός φαντασιώθηκε ευγενή καταγωγή, έκανε ένα αυθαίρετο χρονικό άλμα περισσοτέρων των χιλίων χρόνων και καταδύθηκε σε ένα ξένο αρχαίο παρελθόν, το οποίο επιπλέον εξιδανίκευσε στη φαντασία του, όπως εξυπηρετούσε καλύτερα τον «εθνικό» του μύθο.

Ειδικά για την κλασική Αθήνα και τον Παρθενώνα, έχει υποβαθμιστεί ένα σχεδόν χιλιετές κεφάλαιο της ιστορίας τους, δηλαδή το βυζαντινό παρελθόν τους. Οι μελέτες για τον «μετακλασικό» ναό έχουν μέχρι τώρα εστιαστεί στους ευρωπαίους ταξιδιώτες της πρώιμης νεότερης περιόδου. Αυτό που υπαινίσσονται με έμφαση ή δηλώνουν απερίφραστα είναι ότι οι βυζαντινοί δεν είχαν την ίδια σχέση με το κλασικό παρελθόν, με αυτήν που ανέπτυξαν αργότερα οι ευρωπαίοι. Συνέπεια των παραπάνω υπήρξε η οικειοποίηση τον Παρθενώνα ως εμβληματικού μνημείου της σύγχρονης Δύσης, αλλά και η άρνηση ότι μπορούσε ταυτόχρονα ν' ανήκει και σε άλλους πολιτισμούς, ιδιαίτερα στο βυζαντινό.

Η Αθήνα όμως και η κλασική κληρονομιά της δεν εξαφανίστηκαν εντελώς απ’ το ιστορικό προσκήνιο, όπως έχει συχνά υποστηριχτεί. Ο Παρθενώνας λειτούργησε σχεδόν μια χιλετία ως αρχαίος ναός κι άλλη μια χιλιετία ως χριστιανικός. Μετά τη μετατροπή του σε εκκλησία, εξελίχθηκε σε σημαντικό προσκυνηματικό κέντρο, η φήμη του απλώθηκε σε ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο κι αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα προσκυνήματα στην αυτοκρατορική επικράτεια.

Η σπουδαιότητα που έχει αποκτήσει στις μέρες μας, επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο οι ερευνητές αναδρομικά πραγματεύονται τη σημασία του στην αρχαιότητα. Ο σύγχρονος Παρθενώνας όμως, είναι κατά μία έννοια μνημείο βυζαντινής επινόησης.
IMAGE DESCRIPTION

Ο Παρθενώνας στην αρχαιότητα:
Μια επανεκτίμηση


Ο ίδιος ο ναός αναφέρεται σπανιότατα στις φιλολογικές πηγές της κλασικής κι ελληνιστικής περιόδου. Τα πρώτα χρόνια της ύπαρξής του σημαδεύτηκαν από έριδες. Ο Περικλής δέχτηκε σφοδρή κριτική για την κατασπατάληση των χρημάτων της Δηλιακής Συμμαχίας στην κατασκευή τόσο πολυτελών έργων, αλλά τελικά αναδείχθηκε νικητής από αυτή την αντιπαράθεση. Ο αρχιτεχνίτης του, ο γλύπτης Φειδίας, διώχθηκε και καταδικάστηκε για κατάχρηση.

Η νέα Ακρόπολη και πιθανώς και ο ίδιος ο Παρθενώνας χρησιμοποιήθηκαν ως θησαυροφυλάκιο για το αθηναϊκό (αρχικά συμμαχικό) ταμείο, τουλάχιστον απ΄ το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ., γεγονός που πρέπει να περιόρισε σε σημαντικό βαθμό την πρόσβαση στο ναό. H λειτουργία του αυτή πρέπει να συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια του 4ου αιώνα, ενώ μαρτυρείται και η αποθήκευση πολεμικού υλικού σε περιόδους κρίσεων. Οι ειδήσεις που φτάνουν ως εμάς είναι εφεξής λιγοστές.

Το 304-303 π.Χ., ο οπισθόδομος τον Παρθενώνα τέθηκε στη διάθεση του Δημήτριου του Πολιορκητή ─του γιου του Αντίγονου του Μονόφθαλμου— για να τον χρησιμοποιήσει ως προσωπικό του κατάλυμα. Ο Δημήτριος τον γέμισε με πόρνες, τουλάχιστον σύμφωνα με όσα του καταμαρτυρούσαν οι εχθροί του. (Πλούταρχου: «Δημήτριος», 23-24, 26).

Τι σήμαινε, όμως, ο Παρθενώνας στην αρχαιότητα; Στις μέρες μας εξυμνείται ως σύμβολο της δημοκρατίας, ως θρίαμβος της κλασικής αρχιτεκτονικής και ύψιστη καλλιτεχνική έκφραση της ελληνικής θρησκευτικότητας. Ωστόσο, είναι ελάχιστα ή και ανύπαρκτα τα στοιχεία που υποδηλώνουν ότι στην αρχαιότητα τον αντιμετώπιζαν με αντίστοιχο τρόπο ή ότι προκαλούσε μεγαλύτερο θαυμασμό σε σχέση με τα υπόλοιπα μνημεία της Αθήνας — για να μην αναφερθούμε στον ακραίο φιλοσοφικό και εθνικό ενθουσιασμό που τον περιβάλλει στις μέρες μας.

IMAGE DESCRIPTIONΟ Ικτίνος, ένας απ΄ τους αρχιτέκτονές του, και κάποιος Καρπίωνας (που δεν είναι γνωστός από αλλού) συνέγραψαν από κοινού μια πραγματεία σχετική με τον τρόπο οικοδόμησης του ναού, γεγονός που φανερώνει ότι είχε γίνει τουλάχιστον μία προσπάθεια να προβληθούν οι αρχιτεκτονικές αρετές του κτιρίου από εκείνους που τις γνώριζαν καλύτερα. Τίποτα, όμως, δεν έχει απομείνει απ΄ την πραγματεία αυτή, πέρα από μια απλή μνεία στον Βιτρούβιο, σ΄ έναν κατάλογο άλλων παρόμοιων έργων.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Παρθενώνας κέρδιζε το θαυμασμό όσων τον έβλεπαν, αλλά το ίδιο συνέβαινε με πολλούς άλλους ναούς και κτίρια στην Αθήνα, την Ελλάδα και ολόκληρη τη Μεσόγειο. Ως οικοδόμημα, ο ναός δε φαίνεται ν΄ αποτελούσε κάτι το ιδιαίτερο. Το άγαλμα της Αθηνάς Παρθένου στο εσωτερικό του προσείλκυε πολύ περισσότερο ενδιαφέρον. Ο Παυσανίας επικεντρώνεται στο χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς και όχι στην αρχιτεκτονική και στις ζωφόρους. Για την ακρίβεια, ο περιηγητής αναφέρεται μετά βίας στο κτίριο («Ελλάδος περιήγησις», 1.24.5-7). Και δεν ήταν ο μόνος που είχε επιλέξει να δώσει έμφαση στο ομοίωμα της θεάς αντί στο ναό. Δεδομένου ότι το άγαλμα δε διασώθηκε, όλη μας η προσοχή επικεντρώνεται πλέον στην αρχιτεκτονική και στις ζωφόρους.

Επιπρόσθετα, οι συμβολικοί δεσμοί του Παρθενώνα με τη δημοκρατική ιδεολογία ήταν έμμεσοι κι όχι ιδιαιτέρως ισχυροί. Το κτίριο οικοδομήθηκε τον καιρό που στην Αθήνα επικρατούσε το δημοκρατικό πολίτευμα. Μία μερίδα μελετητών, μάλιστα, θέλησε ν΄ αναγνωρίσει δημοκρατικά ιδεώδη σε ορισμένα εικονογραφικά στοιχεία της ζωφόρου. Ωστόσο, οι συσχετίσεις είναι επουσιώδεις και πιθανώς να γίνονταν αντιληπτές μόνον από ελάχιστους ανθρώπους κατά τον ύστερο 5ο και τον πρώιμο 4ο αιώνα π.Χ..

Για την πλειονότητα των αθηναίων και των επισκεπτών του ιερού βράχου, ο ναός πρέπει ν' αντικατόπτριζε τη δόξα της θεάς Αθηνάς και της πόλης της, ξεκινώντας απ΄ τις μυθικές απαρχές γενικότερα και άσχετα με το πολίτευμα. Τα μυθολογικά επεισόδια που απεικονίζονταν στα αετώματα και στις μετόπες, αλλά και η πομπή των Μεγάλων Παναθηναίων (αν όντως αυτό είναι το θέμα της ζωφόρου) χρονολογούνταν πριν απ΄ την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Αρχιτεκτονικά, ο ίδιος ο ναός θα μπορούσε να είχε χτιστεί από έναν τύραννο, σαν τον Πολυκράτη της Σάμου. Ο ναός της Ήρας, που υπήρξε έργο του, ήταν εξίσου, αν όχι περισσότερο, μεγαλοπρεπής όπως ο Παρθενώνας.

Ως προς τούτο λοιπόν, ο κλασικισμός της νεότερης περιόδου και οι αρχαίες πρακτικές δεν ταυτίζονται. Ο Παρθενώνας και η Ακρόπολη έχουν συχνά χρησιμοποιηθεί στις μέρες μας ως εμβλήματα της δημοκρατίας. Όμως πραγματική έδρα του αθηναϊκού δημοκρατικού πολιτεύματος ήταν η Πνύκα. Στις φωτογραφίες δε φαντάζει εξίσου εντυπωσιακή και είναι σχεδόν άδεια από μνημεία. Παραμένει, εντούτοις, ο χώρος στον οποίο συνερχόταν η Εκκλησία του Δήμου, ενώ οι αθηναίοι της κλασικής περιόδου συσχέτιζαν πάντοτε τη δημοκρατία με την Εκκλησία του Δήμου κι όχι με την Ακρόπολη.

Η βυζαντινή (αλλά και η σύγχρονη) λατρεία του Παρθενώνα δεν βρίσκει αντίστοιχή της στην αρχαιότητα. Αν εξετάσουμε τα δεδομένα, φαίνεται πως τα Προπύλαια προξενούσαν μεγαλύτερη εντύπωση.

Η αίθουσα του Παρθενώνα, άποψη απ΄ τη νοτιοδυτική γωνία (σχέδιο Μ. Κορρέ).
Ο χώρος αυτός μετατράπηκε στον κυρίως ναό. Το εκκλησίασμα θα κοίταζε προς την ίδια κατεύθυνση που έβλεπε παλιότερα το άγαλμα της Αθηνάς.
Είναι πιθανό να είχε προστεθεί κι ένα υπερώο στους πλευρικούς χώρους μεταξύ των τοίχων του σηκού και της εσωτερικής κιονοστοιχίας.


Οικοδομικός εκχριστιανισμός της Αθήνας

Δεν ήταν εύκολο για την Αθήνα να προσαρμοστεί στο χριστιανικό κόσμο. Έχοντας πάρει τ΄ όνομά της απ΄ την πολιούχο θεά της, η φήμη της ήταν άμεσα συνυφασμένη με τις λατρείες, τις τελετές και την τέχνη, που πολλοί χριστιανοί είχαν βαλθεί να εξαλείψουν. Ο συγγραφέας των «Πράξεων των Αποστόλων» σημείωνε, με αφορμή τη μυθολογική περιγραφή του Παύλου και τη σύντομη επίσκεψή του στην Αθήνα, ότι η πόλη ήταν γεμάτη είδωλα («κατείδωλος» (ιζ΄ 16). Ο Παύλος ξεκίνησε την ομιλία του ενώπιον των αθηναίων χαρακτηρίζοντάς τους «ως δεισιδαιμονεστέρους» (τους πλέον θεοσεβούμενους).

IMAGE DESCRIPTIONΗ πόλη περιέπεσε σε ανυποληψία, καθώς δεν ασπάστηκε πλήρως τη χριστιανική πίστη, παρά μόνο στο τέλος της ύστερης αρχαιότητας. Η εθνική λατρεία εκεί δεν κατέθετε εύκολα τα όπλα και η πνευματική ζωή της πόλης μέχρι τον 6ο αιώνα περιλάμβανε νεοπλατωνικούς «φιλόσοφους», που διακήρυτταν ανοικτά την ειδωλολατρική τους πίστη. Χρειάστηκε η αυτοκρατορική παρέμβαση του Ιουστινιανού, προκειμένου να κλείσουν οι φιλοσοφικές σχολές το 529 ή το 531 μ.Χ.. (Διαβάστε στην «Ελεύθερη Έρευνα»: Μωρολογούντες «φιλόσοφοι» της ύστερης αρχαιότητας). Η παρέμβαση του Ιουστινιανού έχει συχνά εκληφθεί ως το χρονικό ορόσημο, που συμβολίζει το τέλος της αρχαιότητας.

Πολλοί χριστιανοί θριαμβολόγησαν αυτάρεσκα για το υποτιθέμενο τέλος της Αθήνας και των ιδανικών της. Στα χρόνια του Ιουστινιανού, ο υμνογράφος της Κωνσταντινούπολης Ρωμανός ο Μελωδός διακήρυξε το θρίαμβο των «γαλιλαίων» επί των αθηναίων, κάνοντας μια έμμεση σαρκαστική νύξη στο χαρακτηρισμό που χρησιμοποίησε στην πολεμική του εναντίον του χριστιανισμού («Κατά Γαλιλαίων») ο τελευταίος ειδωλολάτρης αυτοκράτορας και λάτρης της Αθήνας Ιουλιανός (361-363 μ.Χ.). Σ΄ έναν άλλο ύμνο του, ο Ρωμανός εξέφρασε την περιφρόνησή του για τις ανοησίες των ειδωλολατρών φιλοσόφων. Με άλλα λόγια, η πτώση της Αθήνας εορτάστηκε κυριολεκτικά απ΄ τον άμβωνα της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη.

Αυτή περίπου την περίοδο (απ΄ τον 5ο μέχρι τον πρώιμο 7ο αιώνα) γράφτηκε ο Ακάθιστος Ύμνος, ο πιο γνωστός ύμνος της Ορθοδοξίας. Στους Χαιρετισμούς της Θεοτόκου, ο συνθέτης τον ύμνου επιχαίρει κι αυτός για την ήττα της πόλης:

Χαίρε, φιλοσόφους ασόφους δεικνύουσα,
χαίρε, τεχνολόγους αλόγους ελέγχουσα.

Χαίρε, ότι εμωράνθησαν οι δεινοί συζητηταί,
χαίρε, ότι εμαράνθησαν οι των μύθων ποιηταί.

Χαίρε, των αθηναίων τας πλοκάς διασπώσα.

Ακόμα και μετά το τέλος της αρχαιότητας, συνέχισαν χριστιανικά αναγνώσματα να παρουσιάζουν την πόλη ανεξίτηλα στιγματισμένη απ΄ το παρελθόν της. Στο «Βίο του Μάρκου του Αθηναίου», δηλώνει ο άγιος: «Ευλογητός ο Θεός, ο αγαγών με εις τον άγιον τόπον τούτον [ενν. την Αιθιοπία], ίνα μη αποθάνω εν τη ιδία πατρίδι [ενν. την Αθήνα] και ταφώ εν γη μεμιασμένη εν αμαρτίαις πολλαίς».

IMAGE DESCRIPTIONΗ ειδωλολατρική Αθήνα ακυρώθηκε τόσο ρητορικά όσο και υλικά. Ο Παρθενώνας και οι υπόλοιποι ναοί μετατράπηκαν σε εκκλησίες, ενώ μια πολυτελής έπαυλη κοντά στην Αρχαία Αγορά, που ίσως ανήκε σε κάποιον απ΄ τους τελευταίους επικεφαλής της Πλατωνικής Ακαδημίας, καταλήφθηκε τον 6ο αιώνα, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί απ΄ τον επίσκοπο της πόλης.

Η μετατόπιση προς άλλα κέντρα αντικατοπτρίζεται με ενάργεια στην ιστορία της Αθηναΐδας, της κόρης ενός ειδωλολάτρη καθηγητή απ΄ την Αθήνα. Το 420 μ.Χ. περίπου επιλέχθηκε ως μέλλουσα σύζυγος του Θεοδόσιου Β΄. Αφού βαπτίστηκε κι έλαβε το όνομα Ευδοκία, εγκαταστάθηκε στην αυτοκρατορική αυλή της Κωνσταντινούπολης, εξαιτίας όμως ενός σκανδάλου αναγκάστηκε αργότερα να φύγει για την Ιερουσαλήμ. Η αυτοκράτειρα αυτή, που ανακηρύχτηκε και αγία, στην κυριολεξία προτιμούσε «την Ιερουσαλήμ απ΄ την Αθήνα».

Πολλά έργα τέχνης μεταφέρθηκαν από την Αθήνα στην Κωνσταντινούπολη, για να διακοσμήσουν τη χριστιανική αυτοκρατορική αυλή και την πρωτεύουσα.

Τον 7ο αιώνα, εκτός απ΄ τον Παρθενώνα, τη μετάβαση στο χριστιανισμό είχαν κάνει και άλλοι αθηναϊκοί ναοί. Το μνημειακό κέντρο της πόλης γύρω απ΄ την Ακρόπολη είχε πλήρως εκχριστιανιστεί. Το Ερέχθειο είχε μετατραπεί σε εκκλησία ύστερα από παρόμοιες εσωτερικές διαρρυθμίσεις, ενώ το ίδιο συνέβη με τη νότια πτέρυγα των Προπυλαίων, με το Ηφαιστείο (που αφιερώθηκε στον Άγιο Γεώργιο τον Ακαμάτη), αλλά και μ΄ έναν μικρό ιωνικό ναό δίπλα στον Ιλισσό (κατεδαφίστηκε το 1778).

Μια μεγάλη χριστιανική βασιλική, που γνώρισε πολλαπλές οικοδομικές φάσεις, κτίστηκε πάνω ακριβώς απ΄ το Ασκληπιείο στη νότια κλιτύ της Ακρόπολης. Μια εκκλησία, πιθανώς αφιερωμένη στον Άγιο Ανδρέα (όπως συνάγεται από επιγραφή που βρέθηκε στο χώρο), πήρε τη θέση του.


Κατά τον πρώιμο 5ο αιώνα, το αίθριο της «Βιβλιοθήκης» του Αδριανού (βόρεια της Ακρόπολης) καταλήφθηκε από μια μεγάλη και πολυτελή τετράκογχη εκκλησία (αργότερα ονομάστηκε Μεγάλη Παναγιά), η οποία ίσως να λειτούργησε ως καθεδρικός ναός της πόλης πριν απ΄ τη μετατροπή του Παρθενώνα. Οι Αέρηδες, στη Ρωμαϊκή Αγορά, δηλαδή το Ωρολόγιον τον Ανδρόνικου Κυρρήστου, μετατράπηκαν πιθανώς σε μεγαλοπρεπές βαπτιστήριο που εξυπηρετούσε τις ανάγκες αυτού του πρώτον καθεδρικού.

Τα σπήλαια γύρω απ΄ την Ακρόπολη, που υπήρξαν κάποτε ιεροί χώροι θεοτήτων, αφιερώθηκαν σε χριστιανικές λατρείες στους αιώνες που ακολούθησαν. Παράλληλα, καινούριες χριστιανικές βασιλικές που δεν καταλάμβαναν θέσεις παλιότερων ναών οικοδομήθηκαν σε άλλα σημεία της πόλης.


Τετράκογχη εκκλησία στο αίθριο της «Βιβλιοθήκης» του Αδριανού. Πιθανώς αποτέλεσε τον καθεδρικό ναό της Αθήνας πριν απ΄τη μετατροπή του Παρθενώνα.
Το «Βιβλιοθήκη» πρέπει να τεθεί εντός εισαγωγικών, καθώς η ταύτιση του οικοδομήματος με βιβλιοθήκη πλέον αμφισβητείται κι εμφανίζεται μέσα σε εισαγωγικά στην πιο πρόσφατη σχετική βιβλιογραφία.

Όταν η Παναγία αντικατέστησε την Αθηνά στον Παρθενώνα, κατέλαβε τη θέση της αρχαίας θεότητας ως πολιούχος και προστάτιδα της πόλης. Με άλλα λόγια, ο Παρθενώνας διατήρησε τη λειτουργία και το συμβολισμό του ως έδρα της θεϊκής προστάτιδας. Με αυτό τον τρόπο, ο ρόλος που είχε διαδραματίσει η τοπογραφία και η αστική ιεδολογία της Αθήνας, διατηρήθηκε τόσο μεταξύ των χριστιανών όσο και μεταξύ των εθνικών. Μια παρθένα πολιούχος «ιερή μορφή» πήρε τη θέση μιας άλλης, όπως ακριβώς άλλες θεραπευτικές θεότητες αντικαταστάθηκαν από άγιους-θεραπευτές. Για παράδειγμα, αυτό φαίνεται να συνέβη στο Ασκληπιείο, στους πρόποδες του ιερού βράχου.


Ένας αυτοκράτορας στην Αθήνα

Το έτος 1018, ο βυζαντινός αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ ο Βουλγαροκτόνος επισκέφθηκε την Αθήνα με μοναδικό σκοπό να απευθύνει ευχαριστίες για τις νίκες του μέσα στον ίδιο το ναό της Παναγίας, στον οποίο προσέφερε κι ακριβά αφιερώματα. Όπως περιγράφει στη «Χρονογραφία» του ο Ιωάννης Σκυλίτσης, «τη Θεοτόκο για τις νίκες ευχαρίστησε κι αφού εκόσμησε το ναό της με αφιερώματα λαμπρά και πολυδάπανα, στη Βασιλεύουσα επέστρεψε».

Αν ο Παρθενώνας δεν συγκαταλεγόταν ανάμεσα στα σπουδαιότερα ιερά προσκυνήματα των δυτικών επαρχιών, ενώ δεν αποκλείεται να ήταν και το σπουδαιότερο, δεν θα το επισκεπτόταν ο αυτοκράτορας.

Το ταξίδι αυτό του Βασίλειου συνέβαλε στην κατακόρυφη αύξηση της φήμης της Αθήνας ως λατρευτικού κέντρου της Παναγίας.


Προσκυνητές στην Ακρόπολη

Το προσκύνημα στον Παρθενώνα από απλούς ανθρώπους φαίνεται πως αποτελούσε θρησκευτικό τους καθήκον. Τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας προέρχονται από ένα υπόμνημα που συνέταξε και απέστειλε ο Μιχαήλ Χωνιάτης στον αυτοκράτορα Αλέξιο Γ΄ Άγγελο, κάποια στιγμή στα χρόνια 1198-1199. Πρόκειται, ακριβώς, για την περίοδο που προηγήθηκε της άλωσης της Κωνσταντινούπολης απ΄ τους ιππότες της Δ΄ Σταυροφορίας, όταν ο διοικητικός, οικονομικός και στρατιωτικός ιστός της αυτοκρατορίας βρισκόταν υπό διάλυση. Ο βυζαντινός κόσμος κατέρρεε, καθώς διεφθαρμένοι αξιωματούχοι προσπαθούσαν ν΄ αρπάξουν όσο περισσότερα μπορούσαν, αποσπώντας χρήματα και φόρους απ΄ τις επαρχίες με εκβιαστικά μέσα.

Στο υπόμνημα, ο Χωνιάτης διαμαρτύρεται για τον κυβερνήτη (πραίτορα) του θέματος της Ελλάδας και της Πελοποννήσου. Η έδρα του βρισκόταν κανονικά στη Θήβα, ενώ η είσοδός του στην Αθήνα είχε υπό όρους απαγορευτεί με αυτοκρατορικό χρυσόβουλλο. Ο κυβερνήτης, ωστόσο, είχε καταστρατηγήσει το σχετικό διάταγμα με τη δικαιολογία ότι επιθυμούσε να προσκυνήσει στην εκκλησία της Θεομήτορος. Απ΄ τη στιγμή, όμως, που εισήλθε μ΄ αυτή την πρόφαση στην Αθήνα, άρχισε να καταληστεύει τους κατοίκους επιβάλλοντας φόρους, αγγαρείες και επιβαρύνσεις. (Μιχαήλ Χωνιάτη: «Υπομνηστικόν εις τον Βασιλέα Αλέξιον τον Κομνηνόν», σελ. 284-285, σχολιασμός στις σελ. 287-305)·

IMAGE DESCRIPTIONΜε λίγα λόγια, ο Παρθενώνας υπήρξε τόσο σημαντικό προσκυνηματικό κέντρο κατά τον ύστερο 12ο αιώνα, ώστε ένας αυτοκρατορικός αξιωματούχος μπορούσε να επικαλεστεί την επιθυμία του να προσευχηθεί στο ναό ως θεμιτή αφορμή για να παραβιάσει ρητές αυτοκρατορικές εντολές. Ο Χωνιάτης αναφέρει τρεις φορές στο υπόμνημά του τη δικαιολογία που πρόβαλλε ο πραίτορας και δεν αρνείται σε καμία περίπτωση ότι ήταν θεμιτή. Τούτο σημαίνει ότι το προσκύνημα στον Παρθενώνα αποτελούσε συχνό φαινόμενο. Ακόμα κι αν η απαγόρευση προερχόταν απ΄ τον ίδιο τον αυτοκράτορα, ένας επαρχιακός κυβερνήτης μπορούσε κάλλιστα να θεωρήσει ότι το προσκύνημα αποτελούσε θρησκευτική ευκαιρία, την οποία άδικα του αποστερούσαν.

Όταν, μάλιστα, ο Αλέξιος Γ΄ ο Άγγελος έστειλε κατά τα έτη 1202-1203 τον κουνιάδο της γυναίκας του, τον Μέγα Δούκα Μιχαήλ Στρυφνό, για να ξεκαθαρίσει την κατάσταση, ο Μιχαήλ Χωνιάτης θεώρησε εκ των προτέρων στο προσφώνημά του ότι πρώτο μέλημα του Στρυφνού ήταν να εισέλθει στον Παρθενώνα και ν΄ αντικρίσει όσα θαυμαστά υπήρχαν στο εσωτερικό του. (Μιχαήλ Χωνιάτη: «Προσφώνημα εις τον Μέγαν Δούκα τον Στρυφνόν 4», τ. 1, σ. 325).

Αργότερα στο λόγο του, ο Χωνιάτης απευθύνεται στη σύζυγο του Στρυφνού Θεοδώρα. Τη συγκρίνει με τις διάσημες γυναίκες του παρελθόντος, μεταξύ των οποίων και με την Αγία Ελένη, τη μητέρα τον Μεγάλου Κωνσταντίνου:

«Βαδίζει στα χνάρια της Ελένης, της πιο μακάριας μέσα στις βασίλισσες και καλότεκνης, που γέννησε τον μεγάλο μέσα στους βασιλιάδες Κωνσταντίνο. Όπως κι εκείνη έφτασε στην Παλαιστίνη για να αντικρίσει τα θαυμαστά που βρίσκονται εκεί, έτσι κι αυτή ήρθε τώρα σε τούτο εδώ τον τόπο για να δει την τερπνότητα της Παρθένου και να επισκεφθεί τον άγιο ναό της, να γεμίσει την ψυχή της με τις εδώ αντιλαμπές και να “απολαύσει τον Κύριο για να λάβει απ΄ αυτόν ό,τι λαχτάρησε η καρδιά της” [«Ψαλμοί», λστ΄]. Μια βασίλισσα του Νότου ταξίδεψε επίσης στην Ιουδαία από αγάπη για τη φρόνηση του Σολομώντα [εννοεί τη βασίλισσα του Σαββά, «Βασιλειών Γ΄», ι 1-13], όμως αυτή εδώ έχει έρωτα για πράγματα πιο τρανά από τη σολομώντεια σοφία και θέλοντας να εμπορευθεί το πολύτιμο μαργαριτάρι [«κατά Ματθαίον», ιγ΄ 45-26] κατέβηκε από την πόλη του Βυζαντίου ίσαμε την Αθήνα και διένυσε όλη ετούτη την απόσταση σαν να ΄χε φτερά, διασχίζοντας ποτάμια καραβοπέραστα και κακοτράχαλα βουνίσια μονοπάτια με τόση ευκολία, θαρρείς και την αλάφρωνε ο έρωτάς της για τα θεία».

Κατά τον Χωνιάτη, λοιπόν, η Θεοδώρα είχε διανύσει όλη αυτή την απόσταση απ΄ την Κωνσταντινούπολη, αψηφώντας τους κινδύνους και τις δυσκολίες του ταξιδιού, μόνο και μόνο για να επισκεφθεί τον Παρθενώνα. Αντιπαραβάλλοντάς την με την Αγία Ελένη, συνέκρινε έμμεσα τον καθεδρικό του ναό με τον Τίμιο Σταυρό, αλλά και την Αθήνα με τους Αγίους Τόπους.

Σ΄ ένα προγενέστερο προσφώνημά του στον κυβερνήτη της Ελλάδας Νικηφόρο Προσούχο (το 1182), ο Χωνιάτης καμώθηκε παρομοίως ότι ο πραίτορας είχε προσπεράσει χωρίς χρονοτριβή όλες τις υπόλοιπες πόλεις στο δρόμο του απ΄ τον φλογερό του πόθο να επισκεφθεί και να δει το ναό που ανήκε στη «φωτοδόχον και φωτοδότιδα Παρθένον και Θεομήτορα». (Μιχαήλ Χωνιάτη: «Προσφώνημα εις τον πραίτωρα κυρ Νικηφόρον τον Προσούχον ταις Αθήναις επιστάντα», 19-21, τ. Ι, σελ. 148-149).

Το κατά πόσον αλήθευαν όλα αυτά, και στην πρώτη και στη δεύτερη περίπτωση, δεν έχει τόση σημασία όσο η διαπίστωση ότι ο μητροπολίτης της Αθήνας, σε μια δημόσια προσφώνησή του, μπορούσε να ισχυριστεί ότι κάτι τέτοιο συνέβαινε για χάρη του καθεδρικού ναού του και ταυτόχρονα περίμενε πως θα τον πάρουν στα σοβαρά οι αριστοκράτες και οι αριστοκράτισσες που έρχονταν για επίσκεψη απ΄ την Κωνσταντινούπολη. Όπως και να ΄χει, δε θα διέψευδαν δημόσια όσα υποστήριζε. Το γεγονός ότι ο Χωνιάτης θεωρούσε τα παραπάνω αναμενόμενα φανερώνει για μια ακόμα φορά την ευρεία και αδιάκοπη απήχηση που είχε το προσκύνημα στον Παρθενώνα στην Ελλάδα του 12ου αιώνα.


Το εσωτερικό της Παναγίας της Αθηνιώτισσας

Το εσωτερικό του χριστιανικού Παρθενώνα και οι τοίχοι εκατέρωθεν της κύριας (δυτικής) εισόδού ήταν διακοσμημένοι με τοιχογραφίες αγίων. Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, παρέμεναν εν μέρει ορατές, αλλά έχουν έκτοτε εξαφανιστεί σχεδόν ολοκληρωτικά, παρά την προσπάθεια συντήρησης που έγινε κατά τα έτη 1913-1914. Οι πενιχρές και έμμεσες μαρτυρίες που διαθέτουμε δεν επαρκούν για ν΄ αποκαταστήσουμε τον εικονογραφικό κύκλο με τρόπο που να βγάζει νόημα ή να τις χρονολογήσουμε. Εν προκειμένω, η επιστημονική δημοσίευσή τους καθυστέρησε πολύ.

Ο Μαρκήσιος του Μπιουτ (John Crichton-Stuart) το 1885 μερίμνησε για τη δημιουργία αντιγράφων, αλλά αυτά έχουν έκτοτε εξαφανιστεί. Στις μέρες μας σώζονται μόνο σχέδιά τους. Οι συγκεκριμένες τοιχογραφίες είχαν εκτελεστεί απευθείας πάνω στην επιφάνεια του μαρμάρου. Στον εξωνάρθηκα, για παράδειγμα, ζωγραφίστηκε η εικόνα της Παναγίας, η οποία παριστάνεται καθισμένη σε θρόνο με υψηλό ερεισίνωτο κρατώντας το θείο βρέφος και πλαισιωμένη από δύο αγγέλούς. Ο νάρθηκας ήταν διακοσμημένος με απεικονίσεις της Τελικής Κρίσης και μεμονωμένων αγίων. Είναι αδύνατον ν΄ αποδώσουμε τις παραστάσεις αυτές σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους ή σε συγκεκριμένους δωρητές.


Αγιογραφίες στο εσωτερικό του Παρθενώνα (Westlake, 1888).

Το οπτικό αποτέλεσμα πρέπει να ήταν εντυπωσιακό, καθώς οι τοίχοι είναι ψηλοί, με μεγάλο πάχος, λεία επιφάνεια και επιβλητικοί, χωρίς τις καμπύλες και τις κόγχες των βυζαντινών εκκλησιών. Πρέπει να φανταστούμε έναν διαφορετικό Παρθενώνα από αυτόν που έχουμε συνηθίσει, αν μάλιστα η εικόνα που μας έρχεται στο νου είναι αυτή των κάτασπρων αστραφτερών τοίχων εσωτερικά κι εξωτερικά του κτιρίου. Ωστόσο, ακόμα και ο βυζαντινός επισκέπτης που ερχόταν από μακρινούς τόπους δε θα δοκίμαζε μικρότερη έκπληξη, καθώς ο Παρθενώνας δε θύμιζε σε τίποτα τις γνωστές εκκλησίες. Είναι επίσης πιθανό οι εξωτερικοί τοίχοι του ναού, οι ογκώδεις και επίπεδες αυτές μαρμάρινες επιφάνειες, να ήταν κι αυτές αγιογραφημένες.

Αποτελούσαν άραγε οι εξωτερικοί τοίχοι ένα πολύχρωμο μωσαϊκό από γαλάζια, κόκκινα, καφέ και κίτρινα χρώματα, που απεικόνιζε ανθρώπινες μορφές εν παρατάξει ή εντός πλαισίων που περιβάλλονταν από ταινίες; Αν αυτό ισχύει, τότε θα μπορούσε κάποιος να τις διακρίνει μεταξύ των κιόνων, κρυμμένες εν μέρει πίσω απ΄ τον χαμηλό τοίχο που έκλεινε τα μετακιόνια διαστήματα και εν μέρει προστάτευε τις αγιογραφίες. Θα φωτίζονταν ωστόσο επαρκώς, καθώς η στέγη του ναού δεν εκτεινόταν μέχρι την περίσταση, επιτρέποντας στο φως να εισέλθει απευθείας μέσα απ΄ το κενό ανάμεσα στους κίονες και τους τοίχους.


Απόψεις για το Βυζάντιο

Παραθέτουμε στη συνέχεια εκτεταμένα αποσπάσματα από το κεφάλαιο «Επίμετρο: Αιρετικές απόψεις για το Βυζάντιο» από το βιβλίο του Αντώνη Καλδέλλη «Ο βυζαντινός Παρθενώνας» (έκδ. «Ψυχογιός», Αθήνα, 2013), το οποίο παρουσιάζεται σε αυτό το άρθρο:

Απ΄ τη στιγμή που τον ανακάλυψαν οι μελετητές της νεότερης περιόδου στα τέλη του 17ου αιώνα (και όχι νωρίτερα όπως συχνά πιστεύεται), ο Παρθενώνας έχει χαιρετιστεί ως το μνημείο που αντιπροσωπεύει το απόγειο της αρχαίας αρχιτεκτονικής, ενώ το σύγχρονο ελληνικό έθνος τον έχει οικειοποιηθεί ως όχημα έκφρασης της πολύπλοκης ιστορικής ιδεολογίας του. Στην εποχή μας τον επισκέπτονται, τον θαυμάζουν, τον μελετούν και γράφουν γι΄ αυτόν περισσότερο από ποτέ άλλοτε, γεγονός που τον καθιστά ταυτόχρονα ένα μνημείο της εποχής μας — ένα μνημείο που είναι συνάμα σύγχρονο κι αρχαίο, παγκόσμιο αλλά και ιδιάζον.

Η ιστορία του Παρθενώνα (και της Αθήνας) πρέπει να ξαναγραφτεί. Η αφήγηση περί κλασικής «δόξας», μεσαιωνικής «παρακμής» και νεότερης «ανακάλυψης» πρέπει ν΄ αντικατασταθεί από μιαν άλλη, σύμφωνα με την οποία η φήμη και η θρησκευτική σπουδαιότητα του ναού άρχισαν να αυξάνονται ολοένα και περισσότερο κατά τη βυζαντινή περίοδο, επισκιάζοντας ό,τι άλλο υπήρχε στην πόλη, μέχρι που το μνημείο άρχισε με βραδύ ρυθμό να διεισδύει στο συλλογικό δυτικοευρωπαϊκό φαντασιακό (και μάλιστα σε μια περίοδο τόσο όψιμη όσο ο ύστερος 17ος αιώνας). Ο Παρθενώνας μετατράπηκε σε σημαντικό προσκυνηματικό κέντρο κατά τους βυζαντινούς χρόνους, όταν και αποτέλεσε αντικείμενο αρχαιοδιφικού ενδιαφέροντος και τόπο δημιουργικής επαναδιαπραγμάτευσης της σχέσης ανάμεσα στον ελληνισμό και το χριστιανισμό.

IMAGE DESCRIPTIONΤα εύσημα γι΄ αυτό δεν ανήκουν στους ευρωπαίους αποικιοκράτες (και μη) ταξιδιώτες. Δεν ήταν αυτοί που «ανακάλυψαν» τον Παρθενώνα και τα ερείπια της Αθήνας. Οι βυζαντινοί είχαν ασχοληθεί εξίσου με το μνημείο, την ιστορία του και το χώρο που το περιέβαλλε. Στην πραγματικότητα, οι βυζαντινοί έθεσαν τα θεμέλια για τη μεταγενέστερη πρόσληψή του.

Η ιστορία της Αθήνας, όμως, έχει καίρια σημασία σε ποικίλες ευρύτερες αφηγήσεις της πολιτισμικής ιστορίας της Δύσης. Μια μεταβολή στο επιμέρους αυτό στοιχείο μπορεί και πρέπει να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε το σύνολο της κλασικής παράδοσης.

Οι περισσότερες έρευνες μεταπηδούν απ΄ την αρχαιότητα κατευθείαν στην Αναγέννηση, όταν αναδύονται οι σύγχρονες αρχαιο-ιστορικές επιστήμες. Κατασκευάζουν, έτσι, μιαν αφήγηση που προσδίδει εγκυρότητα σε σύγχρονες ιδεολογίες, οι οποίες συνδέονται με την εμφάνιση των εθνών-κρατών, με την αποικιακή τους ηγεμονία σε τόπους που δεν περιλαμβάνονταν στον κλασικό κόσμο και με τα ιδεολογικά προγράμματα της επιστημονικής και κοινωνικής προόδου.

Τις τελευταίες δεκαετίες, ένα μεγάλο μέρος κριτικής έρευνας έχει καταδείξει με ποιο τρόπο η αρχαιότητα ─ή έστω μια θεώρησή της─ που αναδείκνυε την τάξη, τον ορθολογισμό και την ανωτερότητα των «ελεύθερων ανθρώπων» τέθηκε στην υπηρεσία της δικαιολόγησης του ευρωπαϊκού επεκτατισμού και της ενίσχυσης αρνητικών αντιλήψεων για το Νότο, το Ισλάμ, την Αμερικανική ήπειρο, την Άπω Ανατολή, μα και για το μεσαιωνικό παρελθόν των ίδιων των ευρωπαίων.

Αν και η συγκεκριμένη πτυχή έχει διερευνηθεί πολύ λιγότερο, το Βυζάντιο βρέθηκε κατεξοχήν στο στόχαστρο των ιδεολογικών φορέων του Διαφωτισμού, οι οποίοι διέκριναν σε αυτό την παρακμή όσων είχε κληροδοτήσει η κλασική αρχαιότητα. Οι ορθόδοξοι κληρονόμοι της θεωρήθηκαν αδιάφοροι για τα μνημεία που τους περιέβαλλαν, παραχωρώντας έτσι στους ευρωπαίους ─τους γνήσιους δηλαδή κληρονόμους της αρχαιότητας─ το δικαίωμα να τα «πάρουν πίσω».

Η ιδεολογική αυτή στάση και η οικειοποίηση διαστρέβλωσαν με τη σειρά τους το παρελθόν του Παρθενώνα. Ο κλασικισμός διέκρινε στο ναό τα δικά του ιδανικά, τα οποία και πρόβαλε στο παρελθόν, βασισμένος στην αυθαίρετη παραδοχή ότι η σύγχρονη λατρεία του οικοδομήματος θα έπρεπε να είχε την αντίστοιχή της στην αρχαιότητα. Ωστόσο, η εκπεφρασμένα ειδωλολατρική και μιλιταριστική σημασία που είχε το συγκεκριμένο μνημειακό κέντρο για τους αρχαίους αθηναίους δεν είναι κάτι που θα μας έβρισκε εύκολα σύμφωνους αν το προσεγγίζαμε χωρίς τα διαμεσολαβητικά φίλτρα της νεότερης ρητορείας. Δεν ήταν, εν πάση περιπτώσει, ένα μνημειακό κέντρο εύκολα μετατρέψιμο σε σύνολο οικουμενικών αξιών. Η διαδικασία αυτή ξεκίνησε με το Βυζάντιο.


Η ιδεολογική σύζευξη του παρελθόντος με το παρόν έχει ισχυροποιηθεί απ΄ την ίδια την όψη του μνημείου. Ο Παρθενώνας φαίνεται ασφαλώς αρχαίος και όχι βυζαντινός. Ή μάλλον, φαίνεται σαν αυτό που έχουμε εξασκηθεί ν΄ αναγνωρίζουμε ως αρχαίο ναό και όχι ως βυζαντινή εκκλησία, αν και υπήρξε και τα δυο ─για χίλια έτη με τη μία ιδιότητα και για άλλα τόσα με την άλλη─, ενώ ήταν σημαντικότερος ως εκκλησία, παρά ως αρχαίος ναός.


Ο Παρθενώνας στις αρχές του 19ου αιώνα.
(Edward Dodwell: «Views in Greece», Λονδίνο,1821).

Όμως, ακόμα και αυτή η εξωτερική εμφάνιση του μνημείου έχει με τη σειρά της διαμορφωθεί από μια ενσυνείδητα εφαρμοσμένη ιδεολογία. Κατά τη διάρκεια του μέσου 19ου αιώνα, η αρχαιολογική υπηρεσία του νεοελληνικού κράτους, υπό την καθοδήγηση τόσο ξένων όσο κι ελλήνων αρχιτεκτόνων, προχώρησε στη συστηματική «κάθαρση» της Ακρόπολης από κάθε ίχνος μετα-κλασικής ιστορίας, δημιουργώντας την εικόνα τον «ανόθευτου» βράχου που εκατομμύρια τουριστών αντικρίζουν στις μέρες μας. Είναι αλήθεια ότι αυτό με το οποίο ήρθαν αντιμέτωποι στην Ακρόπολη, ύστερα απ΄ την απελευθέρωση της πόλης, ήταν ένας χαοτικός ερειπιώνας, αλλά η παρέμβαση στην οποία επιδόθηκαν δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί επιστημονικό έργο αρχαιολογικής συντήρησης και αποκατάστασης.

Από πολλές απόψεις, οι επιστήμονες του 19ου αιώνα υπήρξαν οι σύγχρονοι κληρονόμοι ή, καλύτερα, οι εκτελεστές της «διαθήκης» τον Παυσανία. Γράφοντας για τα μνημεία της κλασικής Ελλάδας σε μια εποχή που η Ελλάδα εκρωμαϊζόταν και αποσιωπώντας τη μετα-κλασική ιστορία της, ο αρχαίος περιηγητής θα μπορούσε παραδόξως να συγκριθεί με τους πρώτους νεοέλληνες διανοούμενους, οι οποίοι ανέτρεξαν στο κλασικό παρελθόν του τόπου σε μια εποχή που η χώρα είχε, αντιστρόφως, αρχίσει ν' αποβάλλει τη ρωμαϊκή (βυζαντινή) της ταυτότητα, προκειμένου να γίνει περισσότερο ευρωπαϊκή.

IMAGE DESCRIPTIONΟι αρχαιολόγοι του νέου κράτους μετέτρεψαν επιτυχημένα σε πραγματικότητα το όραμα του Παυσανία για ένα ανόθεύτο κλασικό παρελθόν, όταν προχώρησαν στην «εκκαθάριση» της μετα-κλασικής ιστορίας της Ακρόπολης και δημιούργησαν αυτή τη λαμπερή φαντασίωση «καθαρολογικού» κλασικισμού. Αυτή η ιδεολογικά επαγόμενη «ανασύσταση», που δεν αντιστοιχεί σε καμία συγκεκριμένη φάση της ιστορίας του βράχου, πραγματοποιήθηκε εν μέσω του ζήλου που διέκρινε τα πρώτα χρόνια ύπαρξης του νέου κράτους και τροφοδοτήθηκε από ένα καθαρολογικής εμπνεύσεως ιδεολόγημα περί ελληνισμού, δανεισμένο απ΄ τις δυτικές δυνάμεις, τις οποίες η Ελλάδα επιθυμούσε να εντυπωσιάσει.

Είναι οπωσδήποτε εντυπωσιακό ότι η πρώτη επιστημονική μελέτη του βυζαντινού ζωγραφικού διάκοσμου δημοσιεύτηκε μόλις το 1993, όταν πλέον τα ίχνη του είχαν εξαφανιστεί (ο Α. Cutler αποκάλεσε το ζωγραφικό αυτό σύνολο το «απολεσθέν μνημείο»). Όπως επίσης προξενεί έκπληξη το γεγονός ότι οι ψηφίδες του μωσαϊκού που κοσμούσε την αψίδα δε μελετήθηκαν ποτέ, αν και υπάρχουν αόριστες αναφορές στη βιβλιογραφία ότι πολλές ή οι περισσότερες απ΄ αυτές βρίσκονται κάπου στο Βρετανικό Μουσείο.

Αν και η αμέλεια αυτή, που είχε ως βαθύτερο αίτιο την περιφρόνηση, απορρίπτεται πλέον ως στάση απ΄ την επιστημονική αρχαιολογική κοινότητα, η ζημιά έχει γίνει. Η συμπαρομαρτούσα ιστορική απώλεια ενίσχυσε την άποψη ότι ο Παρθενώνας είναι «κατ' ουσίαν» ένας αρχαίος ναός που επανακαθιερώθηκε ως σύμβολο της εποχής μας. Εναλλακτικές ερμηνείες παραδόθηκαν στη λήθη —αν δεν αγνοήθηκαν κιόλας συστηματικά—, επιτρέποντας έτσι να προβληθεί μια ιστορία εξ ολοκλήρου κλασική και —μέσω του δικαιώματος κατοχής του μνημείου— σύγχρονη. Η εποχή που το φως τον ναού ακτινοβολούσε πιο λαμπρό από ποτέ αποσιωπήθηκε ιστορικά, ιδεολογικά και αρχαιολογικά.

Το σύγχρονο κράτος και οι λειτουργοί του κατά το 19ο αιώνα, παρά τη δεδηλωμένη τους αφοσίωση στην προαγωγή της γνώσης και την επιστημονική αμεροληψία, εξάλειψαν σκόπιμα κάθε ίχνος στην Ακρόπολη που ανήκε στη μακρά περίοδο της «βάρβαρης» ιστορίας, που θεωρούσαν προσβλητική ─ δηλαδή τα 2.000 χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι το έτος 1821 μ.Χ.. Αποκορύφωμα αυτής της πρακτικής στάθηκε η αμφιλεγόμενη κατεδάφιση τον «Φράγκικου Πύργου» το 1875, ενός απ΄ τα πιο περίφημα μεσαιωνικά ορόσημα της πόλης (η πρόφαση που επικαλέστηκαν ήταν η εύρεση αρχαίων επιγραφών: ύστερα απ΄ την καθαίρεση του πύργου δε βρέθηκε ούτε μία).

Η νεωτερικότητα έχει παρουσιαστεί παντοιοτρόπως ως η νόμιμη κληρονόμος του κλασικού κόσμου και στ΄ όνομά της έχουν στηθεί αφηγήσεις που δεν συμπεριλαμβάνουν το Βυζάντιο.


ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ


4 ΣΧΟΛΙΑ

  • Bielidopoulos

    26 Ιαν 2018

    http://www.mixanitouxronou.gr/ti-girevoun-ta-provata-mesa-stin-plaka-ke-to-kolonaki-i-apistefti-kontra-tsopanidon-ke-perivolaridon-stin-athina-tou-1900/
    http://www.mixanitouxronou.gr/i-athina-prin-apo-100-xronia-se-3d-apeikonisi-kara-voskoi-kai-agelades-ston-nao-tou-ifaistou-vinteo/

    -Γνωστή είναι η σειρά φωτογραφιών «Παραλληλισμοί», στην οποία, θέλοντας να αποδείξει τη φυλετική συνέχεια των Ελλήνων, συγκρίνει προσωπογραφικά βοσκούς και χωριατοπούλες, με κούρους και κόρες της αρχαιότητας....-
    http://www.mixanitouxronou.gr/gimnes-kallitechnikes-fotografies-stin-akropoli-pou-prokalesan-skandalo-alla-anedixan-ke-provalan-mnimio/
    Ρωμιοσύνη εδώ γελάτε.
    XD

  • Ανώνυμος 44680

    26 Ιαν 2018

    Ο Παρθενώνας θα υπάρχει- όσο υπάρχει-ως σύμβολο τού 12θεου.Όσο και να χτυπιέστε....

  • Ανώνυμος 44679

    26 Ιαν 2018

    Ευτυχώς που καθαριστηκε ο ναος απο το χριστιανικο μιασμα. Ελπιζοντας να φτασει καποτε ο καιρος που θα γκρεμιζονται τα εβραιολαγνα ποιμνιοστασια με ζητωκραυγες και επεφημιες...

  • Bielidopoulos

    25 Ιαν 2018

    -Η καθιέρωση της δραχμής το 1833 αποτέλεσε μια αναβίωση του ξεχασμένου μέχρι τότε νομίσματος και ήταν ακόμα μια προσπάθεια της ελληνικής πολιτείας να συνδέσει το νεοσύστατο ελληνικό κράτος με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό.-
    https://el.wikipedia.org/wiki/Δραχμή

    Στο μεταξύ:
    http://www.tanea.gr/news/economy/article/5510544/trelo-parti-forodiafyghs-h-lista-me-tis-60-apisteytes-periptwseis/