Η ΙΣΤΟΡΙΑ
ΤΗΣ ΦΤΩΧΕΙΑΣ

Από την προϊστορία
μέχρι σήμερα

Σχεδόν σε ολόκληρη την ιστορία του είδους μας, οι Σάπιενς ζούσαν σαν τροφοσυλλέκτες. Τα τελευταία 200 χρόνια, κατά τα οποία όλο και περισσότεροι Σάπιενς εξασφαλίζουν το καθημερινό τους φαγητό ως αστικοί εργάτες και υπάλληλοι γραφείου και τα προηγούμενα 10.000, κατά τα οποία οι περισσότεροι Σάπιενς ήταν αγρότες και βοσκοί, δεν είναι παρά ένα ανοιγοκλείσιμο του ματιού σε σύγκριση με τα εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια, που οι προγονοί μας ήταν τροφοσυλλέκτες.

Εκείνη την εποχή, ο πατέρας δεν είχε αυτοκίνητο. Η μητέρα δεν είχε ψυγείο. Το παιδί δεν είχε iPod. Υπήρχαν όμως πολλά άγρια ζώα και δέντρα που έδιναν καρπούς. Στα μυαλά των ανθρώπων δεν είχαν γεννηθεί καν οι έννοιες πλούσιος και φτωχός. Στην αρχή της Ιστορίας του ανθρώπου όλοι φαίνονταν ίσοι.

Με τη Γεωργική Επανάσταση, οι άνθρωποι απόκτησαν σταθερή κατοικία κι άρχισαν να καλλιεργούν τη γη. Από τότε και μέχρι την εποχή της ύστερης νεωτερικότητας, πάνω από το 90% των ανθρώπων ήταν αγρότες που ξυπνούσαν κάθε πρωί για να οργώσουν τη γη με τον ιδρώτα του προσώπου τους. Το αποτέλεσμα του κόπου τους όμως, έτρεφε κυρίως τη μειοψηφία των ελίτ ─βασιλείς, αξιωματούχους, στρατιώτες, ιερείς, καλλιτέχνες και στοχαστές─ που έχουν γεμίσει τα βιβλία της Ιστορίας. Η Ιστορία είναι κάτι που έκαναν ελάχιστοι άνθρωποι, ενώ όλοι οι υπόλοιποι όργωναν χωράφια και κουβαλούσαν κουβάδες με νερό.

Δυστυχώς, οι φιλόπονοι αγρότες σχεδόν ποτέ δεν πετύχαιναν την αυριανή οικονομική ασφάλεια που επιδίωκαν μέσω της σκληρής δουλειάς τους. Παντού ξεφύτρωναν κυβερνήτες και ελίτ, που ζούσαν από τα τρόφιμα των αγροτών αφήνοντάς τους μόνο τα απαραίτητα για να επιβιώσουν. Αυτά τα κατασχεμένα πλεονάσματα τροφοδότησαν την πολιτική, τους πολέμους, την τέχνη και τη φιλοσοφία. Έχτιζαν ανάκτορα, οχυρά, μνημεία και ναούς.

Η τεχνολογική πρόοδος στις μέρες μας, όχι μόνον έχει αμβλύνει αυτές τις διαφορές, αλλά τις όξυνε μάλλον περισσότερο. Σήμερα, οι πλούσιοι γίνονται ακόμα πιο πλούσιοι, ενώ οι φτωχοί ακόμα πιο φτωχοί.

Για να μπορέσουμε όμως, αντιμετωπίσουμε τη φτώχεια, θα πρέπει πρώτα να ιχνηλατήσουμε τα αίτιά της, να κατανοήσουμε την Ιστορία της.


Κυνηγοί – τροφοσυλλέκτες

Ο πληθυσμός των Σάπιενς ήταν αραιός και διάσπαρτος σε αχανείς περιοχές. Πριν την Αγροτική Επανάσταση, ο ανθρώπινος πληθυσμός σε ολόκληρο τον πλανήτη ήταν μικρότερος από της σημερινής Ελλάδας. Οι περισσότερες ομάδες Σάπιενς ζούσαν εν κινήσει πηγαίνοντας από το ένα μέρος στο άλλο προς αναζήτηση τροφής. Οι μετακινήσεις τους επηρεάζονταν από την αλλαγή των εποχών, τις ετήσιες μεταναστεύσεις των ζώων και τον κύκλο ζωής των φυτών. Συνήθως ταξίδευαν μπρος-πίσω μέσα στην περιοχή τους, μία έκταση που μπορούσε να καλύπτει από μερικές δεκάδες έως πολλές εκατοντάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα.

Στα περισσότερα περιβάλλοντα οι Σάπιενς τρέφονταν με ελαστικό και ευκαιριακό τρόπο. Έψαχναν για τερμίτες, μάζευαν μούρα, έσκαβαν για να βρουν ρίζες και κυνηγούσαν κουνέλια, βίσονες και μαμούθ. Παρά τη διαδεδομένη εικόνα του «ανθρώπου κυνηγού», η κύρια δραστηριότητα του Σάπιενς ήταν η τροφοσυλλογή, η οποία τους πρόσφερε και τις περισσότερες θερμίδες της δίαιτάς τους, καθώς και πρώτες ύλες, όπως πυρόλιθο, ξύλα και καλάμια.

Παλαιολιθικοί κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες.
Ο τρόπος ζωής των τροφοσυλλεκτών διέφερε σημαντικά από περιοχή σε περιοχή και από εποχή σε εποχή, αλλά συνολικά φαίνεται ότι οι τροφοσυλλέκτες απολάμβαναν έναν πιο άνετο και ικανοποιητικό τρόπο ζωής
απ' ό,τι οι περισσότεροι χωρικοί, βοσκοί, εργάτες και υπάλληλοι γραφείου που ήρθαν ύστερα από αυτούς.


Καλύτερος ο τρόπος ζωής
των τροφοσυλλεκτών

Ενώ οι λευκοί άνθρωποι στις σημερινές κοινωνίες της αφθονίας δουλεύουν κατά μέσο όρο 40-45 ώρες τη βδομάδα και οι άνθρωποι στον αναπτυσσόμενο κόσμο 60 ή και 80 ώρες, οι τροφοσυλλέκτες που ζουν σήμερα στα πιο αφιλόξενα περιβάλλοντα ─όπως η έρημος Καλαχάρι─ δουλεύουν κατά μέσο όρο μόλις 35-45 ώρες τη βδομάδα. Κυνηγούν κάθε τρίτη μέρα και η τροφοσυλλογή τούς παίρνει 3-6 ώρες ημερησίως. Σε κανονικές περιόδους, αυτές είναι αρκετές για να εξασφαλιστεί η τροφή της ομάδας. Είναι πολύ πιθανό οι τροφοσυλλέκτες, που ζούσαν σε πιο εύφορες ζώνες από την έρημο Καλαχάρι, να δαπανούσαν ακόμα λιγότερο χρόνο για την εξασφάλιση τροφής και πρώτων υλών. Επιπλέον, οι τροφοσυλλέκτες είχαν πολύ μικρότερο φόρτο οικιακών εργασιών. Δεν είχαν να πλένουν πιάτα, να βάζουν σκούπα στα χαλιά, να κάνουν παρκέ, να αλλάζουν πάνες και να πληρώνουν λογαριασμούς.

Η τροφοσυλλεκτική οικονομία πρόσφερε στους περισσότερους ανθρώπους μια ζωή πιο ενδιαφέρουσα απ’ ό,τι η γεωργική ή η βιομηχανική. Σήμερα, μια κινέζα εργάτρια φεύγει από το σπίτι της γύρω στις επτά το πρωί, κάνει μια διαδρομή μέσα στη μόλυνση για να φτάσει στη δουλειά της και μετά χειρίζεται την ίδια μηχανή, με τον ίδιο τρόπο, μέρα μπαίνει - μέρα βγαίνει, για δέκα ατελείωτες και αποχαυνωτικές ώρες, γυρίζει σπίτι γύρω στις επτά το βράδυ, για να πλύνει τα πιάτα και να βάλει μπουγάδα.

Πριν από τριάντα χιλιάδες χρόνια, μια κινέζα τροφοσυλλέκτρια μπορεί να έφευγε από τον καταυλισμό με τους συντρόφους της ας πούμε στις οκτώ το πρωί. Θα τριγυρνούσαν στα κοντινά δάση και τα λιβάδια μαζεύοντας μανιτάρια, ξεθάβοντας φαγώσιμες ρίζες, πιάνοντας βατράχια κι ενίοτε τρέχοντας να ξεφύγουν από τίγρεις. Νωρίς το μεσημέρι θα είχαν γυρίσει στον καταυλισμό για να φτιάξουν μεσημεριανό. Έτσι θα τους έμενε άφθονος χρόνος για να κουτσομπολέψουν, να διηγηθούν ιστορίες, να παίξουν με τα παιδιά ή απλώς να ξεκουραστούν. Φυσικά, οι τίγρεις μπορεί κάποια φορά να τους έπιαναν ή να τους δάγκωνε ένα φίδι, αλλά από την άλλη, δεν είχαν να αντιμετωπίσουν τα τροχαία ατυχήματα και τη βιομηχανική μόλυνση.


Ιδανική διατροφή

Τον περισσότερο καιρό και στις περισσότερες περιοχές, η τροφοσυλλογή παρείχε την ιδανική διατροφή. Αυτό δεν πρέπει να προκαλεί καμία εντύπωση. Αυτό ήταν το διαιτολόγιο των ανθρώπων για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια και το ανθρώπινο σώμα ήταν τέλεια προσαρμοσμένο σε αυτό. Στοιχεία από απολιθωμένους σκελετούς δείχνουν ότι οι αρχαίοι τροφοσυλλέκτες ήταν λιγότερο πιθανό να λιμοκτονήσουν ή να υποφέρουν από ασιτία και ήταν γενικά ψηλότεροι και πιο υγιείς από τους αγρότες απογόνους τους. Το μέσο προσδόκιμο ζωής ήταν κατά τα φαινόμενα μόνο 30-40 χρόνια, αλλά αυτό οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην υψηλή παιδική θνησιμότητα. Τα παιδιά που κατάφερναν να ζήσουν μετά τα πρώτα επικίνδυνα χρόνια της ζωής τους είχαν καλές πιθανότητες να φτάσουν μέχρι τα 60, και ορισμένα έφταναν ακόμα και μέχρι τα 80. Στους σύγχρονους τροφοσυλλέκτες, μια γυναίκα 45 χρονών μπορεί να περιμένει ότι θα ζήσει άλλα 20 χρόνια, και 5-8% του πληθυσμού είναι πάνω από 60 ετών.

Το μυστικό της επιτυχίας των τροφοσυλλεκτών, που τους προστάτευε από τη λιμοκτονία και την ασιτία, ήταν το ιδιαίτερα πολυποίκιλο διαιτολόγιό τους. Οι αγρότες έχουν συνήθως πολύ περιορισμένο και καθόλου ισορροπημένο διαιτολόγιο. Ιδίως στην προνεωτερική περίοδο, οι περισσότερες θερμίδες στη διατροφή ενός αγροτικού πληθυσμού προέρχονταν από έναν μοναδικό καρπό ─όπως σιτάρι, πατάτες ή ρύζι─ που δεν διαθέτει κάποιες από τις βιταμίνες και τα μεταλλικά στοιχεία και άλλα διατροφικά στοιχεία που χρειάζονται οι άνθρωποι. Ο συνηθισμένος χωρικός στη μεσαιωνική Κίνα έτρωγε ρύζι για πρωινό, ρύζι για μεσημεριανό και ρύζι για βραδινό. Αν ήταν τυχερός, μπορούσε να περιμένει ότι θα φάει τα ίδια και την επόμενη μέρα. Αντίθετα, οι αρχαίοι τροφοσυλλέκτες έτρωγαν τακτικά δεκάδες διαφορετικές τροφές. Η τροφοσυλλέκτρια προγιαγιά του χωρικού μπορεί να έτρωγε μούρα και μανιτάρια για πρωινό· φρούτα, σαλιγκάρια και χελώνα για μεσημεριανό· και ψητό κουνέλι με αγριοκρέμμυδα για βραδινό. Το μενού της επομένης μπορεί να ήταν εντελώς διαφορετικό. Αυτή η ποικιλία εξασφάλιζε ότι οι αρχαίοι τροφοσυλλέκτες έπαιρναν όλα τα απαραίτητα θρεπτικά στοιχεία.

Επιπλέον, καθώς δεν ήταν εξαρτημένοι από ένα και μοναδικό είδος τροφής, ήταν λιγότερο πιθανό να υποφέρουν αν μία συγκεκριμένη πηγή τροφής έπαυε να αποδίδει. Οι αγροτικές κοινωνίες αφανίζονται από το λιμό όταν μια ξηρασία, μια πυρκαγιά ή ένας σεισμός καταστρέψει την ετήσια σοδειά του ρυζιού ή της πατάτας. Οι κοινωνίες των τροφοσυλλεκτών δεν είχαν κάποια ανοσία στις φυσικές καταστροφές και υπέφεραν από περιόδους ελλείψεων και πείνας, αλλά συνήθως κατάφερναν να αντιμετωπίσουν τέτοιες δυσκολίες πιο εύκολα. Αν έχαναν κάποιες από τις σταθερές τους τροφές, μπορούσαν να μαζέψουν ή να κυνηγήσουν άλλα είδη ή να μεταφερθούν σε μια περιοχή που είχε πληγεί λιγότερο.

Οι αρχαίοι τροφοσυλλέκτες πλήττονταν επίσης λιγότερο από μολυσματικές ασθένειες. Οι περισσότερες μολυσματικές ασθένειες που έχουν πλήξει τις αγροτικές και τις βιομηχανικές κοινωνίες (όπως η ευλογιά, η ιλαρά και η φυματίωση) ξεκίνησαν από εξημερωμένα ζώα και μεταφέρθηκαν στους ανθρώπους μόνο μετά την Αγροτική Επανάσταση. Οι αρχαίοι τροφοσυλλέκτες, που είχαν εξημερώσει μόνο το σκύλο, δεν υπέφεραν από αυτή τη μάστιγα. Επιπλέον, οι περισσότεροι άνθρωποι στις αγροτικές και τις βιομηχανικές κοινωνίες ζούσαν σε πυκνοκατοικημένους, ανθυγιεινούς οικισμούς ─ ιδεώδη εκκολαπτήρια ασθενειών. Οι τροφοσυλλέκτες γυρνούσαν στην περιοχή τους σε μικρές ομάδες, που δεν μπορούσαν να ευνοήσουν την εξάπλωση επιδημιών.


Η ολοκληρωμένη και πλούσια διατροφή, η σχετικά μικρή εργάσιμη εβδομάδα και η σπανιότητα λοιμωδών νοσημάτων, έχουν κάνει πολλούς ειδικούς να χαρακτηρίσουν τις προ-αγροτικές κοινωνίες των τροφοσυλλεκτών ως τις «πρώτες κοινωνίες της αφθονίας».

Είναι λάθος πάντως να εξιδανικεύουμε τη ζωή των αρχαίων. Αν και ζούσαν καλύτερα από τους περισσότερους ανθρώπους στις αγροτικές και τις βιομηχανικές κοινωνίες, ο κόσμος τους μπορούσε, παρ' όλα αυτά, να είναι σκληρός και ανελέητος. Δεν ήταν σπάνιες οι περίοδοι ελλείψεων και κακουχιών, η παιδική θνησιμότητα ήταν υψηλή, ένα ατύχημα που σήμερα θα ήταν ασήμαντο μπορούσε εύκολα να μετατραπεί σε θανατική καταδίκη. Οι περισσότεροι άνθρωποι πιθανότατα απολάμβαναν την οικειότητα της περιπλανώμενης ομάδας, αλλά οι άτυχοι που προκαλούσαν την εχθρότητα ή τη χλεύη των υπόλοιπων μελών της ομάδας μάλλον υπέφεραν φρικτά. Οι σύγχρονοι τροφοσυλλέκτες ενίοτε εγκαταλείπουν ή και σκοτώνουν ηλικιωμένα ή ανάπηρα άτομα που δεν μπορούν να ακολουθήσουν το ρυθμό της ομάδας. Τα ανεπιθύμητα μωρά και παιδιά μπορεί να εξοντωθούν, ενώ υπάρχουν ακόμα και περιπτώσεις ανθρωποθυσιών θρησκευτικής έμπνευσης.


Κυνηγός στην Τανζανία. Οι τρόποι κυνηγιού των σύγχρονων κυνηγών-τροφοσυλλεκτών δεν διαφέρει από εκείνον των προϊστορικών.

Αγροτική επανάσταση:
Μια μεγάλη απάτη της Ιστορίας

Για 2,5 εκατομμύρια χρόνια, οι άνθρωποι κάλυπταν τις διατροφικές τους ανάγκες μαζεύοντας φυτά και κυνηγώντας ζώα που ζούσαν και αναπαράγονταν χωρίς τη δική τους παρέμβαση. Ο Χόμο Ερέκτους, ο Χόμο Εργκάστερ και οι Νεάντερταλ μάζευαν άγρια σύκα και κυνηγούσαν αγριοκάτσικα χωρίς να αποφασίζουν πού θα φύτρωναν οι συκιές, σε ποιο λιβάδι θα έβοσκε το κοπάδι ή ποιος τράγος θα ζευγάρωνε με ποια κατσίκα. Ο Χόμο Σάπιενς εξαπλώθηκε από την ανατολική Αφρική στη Μέση Ανατολή, την Ευρώπη και την Ασία και, τέλος, στην Αυστραλία και την Αμερική. Όπου όμως κι αν πήγαιναν, οι Σάπιενς συνέχιζαν να ζουν συλλέγοντας άγρια φυτά και κυνηγώντας άγρια ζώα. Γιατί να κάνεις ο,τιδήποτε άλλο, όταν αυτός ο τρόπος ζωής σού προσφέρει άφθονη τροφή και υποστηρίζει έναν πλούσιο κόσμο κοινωνικών δομών, θρησκευτικών πεποιθήσεων και πολιτικών συσχετισμών;

Όλα αυτά άλλαξαν πριν από περίπου 10.000 χρόνια, όταν οι Σάπιενς άρχισαν να αφιερώνουν σχεδόν όλο το χρόνο και τις προσπάθειές τους στη χειραγώγηση της ζωής λίγων ειδών από ζώα και φυτά. Από την ανατολή μέχρι τη δύση, οι άνθρωποι έσπερναν σπόρους, πότιζαν φυτά, ξερίζωναν αγριόχορτα από το έδαφος και οδηγούσαν πρόβατα στα καλύτερα βοσκοτόπια. Αυτή η δουλειά, νόμιζαν, θα τους παρείχε περισσότερα φρούτα, σιτηρά και κρέας. Ήταν μια επανάσταση στον τρόπο με τον οποίο ζούσαν οι άνθρωποι ─ η Αγροτική Επανάσταση.

Η μετάβαση στη γεωργία άρχισε γύρω στο 9.500-8.500 π.Χ. στις λοφώδεις εκτάσεις της νοτιοανατολικής Τουρκίας, του δυτικού Ιράν και της ανατολικής Μεσογείου. Ξεκίνησε αργά και σε περιορισμένη γεωγραφική περιοχή. Το σιτάρι και η κατσίκα εξημερώθηκαν περίπου το 9.000 π.Χ., τα μπιζέλια και οι φακές γύρω στο 8.000 π.Χ., το ελαιόδεντρο το 5.000 π.Χ., το άλογο το 4.000 π.Χ. και το αμπέλι το 3.500 π.Χ.. Ορισμένα ζώα και φυτά, όπως οι καμήλες και τα φιστίκια κάσιους, εξημερώθηκαν ακόμα αργότερα, αλλά μέχρι το 3.500 π.Χ., το κύριο κύμα της εξημέρωσης είχε ολοκληρωθεί. Ακόμα και σήμερα, με την προηγμένη μας τεχνολογία, πάνω από 90% των θερμίδων που τρέφουν την ανθρωπότητα προέρχονται από μια χούφτα φυτά που εξημερώθηκαν από τους προγόνους μας ανάμεσα στο 9.500 και το 3.500 π.Χ. ─ σιτάρι, ρύζι, αραβόσιτος, πατάτα, κεχρί και κριθάρι. Κανένα φυτό ή ζώο άξιο λόγου δεν έχει εξημερωθεί τα τελευταία 2.000 χρόνια. Η κουζίνα μας σήμερα είναι αυτή του αρχαίου αγρότη.

Κάποτε, οι ακαδημαϊκοί διακήρυσσαν ότι η Αγροτική Επανάσταση ήταν ένα μεγάλο άλμα για την ανθρωπότητα. Αφηγούνταν μια ιστορία προόδου με κινητήρια δύναμη την ισχύ του ανθρώπινου εγκεφάλου. Η εξέλιξη δημιουργούσε σταδιακά όλο και πιο ευφυείς ανθρώπους. Τελικά, οι άνθρωποι έγιναν τόσο έξυπνοι που μπόρεσαν να αποκρυπτογραφήσουν τα μυστικά της φύσης, κάτι που τους επέτρεψε να εξημερώσουν τα πρόβατα και να καλλιεργήσουν το σιτάρι. Μόλις έγινε αυτό, παράτησαν χαρούμενοι τη σκληρή, επικίνδυνη και συχνά σπαρτιάτικη ζωή του τροφοσυλλέκτη και εγκαταστάθηκαν σε συγκεκριμένα μέρη για να απολαύσουν την ευχάριστη, ικανοποιητική ζωή του αγρότη.


Αυτή η ιστορία είναι παραμύθι. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν ότι με το πέρασμα του χρόνου οι άνθρωποι έγιναν εξυπνότεροι. Οι τροφοσυλλέκτες γνώριζαν τα μυστικά της φύσης πολύ πριν από την Αγροτική Επανάσταση, αφού ήταν απαραίτητο για την ίδια τους την επιβίωση να γνωρίζουν σε βάθος τα ζώα που κυνηγούσαν και τα φυτά που μάζευαν. Η Αγροτική Επανάσταση δεν σηματοδότησε την απαρχή μιας εποχής όπου η ζωή θα γινόταν πιο εύκολη, αλλά ─αντίθετα─ έκανε τη ζωή των αγροτών πιο δύσκολη και λιγότερο ευχάριστη από εκείνη των τροφοσυλλεκτών. Οι τροφοσυλλέκτες περνούσαν το χρόνο τους με πιο ενδιαφέροντες τρόπους και με μεγαλύτερη ποικιλία, και κινδύνευαν λιγότερο από την πείνα και τις ασθένειες.


Η Αγροτική Επανάσταση αύξησε, βέβαια, τη συνολική ποσότητα τροφής που βρισκόταν στη διάθεση του ανθρώπινου είδους, αλλά το επιπλέον φαγητό δεν μεταφράστηκε σε καλύτερη διατροφή ή περισσότερο ελεύθερο χρόνο. Αντίθετα, μεταφράστηκε σε πληθυσμιακές εκρήξεις και καλομαθημένες ελίτ. Ο μέσος αγρότης δούλευε πιο σκληρά από τον μέσο τροφοσυλλέκτη και είχε για αντάλλαγμα χειρότερη διατροφή. Η Αγροτική Επανάσταση ήταν η μεγαλύτερη απάτη της ιστορίας.

Ποιος ήταν υπεύθυνος; Δεν ήταν ούτε οι βασιλιάδες, ούτε οι ιερείς, ούτε οι έμποροι. Οι ένοχοι ήταν μια δράκα φυτών, όπως το σιτάρι, το ρύζι και οι πατάτες. Αυτά τα φυτά ήταν που εξημέρωσαν τον Χόμο Σάπιενς, κι όχι το αντίθετο. Ας σκεφτούμε για μια στιγμή την Αγροτική Επανάσταση από την πλευρά του σιταριού. Πριν από 10.000 χρόνια, το σιτάρι ήταν απλώς ένα αγριόχορτο, ένα από τα πολλά, περιορισμένο σε μια μικρή έκταση στη Μέση Ανατολή. Ξαφνικά, μέσα σε λίγες μόνο χιλιετίες, φύτρωνε σε ολόκληρο τον κόσμο. Σύμφωνα με τα βασικά εξελικτικά κριτήρια της επιβίωσης και της αναπαραγωγής, το σιτάρι είχε γίνει ένα από τα πιο επιτυχημένα φυτά στην ιστορία της γης. Σε περιοχές όπως οι Μεγάλες Πεδιάδες της Βόρειας Αμερικής, όπου πριν από 10.000 χρόνια δεν φύτρωνε ούτε ένας βλαστός, σήμερα μπορεί κανείς να διανύσει πολλές εκατοντάδες χιλιόμετρα χωρίς να συναντήσει άλλο φυτό. Σε παγκόσμιο επίπεδο, το σιτάρι καλύπτει περίπου 2,25 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα της επιφάνειας της γης, σχεδόν δέκα φορές όσο είναι η Βρετανία.

Πώς μπόρεσε αυτό το χόρτο από ασήμαντο να γίνει πανταχού παρόν; Το σιτάρι τα κατάφερε επειδή χειραγώγησε τον Χόμο Σάπιενς προς όφελός του. Ο πίθηκος αυτός έκανε μια σχετικά άνετη ζωή κυνηγώντας και μαζεύοντας καρπούς μέχρι πριν από περίπου 10.000 χρόνια, αλλά τότε άρχισε να αφιερώνει όλο και περισσότερο χρόνο και προσπάθεια στην καλλιέργεια του σιταριού. Μέσα σε δύο χιλιετίες, οι άνθρωποι στα περισσότερα μέρη του κόσμου δεν έκαναν σχεδόν τίποτα άλλο από το πρωί ως το βράδυ απ’ το να φροντίζουν φυτά. Δεν ήταν εύκολο. Το σιτάρι ήταν απαιτητικό. Δεν του άρεσαν τα βράχια και οι πέτρες, κι έτσι οι Σάπιενς τσάκιζαν τη ράχη τους για να καθαρίζουν χωράφια. Στο σιτάρι δεν άρεσε να μοιράζεται το χώρο του, το νερό και τα θρεπτικά συστατικά του εδάφους με άλλα φυτά, κι έτσι άντρες και γυναίκες περνούσαν μέρες ολόκληρες βοτανίζοντας κάτω από τον καυτό ήλιο. Το σιτάρι αρρώσταινε, κι έτσι οι Σάπιενς έπρεπε να προσέχουν για σκουλήκια και μύκητες. Το σιτάρι ήταν ανυπεράσπιστο απέναντι στούς υπόλοιπους οργανισμούς που ήθελαν να το φάνε, από τα κουνέλια ώς τις ακρίδες, οπότε οι αγρότες έπρεπε να το φυλάνε και να το προστατεύουν. Το σιτάρι διψούσε, κι έτσι οι άνθρωποι κουβαλούσαν νερό από πηγές και ρυάκια για να το ποτίζουν. Η πείνα ανάγκασε τους Σάπιενς να μαζεύουν ακόμα και περιττώματα ζώων για να εμπλουτίζουν το χώμα στο οποίο φύτρωνε το σιτάρι.


Αγρότες στην αρχαία Αίγυπτο.

Το σώμα του Χόμο Σάπιενς δεν είχε εξελιχθεί για να κάνει τέτοιες δουλειές. Ήταν προσαρμοσμένο έτσι ώστε να μπορεί να σκαρφαλώνει σε μηλιές και να τρέχει πίσω από γαζέλες, όχι να καθαρίζει χωράφια από πέτρες και να κουβαλάει κουβάδες με νερό. Σπονδυλικές στήλες, γόνατα, αυχένες και πέλματα πλήρωσαν το τίμημα. Μελέτες σε αρχαίους σκελετούς δείχνουν ότι η μετάβαση στη γεωργία έφερε πλήθος παθήσεων, όπως δισκοπάθεια, αρθρίτιδα και κήλες. Επιπλέον, οι νέες αγροτικές εργασίες απαιτούσαν τόσο πολύ χρόνο, που οι άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκατασταθούν μόνιμα δίπλα στα σταροχώραφά τους. Αυτό άλλαξε εντελώς τον τρόπο ζωής τους. Δεν εξημερώσαμε εμείς το σιτάρι. Το σιτάρι εξημέρωσε εμάς. Τα εξημερωμένα πλάσματα τα λέμε και οικόσιτα. Ποιος μένει σε σπίτια; Το σιτάρι; Όχι· ο Σάπιενς.

Πώς κατάφερε το σιτάρι να πείσει τον Χόμο Σάπιενς να ανταλλάξει μια αρκετά καλή ζωή με μια ύπαρξη πιο δυστυχισμένη; Τι του έδωσε για αντάλλαγμα; Δεν του πρόσφερε καλύτερη διατροφή. Μην ξεχνάτε, οι άνθρωποι είναι παμφάγοι πίθηκοι που ζουν καλύτερα με μεγάλη ποικιλία τροφών. Τα σιτηρά αποτελούσαν ένα μικρό μόνο τμήμα του ανθρώπινου διαιτολογίου πριν από την Αγροτική Επανάσταση. Μια διατροφή που βασίζεται στα δημητριακά είναι φτωχή σε μέταλλα και βιταμίνες, είναι δύσπεπτη και κάνει πολύ κακό στα δόντια και στα ούλα. Το σιτάρι δεν έδωσε στους ανθρώπους οικονομική ασφάλεια. Η ζωή του αγρότη είναι λιγότερο σίγουρη από αυτή του τροφοσυλλέκτη. Οι τροφοσυλλέκτες βασίζονταν σε δεκάδες είδη για την επιβίωσή τους και, επομένως, μπορούσαν να αντιμετωπίσουν δύσκολες χρονιές χωρίς να έχουν αποθέματα διατηρημένης τροφής. Αν ένα είδος έπαυε να είναι επαρκώς διαθέσιμο, μπορούσαν να μαζέψουν και να κυνηγήσουν αλλά είδη. Οι αγροτικές κοινωνίες βάσισαν μέχρι πολύ πρόσφατα τον κύριο όγκο των θερμίδων που έπαιρναν σε μία ελάχιστη ποικιλία εξημερωμένων φυτών. Σε πολλές περιοχές στηρίζονταν σε ένα μόνο βασικό είδος, όπως οι πατάτες ή το ρύζι. Αν δεν έβρεχε αρκετά ή αν εμφανίζονταν σύννεφα από ακρίδες ή αν κάποιος μύκητας μάθαινε πώς να προσβάλλει το συγκεκριμένο είδος, οι αγρότες πέθαναν κατά χιλιάδες ή κατά εκατομμύρια.

Με τη μετακίνηση σε μόνιμους οικισμούς και την αύξηση των αποθεμάτων τροφής ο πληθυσμός άρχισε να αυξάνεται. Η εγκατάλειψη του νομαδικoύ τρόπου ζωής επέτρεψε στις γυναίκες να κάνουν ένα παιδί κάθε χρόνο. Τα μωρά απογαλακτίζονταν σε μικρότερη ηλικία ─ μπορούσαν να τα ταΐζουν χυλό ή κρέμα από δημητριακά. Τα επιπλέον χέρια χρειάζονταν επειγόντως στα χωράφια. Αλλά τα επιπλέον στόματα εξαφάνιζαν γρήγορα τα αποθέματα τροφής, οπότε έπρεπε να καλλιεργηθούν ακόμα περισσότερα χωράφια. Καθώς οι άνθρωποι άρχισαν να ζουν σε οικισμούς που μαστιζόταν από ασθένειες, καθώς τα παιδιά τρέφονταν περισσότερο με δημητριακά και λιγότερο με μητρικό γάλα, και καθώς κάθε παιδί είχε να ανταγωνιστεί όλο και περισσότερα αδέλφια για το χυλό του, η παιδική θνησιμότητα εκτοξεύτηκε. Στις περισσότερες αγροτικές κοινωνίες τουλάχιστον ένα στα τρία παιδιά πέθαινε πριν φτάσει τα 20. Ωστόσο, οι γεννήσεις αυξάνονταν με ταχύτερο ρυθμό σε σχέση με τους θανάτους. Οι άνθρωποι συνέχιζαν να κάνουν όλο και περισσότερα παιδιά.

Η καλλιέργεια του σιταριού λοιπόν, παρείχε πολύ περισσότερη τροφή ανά μονάδα εδάφους κι έτσι επέτρεψε στον Χόμο Σάπιενς να πολλαπλασιαστεί με γεωμετρική πρόοδο. Στα 13.000 π.Χ., όταν οι άνθρωποι τρέφονταν μαζεύοντας άγρια φυτά και κυνηγώντας άγρια ζώα, η περιοχή γύρω από την όαση της Ιεριχούς στην Παλαιστίνη μπορούσε να συντηρήσει το πολύ μία περιπλανώμενη ομάδα περίπου 100 σχετικά υγιών και ικανοποιητικά τρεφόμενων ανθρώπων. Στα 8.500 π.Χ., όταν τα φυτά έδωσαν τη θέση τους στα σταροχώραφα, η όαση συντηρούσε ένα μεγάλο κατοικημένο χωριό 1.000 κατοίκων, που υπέφεραν όμως πολύ περισσότερο από τις ασθένειες και τον υποσιτισμό. Αυτή είναι η ουσία της Αγροτικής επανάστασης: η ικανότητα να μένουν περισσότεροι άνθρωποι ζωντανοί υπό χειρότερες συνθήκες. Η Αγροτική Επανάσταση ήταν μία παγίδα.


Στους πρώτους πολιτισμούς υπήρχαν εκατομμύρια εργάτες με τα χωράφια τους και τις καλύβες τους. Όλα φαίνονται φτωχικά εκτός από τα ανάκτορα, όπου ζούσαν οι βασιλιάδες και οι αρχηγοί, οι «δισεκατομμυριούχοι» της αρχαίας Ιστορίας.

Η γέννηση της έννοιας
της ατομικής ιδιοκτησίας

Η συντριπτική πλειονότητα των αγροτών ζούσαν σε μόνιμους οικισμούς. Λίγοι μόνο ήταν νομάδες ποιμένες. Η εγκατάσταση έκανε τον κόσμο των περισσότερων ανθρώπων να συρρικνωθεί δραματικά. Οι αρχαίοι τροφοσυλλέκτες ζούσαν συνήθως σε περιοχές που εκτείνονταν σε πολλές δεκάδες ή και εκατοντάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα. «Σπίτι» τους ήταν ολόκληρη η περιοχή, με τους λόφους, τα ρυάκια, τα δάση και τον ανοιχτό της ορίζοντα. Οι χωρικοί, από την άλλη, περνούσαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους δουλεύοντας σε ένα μικρό χωράφι ή δενδρόκηπο και η οικιακή τους ζωή ήταν συγκεντρωμένη σε ένα συνωστισμένο κατασκεύασμα από ξύλα, πέτρες ή λάσπη, λίγες δεκάδες τετραγωνικά μέτρα ─ το σπίτι. Ο μέσος αγρότης δημιουργούσε ένα πολύ στενό δεσμό με το οικοδόμημα αυτό. Η επανάσταση αυτή έφτανε πολύ μακριά, καθώς ο αντίκτυπός της εκτός από αρχιτεκτονικός ήταν και ψυχολογικός. Στο εξής, η προσκόλληση στο «σπίτι μου» και ο διαχωρισμός από τους γείτονες έγιναν η ψυχολογική σφραγίδα ενός πολύ πιο εγωκεντρικού πλάσματος. Τότε γεννήθηκε στο μυαλό του ανθρώπου η έννοια της ατομικής ιδιοκτησίας.

Σχεδόν δεν συνειδητοποιούμε πόσο διάχυτη είναι η παρουσία των πραγμάτων μας, μέχρι να χρειαστεί να κάνουμε μια μετακόμιση. Οι τροφοσυλλέκτες μετακόμιζαν κάθε μήνα, κάθε εβδομάδα και μερικές φορές κάθε μέρα, κουβαλώντας τα υπάρχοντά τους στην πλάτη. Δεν είχαν μεταφορικές εταιρείες, κάρα ή έστω υποζύγια για να μοιραστούν τα βάρη τους. Κατά συνέπεια έπρεπε να τα βγάζουν πέρα μόνο με τα απολύτως απαραίτητα.

Ο άνθρωποι μετά την Αγροτική Επανάσταση, δυσκολεύονταν να φύγουν από τις τεχνικές νησίδες τους. Δεν μπορούσαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια, τα χωράφια και τις σιταποθήκες τους χωρίς πολύ σοβαρό κίνδυνο απωλειών. Επιπλέον, όσο περνούσε ο καιρός, συγκέντρωναν όλο και περισσότερα πράγματα ─ αντικείμενα που δεν μεταφέρονταν εύκολα και τους καθήλωναν σε ένα μέρος. Μπορεί σε εμάς οι αρχαίοι αγρότες να φαίνονται πάμφτωχοι, αλλά μία συνηθισμένη οικογένεια είχε στην κατοχή της περισσότερα αντικείμενα από μία ολόκληρη φυλή τροφοσυλλεκτών.


Η γέννηση της έννοιας
της ηθικής

Από τη στιγμή που ο άνθρωπος άρχισε να ζει σε κάποιο δικό του χώρο, κάποιες από τις πράξεις του, τις οποίες έως τότε τις έκανε δημόσια, άρχισε να τις κάνει ιδιωτικά, απομονωμένος στον προσωπικό του χώρο. Τότε γεννήθηκε και η έννοια της ηθικής.


Ο ερχομός του μέλλοντος

Η Αγροτική Επανάσταση έκανε το μέλλον πολύ πιο σημαντικό απ’ ό,τι είχε υπάρξει ποτέ. Οι αγρότες πρέπει πάντα να σκέφτονται το μέλλον και να δουλεύουν με αυτό κατά νου. Η αγροτική οικονομία βασιζόταν στον εποχικό κύκλο της παραγωγής, που αποτελούνταν από πολλούς μήνες καλλιέργειας, τους οποίους ακολουθούσαν οι σύντομες κορυφώσεις του θερισμού. Τη βραδιά μετά την ολοκλήρωση ενός πλούσιου θερισμού, οι αγρότες μπορεί να το γλεντούσαν για τα καλά, αλλά σε μια βδομάδα, ή κάπου εκεί, άρχιζαν πάλι να ξυπνάνε με το χάραμα και να μοχθούνε όλη μέρα στα χωράφια. Μολονότι υπήρχε αρκετή τροφή για σήμερα, για την επόμενη εβδομάδα, ακόμα και για τον επόμενο μήνα, έπρεπε να σκέφτονται και την επόμενη και τη μεθεπόμενη χρονιά.

Η ανησυχία για το μέλλον δεν είχε τις ρίζες της μόνο στους εποχικούς κύκλους της παραγωγής, αλλά και στη θεμελιώδη αβεβαιότητα της γεωργίας. Καθώς τα περισσότερα χωριά καλλιεργούσαν πολύ περιορισμένο αριθμό εξημερωμένων φυτών και ζώων, βρίσκονταν στο έλεος ξηρασιών, πλημμυρών και λοιμών. Οι αγρότες ήταν υποχρεωμένοι να παράγουν περισσότερα από όσα κατανάλωναν ώστε να έχουν αποθέματα. Χωρίς σιτάρι στις αποθήκες, πιθάρια με λάδι και τυρί στο κελάρι και λουκάνικα να κρέμονται από τα δοκάρια, θα λιμοκτονούσαν τις κακές χρονιές. Και, στο κοντινό ή στο μακρινό μέλλον, οι κακές χρονιές σίγουρα θα έρχονταν. Ο χωρικός που ζούσε θεωρώντας ότι δεν θα έρχονταν κακές χρονιές, δεν ζούσε για πολύ.

Συνεπώς, με την εμφάνιση κιόλας της γεωργίας, η ανησυχία για το μέλλον πήρε πρωταγωνιστικό ρόλο στο θέατρο του ανθρώπινου νου. Στα μέρη όπου το πότισμα των χωραφιών εξαρτιόταν από τις βροχές, η έναρξη της εποχής των βροχών σήμαινε ότι κάθε πρωί οι αγρότες θα κοίταζαν τον ορίζοντα, μυρίζοντας τον άνεμο και μισοκλείνοντας τα μάτια. Σύννεφο είναι αυτό; Θα έρθει στην ώρα της η βροχή; Θα βρέξει αρκετά; Θα γίνουν σφοδρές καταιγίδες που θα παρασύρουν τους σπόρους από το χώμα και θα τσακίσουν τα βλαστάρια; Στο μεταξύ, στις κοιλάδες όπως αυτή του Ευφράτη, του Ινδού και του Κίτρινου Ποταμού, άλλοι χωρικοί παρατηρούσαν, με την ίδια αγωνία, το ύψος του νερού. Η στάθμη του ποταμού έπρεπε να ανέβει για να διασκορπιστεί το εύφορο χώμα που είχαν κατεβάσει τα νερά από το βουνό και να γεμίσει τα αχανή αρδευτικά τους συστήματα. Αλλά οι πλημμύρες στις οποίες η στάθμη ανέβαινε υπερβολικά ή που έρχονταν σε λάθος εποχή μπορεί να κατέστρεφαν τα χωράφια όσο και μια ξηρασία.

Οι αγρότες δεν ανησυχούσαν για το μέλλον μόνο επειδή είχαν σοβαρότερους λόγους να ανησυχούν, αλλά κι επειδή μπορούσαν να παρέμβουν. Μπορούσαν να ξεχερσώσουν ένα ακόμα χωράφι, να φτιάξουν ένα ακόμα αρδευτικό κανάλι, να σπείρουν περισσότερο καρπό. Ο ανήσυχος αγρότης ήταν δραστήριος και εργατικός σαν μυρμήγκι το καλοκαίρι, φυτεύοντας ελαιόδεντρα που από τον καρπό τους θα έφτιαχναν λάδι τα παιδιά και τα εγγόνια του, αναβάλλοντας για το χειμώνα ή για την επόμενη χρονιά να φάει το φαγητό που λαχταρούσε σήμερα.

Το άγχος της αγροτικής ζωής είχε ευρύτατες συνέπειες. Αποτέλεσε το θεμέλιο των μεγάλης κλίμακας πολιτικών και κοινωνικών συστημάτων. (Διαβάστε περισσότερα στο βιβλίο του Yuval Noah Harari: Sapiens. Μια σύντομη ιστορία του ανθρώπου, έκδ. «Αλεξάνδρεια», Αθήνα, 2015).


Αρχαία Ελλάδα:
Τόπος στερήσεων και φτώχειας

Η εικόνα που έχουμε σήμερα για την αρχαιότητα έχει επηρεαστεί από τον κινηματογράφο. Αμέτρητες σκηνές πολυτελών δείπνων με άφθονο κρασί, χρυσά σκεύη και φαγητό κυριαρχούν σε όλες τις ταινίες για την αρχαία Αθήνα και τη Ρώμη. Όμως αυτή η εικόνα είναι παραπλανητική. Για χιλιετίες, η Ελλάδα και ολόκληρη η Μεσόγειος ήταν τόπος στερήσεων και φτώχειας. Γυναίκες, άντρες και παιδιά ήταν συχνά υποσιτισμένοι. Στην αρχαία Αθήνα δεν υπήρχαν πορτοκάλια, λεμόνια, πατάτες ή ντομάτες. Το ρύζι ήταν ακόμα άγνωστο, το ίδιο και το καλαμπόκι. Όμως, ο ελληνικός κόσμος συνεχώς επεκτεινόταν κι ερχόταν σε επαφή με Ανατολή και Δύση. Έτσι έγινε ένας τόπος ανάμειξης τροφών, επιρροών και γεύσεων.

Το 1.000 π.Χ. η Αττική ήταν ένας κόσμος φτιαγμένος από μικρά χωριά. Ο μεγαλύτερος οικισμός, η Αθήνα, αριθμούσε μόλις τρεις με τέσσερις χιλιάδες άτομα. Οι περισσότεροι κάτοικοι της Αττικής ήταν φτωχοί. Σε αντίθεση με τους σημερινούς ανθρώπους, παρήγαν οι ίδιοι την τροφή τους, κάτι που ήταν καθόλου εύκολο. Η καλλιέργεια σιταριού στατιστικά αποτύγχανε μια φορά στα τέσσερα χρόνια, ενώ τα όσπρια χάνονταν σχεδόν τρεις φορές στις τέσσερις. Για τους αρχαίους έλληνες, μια κακή σοδειά δεν ήταν απλά ένα οικονομικό πρόβλημα. Ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου.

Στη νότια Ελλάδα, η ύπαιθρος καλυπτόταν από οικογενειακά αγροκτήματα γύρω από τις πόλεις. Οι αγρότες ακολουθούσαν ένα βιώσιμο τρόπο ζωής. Αλλά ο πληθυσμός συνέχισε να αυξάνει και η δυσκολία ήταν ότι χωρίς σύγχρονα λιπάσματα το χώμα έχανε τα θρεπτικά του συστατικά. Αυτό οδηγούσε σε οικολογικές κρίσεις. Η μεγαλύτερη αγωνία των αγροτών ήταν τα σιτηρά. Αν και μεγάλο μέρος της διατροφής τους βασιζόταν σε αυτά, ποτέ δεν υπήρχαν σε αφθονία. Το σιτάρι και το κριθάρι συμπληρώνονταν από όσπρια, όπως ρεβίθια, φακές και λαθούρι, από λαχανικά, όπως πράσα, κρεμμύδια και λάχανα και από άγριους καρπούς και ρίζες. Κάποιες φορές στο τραπέζι του αγρότη υπήρχαν επίσης τυρί, ελιές και κρασί. Οι απλοί άνθρωποι στην Αθήνα και όλη την Ελλάδα, έτρωγαν κριθάρι, σε ένα είδος χυλού. Αναμείγνυαν δημητριακά με νερό ή γάλα. Αυτός ήταν ένας καλός τρόπος να συντηρηθεί στο γάλα, που αλλιώς θα αλλοιωνόταν στη ζέστη. Δεν ήταν πολύ νόστιμο φαγητό, αλλά προσθέτοντας ελιές, κρεμμύδι και σκόρδο, το έκαναν πιο γευστικό.

Η Αττική οριακά παρήγε αρκετή τροφή για τους κατοίκους της και και ο υποσιτισμός ήταν μέρος της καθημερινότητας για τους περισσότερους έλληνες. Σε καιρό πείνας ο,τιδήποτε μπορούσε να φαγωθεί. Έτρωγαν κλωνάρια και βλαστούς δέντρων και θάμνων, βολβούς και ρίζες δύσπεπτων φυτών. Χόρταιναν με άγρια βότανα και φρέσκα χόρτα, αφού τα μαγείρευαν όλα μαζί. Την άνοιξη, όταν τα αποθέματα σε σιτηρά εξαντλούνταν, οι αγρότες τρέφονταν με τροφές που έδιναν στα ζώα τους, όπως π.χ. βελανίδια. Όταν όλα τα υπόλοιπα τρόφιμα εξαντλούνταν, οι κάτοικοι της Αττικής άρχιζαν να καταναλώνουν ακόμα και έντομα. Ακρίδες και τζιτζίκια.

Πώς συμβαδίζει εικόνα που έχουμε για την Ακρόπολη και τον Παρθενώνα με το σκληρό καθημερινό αγώνα που έδιναν οι αθηναίοι για να επιβιώσουν; Ποια ήταν η πραγματικότητα πίσω από τα επιτεύγματα της κλασικής Αθήνας;

Στην Αθήνα ο υποσιτισμός έπληττε κυρίως τα παιδιά. Όμως, το προσδόκιμο ζωής τους είχε να κάνει και με ένα ακόμα χαρακτηριστικό: το φύλο. Στην αρχαιότητα, όπως και στις χώρες του τρίτου κόσμου σήμερα, οι άνδρες ζουν περισσότερο από τις γυναίκες κι αυτό έχει να κάνει με τη διατροφή τους. Οι αθηναίοι έδιναν λιγότερη τροφή στις γυναίκες απ’ ό,τι στους άντρες. Με τη μειωμένη διατροφή επιχειρούσαν να ελέγξουν τις ορέξεις των νέων κοριτσιών, γιατί όσο έπαιρναν βάρος, τόσο αύξανε η ερωτική τους όρεξη.

Οι περισσότεροι αθηναίοι πολίτες έτρωγαν μόλις ένα με δύο κιλά κρέας το χρόνο κι αυτή η κατανάλωση σχετιζόταν με τη θυσία ενός ζώου. Δεν είχαν τη δυνατότητα να τρώνε κρέας καθημερινά, εκτός κι αν ήταν πολύ πλούσιοι. Το έτρωγαν κυρίως στο πλαίσιο θυσιών. Το κρέας προερχόταν πάντα από θυσία. Επρόκειτο για θρησκευτικές τελετές.

Σήμερα, οι περισσότεροι δεν γνωρίζουμε ότι ο λόφος της Ακρόπολης ήταν τόπος θυσίας. Στην εικόνα του Παρθενώνα πρέπει να συμπληρώσουμε αμέτρητες σκηνές σφαγής ζώων, φωτιές με ψησταριές και μεγάλους υπαίθριους χώρους συνεστίασης, όπου οι αθηναίοι κατανάλωναν το κρέας.




Ζώα, που οδηγούνται για θυσία.



Όπου ακούτε για θυσίες των ελλήνων, φανταστείτε ένα μεγάλο μπάρμπεκιου.



Το μόνο που χρειαζόταν για μια θυσία ήταν ένας βωμός. Ούτε αγάλματα, ούτε ναοί, ούτε ιερά. Χρειαζόταν μόνο ένα μέρος για το δώρο προς τους θεούς.



Η ελληνική θρησκεία εκφραζόταν μέσω θυσιών αίματος. Έκοβαν το λαιμό στα ζώα κι αυτό δεν γινόταν ιδιωτικά ή σε κάποιο σφαγείο, αλλά στη μέση της πόλης ενώπιον όλων των πολιτών.



Η σφαγή ενός ζώου προκαλεί έντονα συναισθήματα Δεν είναι κάτι εύκολο. Αυτά εκφράζονταν με τελετουργικές κραυγές των γυναικών. Με το αίμα κάλυπταν όλο το βωμό και το ζώο σφαζόταν και τεμαχιζόταν. Ιερέας και σφαγέας ήταν το ίδιο πρόσωπο. Το κρέας μοιραζόταν σε όλους, οπότε όλοι μετείχαν στη θανάτωση των ζώων. Μοιράζονταν την ενοχή για τη σφαγή, αλλά και τα οφέλη με τη μοιρασιά του κρέατος.



Στη Ζωφόρο του Παρθενώνα απεικονίζονται ιερείς, συμμετέχοντες και τα ζώα που οδηγούνται στη θυσία.

Εκατό αγελάδες θυσιάζονταν στα Παναθήναια. Οι θυσίες γίνονταν στην Ακρόπολη. Μετά, το κρέας επέστρεφε κάτω στην πόλη και σίγουρα στο Κεραμεικό, όπου μαγειρευόταν και όλη η πόλη χόρταινε με τα εκατό αυτά ζώα. Πρακτικά, είναι δύσκολο να το φανταστούμε, να σκοτώνονται εκατό αγελάδες σε μία μέρα.




Αγρότες στο Βυζάντιο.



Αγρότες στη μεσαιωνική Ευρώπη.

Μεσαίωνας

Κατά την περίοδο του Μεσαίωνα στην Ευρώπη οι μεγάλοι γαιοκτήμονες κατείχαν την εξουσία στα κτήματα που τους ανήκαν, που περιλάμβαναν όλες τις περιοχές τις οποίες μπορούσαν να ελέγξουν. Συχνά παραχωρούσαν γη σε άλλους που τους όφειλαν αφοσίωση και υποτέλεια.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα του φεουδαρχικού συστήματος ήταν και η ουσιαστική επιβίωση της δουλείας, υπό τη μορφή της δουλοπαροικίας. Οι υποτελείς χωρικοί τίθονταν υπό την προστασία των ισχυρών γαιοκτημόνων με αντάλλαγμα τον πλήρη έλεγχο της ζωής και εργασίας τους. Οι αγρότες και τεχνίτες της περιοχής όφειλαν στρατιωτική υπηρεσία στον άρχοντα, πολεμώντας μαζί του, χτίζοντας το κάστρο του και υπηρετώντας ως φρουροί.

Το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων των αρχόντων προερχόταν από την παραγωγή που έβγαζε η γη τους, αλλά και από ενοίκια, φορολογία, διόδια και επιβολή προστίμων. Παράλληλα, οι άρχοντες επέβαλαν και μονοπώλιο σε μέσα παραγωγής όπως οι μύλοι, φούρνοι και τα πατητήρια που του ανήκαν. Οι κρατήσεις που υφίσταντο οι αγρότες από την παραγωγή της σοδειάς τους ήταν τόσο μεγάλες που τα ¾ από αυτήν δεν τα διαχειρίζονται οι ίδιοι. Οι άρχοντες όμως που, παρότι είχαν τη δυνατότητα να πωλούν και να αμείβονται σε χρήμα, αναζητούσαν περισσότερα, μετέτρεπαν την γαιοπρόσοδο σε χρηματική. Με τα χρήματα άμειβαν τεχνίτες ή αγόραζαν καταναλωτικά αγαθά, κάτι που δημιουργούσε μια αγορά εντός του χωριού.

Βαθμιαία οι χωροδεσπότες αντιλήφθηκαν ότι μπορούσαν να ενισχύσουν την εκμετάλλευση της περιουσίας τους, βελτιώνοντας τις συνθήκες διαβίωσης των υποτελών τους, ευνοώντας την αύξηση του πληθυσμού ή επιτρέποντας μερική αυτονομία στην αγροτική παραγωγή.

Κατά τη μέση περίοδο του Μεσαίωνα συντελέστηκαν αλλαγές, όπως η δημογραφική αύξηση, η οποία όμως υποδιαιρούσε τους αγροτικούς κλήρους τόσο πολύ, με αποτέλεσμα οι φτωχοί να γίνονται φτωχότεροι. Παράλληλα, οι συνεχείς σιτοδείες επιδείνωναν το πρόβλημα. Σύμφωνα με τα σύγχρονα κριτήρια οι πάντες σχεδόν ζούσαν σε άθλιες συνθήκες.

Στις πόλεις η φτώχεια είχε γίνει μείζον πρόβλημα, οι σωζόμενες πηγές παραθέτουν ποσοτικά στοιχεία, τα οποία μας επιτρέπουν να υπολογίσουμε την έκτασή της. Το ένα τρίτο του πληθυσμού των περισσοτέρων ευρωπαϊκών πόλεων βρισκόταν στα όρια επιβίωσης, ενώ σε πολλές πόλεις το ποσοστό αυτό ξεπερνούσε το 50%. Το πρόβλημα γινόταν ακόμη πιο σύνθετο από τους ανειδίκευτους εργάτες της υπαίθρου, οι οποίοι την άφηναν για να εγκατασταθούν και αυτοί στις πόλεις.

Υπήρχαν δύο κατηγορίες φτωχών. Οι φτωχοί που είχαν σταθερή εργασία και οι ευκαιριακά απασχολούμενοι φτωχοί. Η πρώτη ομάδα αναδύθηκε μέσα από τον καλπάζοντα πληθωρισμό και τη γενική αποδιοργάνωση του ύστερου μεσαίωνα. Οι διακυμάνσεις των τιμών έπαιρναν εξωφρενικές διαστάσεις στις πόλεις και παράλληλα οι συντεχνίες έκλειναν, με αποτέλεσμα η πρόσβαση στην αγορά εργασίας να στενεύει και οι ευκαιριακά εργαζόμενοι να μην μπορούν να συντηρήσουν τον εαυτό τους καθόλη τη διάρκεια του έτους. (Κ. Κοφφινά: «Μεσαίωνας - Φτώχεια, Μαγεία & Δοξασίες», diolkos.blogspot.gr). Η φτώχεια ήταν απλώς αποδεκτή ως πραγματικότητα της ζωής.




Παιδική εργασία σε εργοστάσιο του δυτικού κόσμου της βιομηχανικής εποχής.

Βιομηχανική Επανάσταση

Η φτώχεια το 1800 μάστιζε το 90% του κόσμου. Με τη Βιομηχανική Επανάσταση, δημιουργήθηκαν μεγάλες πόλεις, όπου ήταν ευδιάκριτες οι πραγματικά μεγάλες ανισότητες. Η φτώχεια και η συνύπαρξη πλουσίων και φτωχών έγιναν πρόβλημα. Τη βιομηχανική εποχή οι άνθρωποι δούλευαν σκληρά, πολλές ώρες τη μέρα, ακόμα και τα παιδιά. Ενώ οι μηχανές γινόντουσαν όλο και πιο γρήγορες, οι άνθρωποι δούλευαν όλο και πιο σκληρά, για να συμβαδίζουν.




Σκηνή από την ταινία Όλιβερ Τουίστ. Η Βρετανία την εποχή της Βιομηχανικής Επανάστασης ήταν μια χώρα μεγάλων αντιθέσεων. Υπήρχαν πάμπλουτοι αλλά και υπερβολικά φτωχοί.

Η φτώχεια σήμερα

Η φτώχεια σήμερα, είναι ένα φαινόμενο με παγκόσμια έκταση, μια πληγή της σύγχρονης κοινωνίας που μας θυμίζει πως η τεχνολογική και οικονομική ανάπτυξη δεν είναι συνώνυμες με τις έννοιες του ανθρωπισμού και του πολιτισμού.




Φτώχεια σήμερα.



Ο πλούτος βρίσκεται συγκεντρωμένος στα χέρια μιας μικρής ελίτ.



Μεξικό.



Κένυα.



Μεγ. Βρετανία.



Η.Π.Α.



Ρωσία.



Ελλάδα.



Στο σύγχρονο κόσμο, η φτώχεια και η υπανάπτυξη πάντα προξενούν αύξηση των εθνικιστικών κινημάτων. Επακόλουθά τους είναι οι πόλεμοι.

Σήμερα, ο κόσμος είναι πλουσιότερος από ποτέ. Ο πλούτος όμως, βρίσκεται πάλι συγκεντρωμένος στα χέρια μιας πολύ μικρής ελίτ ανθρώπων. Υπάρχει ένας πολύ μικρός αριθμός πλουσίων στον κόσμο, που έχουν συγκεντρώσει το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου. Στον αντίποδα, υπάρχει ένας τεράστιος αριθμός φτωχών, εκ των οποίων τουλάχιστον το 20% ζουν σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας.

Με το πέρασμα του χρόνου, ο αριθμός των πλουσίων συρρικνώνεται, ενώ παράλληλα ο πλούτος τους αυξάνεται. Παράλληλα, ο αριθμός των φτωχών αυξάνεται κι επιπλέον οι ήδη φτωχοί γίνονται ακόμα φτωχότεροι. Η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων σήμερα, ζουν με ελάχιστα. Παιδιά δουλεύουν σαν σκλάβοι.






Διαβάστε:

Yuval Noah Harari: Sapiens. Μια σύντομη ιστορία του ανθρώπου,
έκδ. «Αλεξάνδρεια», Αθήνα, 2015).


Δείτε:

Ben Lewis: «Why poverty?», παραγωγή: Submarine and steps international.

Ν. Νταγιάντα, Α. Αποστολίδη, Λ. Χαρίτου, Γ. Άβεροφ: «Το ταξίδι της τροφής. Η διατροφή στην Ελλάδα
από την προϊστορία μέχρι σήμερα
», παραγωγή: «Anemon productions».






ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ


5 ΣΧΟΛΙΑ

  • Bielidopoulos

    6 Οκτ 2017

    http://news.in.gr/science-technology/article/?aid=1231247448 Φάρμα για μύγες κερδίζει βραβείο καινοτομίας του ΟΗΕ - Πρωτεΐνη από τα σκουπίδια http://www.protothema.gr/ugeia/article/485278/fukia-edoma-kai-tehnito-kreas-einai-oi-trofes-tou-mellodos/

  • Bielidopoulos

    6 Οκτ 2017

    http://www.iefimerida.gr/news/365357/antras-etroge-mono-patates-gia-ena-hrono-kai-ehase-50-kila-eikones Υπέρβαρος αυστραλός (με κότσια) έχασε 50 κιλά τρώγοντας μόνο πατάτες, γλυκοπατάτες και σόγια για ένα χρόνο. Οι δείκτες υγείας του βελτιώθηκαν. Γιατο μέλλον προβλέπονται φύκια, ακρίδες και άλλα έντομα. http://news.in.gr/science-technology/article/?aid=1231248108

  • Bielidopoulos

    6 Οκτ 2017

    Καταλαβαίνω ότι το κείμενο προέρχεται από αποσπάσματα από βιβλία και μου κάνει εντύπωση πώς κάποιοι γράφουν ένα βιβλίο και παραθέτουν μεταξύ σωστών και χονδροειδέστατες μπούρδες. Δεν μπορεί να γίνει σύγκριση μεταξύ των δέκα χιλιάδων σάπιενς που κατοικούσαν διάσπαρτοι στην Ευρώπη με τα σημερινά εκατοντάδες εκατομμύρια. Είναι ανεδαφικό και άνευ ουσίας. Εκτός και αν νοσταλγούμε μία φανταστική εποχή με λιγότερο άγχος και πίεση και ταυτόχρονα με όλες τις σύγχρονες ανέσεις. Ποτέ δεν υπήρξε τέτοια εποχή και η σύγκριση των μεταβιομηχανικών κοινωνίων με τους παλαιολιθικούς πληθυσμούς είναι αντιεπιστημονική. Αν κάτι δεν πάει καλά με τις σημερινές κοινωνίες (και είναι πολλά αυτά που δεν πάνε καλά), το παράδειγμα του παλαιολιθικού ανθρώπου είναι παντελώς άσχετο και δεν χρησιμεύει σε τίποτε. Επιπρόσθετα δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια πώς ζούσε λόγω της μεγάλης χρονικής απόστασης και έτσι ο κάθε συγγραφέας αφήνει ελεύθερη τη φαντασία του και αμολάει το κοντό και το μακρύ του. Αναφέρεται: \"Κανένα φυτό ή ζώο άξιο λόγου δεν έχει εξημερωθεί τα τελευταία 2.000 χρόνια. Η κουζίνα μας σήμερα είναι αυτή του αρχαίου αγρότη.\" Τώρα τί να πρωτοσχολιάσει κανείς για αυτή την αλλοπρόσαλλη μπούρδα. Δεν στέκει τίποτε λογικά από αυτές τις δύο προτάσεις. Δηλαδή τί άλλο θέλει να εξημερωθεί ο μεταβιομηχανικός άνθρωπος; Οι ζέβρες; Τα δελφίνια; Να τα εξημερώσει όλα, να τα φάει όλα, να ησυχάσουμε! Ξεχνάμε προφανώς ότι πλέον η αθρωπότητα είναι ένα δίκτυο και ό,τι εξημέρωσαν οι προκολομβιανοί για παράδειγμα, τώρα το απολαμβάνουν όλοι στον πλανήτη. Το ίδιο και ότι εξημέρωσαν οι κινέζοι, οι ινδοί κ.λπ. Δηλαδή αυτό δεν φτάνει; Το ότι το εμπόριο είναι πλέον παγκόσμιο δεν φτάνει να γεμίσει το στομάχι; Συν τα μεταλλαγμένα τρόφιμα. Αναφέρεται: \"Μια διατροφή που βασίζεται στα δημητριακά είναι φτωχή σε μέταλλα και βιταμίνες, είναι δύσπεπτη και κάνει πολύ κακό στα δόντια και στα ούλα.\" Άλλη πάλι αλλοπρόσαλλη κοτσάνα. Καμία φυτική τροφή δεν καλύπτει όλα τα θρεπτικά συστατικά. Αλλά ο συνδυασμός αυτών. Δημητριακά και όσπρια ήταν και παραμένουν η βασική πηγή τροφής λόγω του ότι μπορούν να παραχθούν σε μεγάλες ποσότητες και κάτι πολύ σημαντικό: να αποθηκευτούν για μεγάλα χρονικά διαστήματα υπό ιδανικές συνθήκες. Σημαντικός παράγοντας για τον καταμερισμό εργασίας, αφού πλέον μόνο κάποιοι δουλεύουν στον αγροτικό τομέα. Οι υπόλοιποι περιμένουν τα αγαθά της πρωτογενούς παραγωγής. Είχε πρωτογενή/δευτερογενή/τριτογενή παράγωγή ο παλαιολιθικός; Τί σχέση έχει αυτό με τον παλαιολιθικό άνθρωπο; Απολύτως καμία. Δεν τίθεται θέμα σύγκρισης. Όπως επίσης στις μέρες μας η ανθρωπότητα παράγει πολύ περισσότερα τρόφιμα από όσα χρειάζεται (καταλήγουν στα σκουπίδια το 1/3), άλλο το σύστημα διανομής είναι επιλεκτικό. Και τί σχέση έχει αυτό με τον παλαιολιθικό άνθρωπο; Πάλι απολύτως καμία. Αναφέρεται: \"Η Αγροτική Επανάσταση ήταν η μεγαλύτερη απάτη της ιστορίας.\" Υποκειμένικό και αστήρικτο συμπέρασμα. Κάποτε εμφανίστηκε κάτι κακό που λέγεται \"αγροτική επανάσταση\" και μας γέμισε κακά... Μα δεν εμφανίστηκε με την έννοια την αιτιοκρατική: το Α δημιουργεί το Β και το Β το Γ. Αυτά είναι παιδαριώδη. Ειναι σαν να υποστηρίζει κάποιος ότι μία φορά εμφανίστηκαν ένας άνδρας και μία γυναίκα σάπιενς, έγιναν 4, μετά οι 4 έγιναν 8 κοκ. Ούτε ισχύει κάτι τέτοιο, ούτε συνέβει ποτέ. Κάποιος διάσπαρτος πληθυσμός χιλιάδων ατόμων διαφοροποιήθηκαν αργά και σταδιακά, ανταλλάζοντας συνεχώς γονίδια μέσω διασταυρώσεων και από εκεί προήλθε ένα διαφορετικό είδος. Έτσι και εδώ. Πολλοί και διάφοροι παράγοντες (επιβίωση, συνεργασία, επικοινωνία, σταθερή κατοικία, εξημέρωση, καλλιέργεια κ.λπ.) αλληλοεπηρεάζονταν για μεγάλα χρονικά διαστήματα, έγιναν ζυμώσεις που δεν μπορεί κανείς να πει ποιος παράγοντας από όλους υπήρξε ο σημαντικότερος, διότι είναι ένα αδιαχώριστο δίκτυο παραγόντων, που τελικά οδήγησαν σε αυτό που καλούμε αγροτική επανάσταση. Μπας περιπτώσει το πρόβλημα των σημερινών καταναλωτικών κοινωνιών είναι το εγώ τους και οι τεράστιες επιθυμίες και απαιτήσεις τους που τροφοδοτούνται και από την ιδεόσφαιρα που έχει διαμορφωθεί. Είτε θα μειώσουν το εγώ τους δεχόμενοι να ζούνε με λιγότερα, είτε θα καταστρέψουν την βιοποικιλότητα μέρος της οποίας αποτελούν. Η βιόσφαιρα έχει πεπερασμένες δυνατότητες ανανέωσης των φυσικών πόρων και ανακύκλωσης. Το όριο έχει ξεπεραστεί από την ανθρωπότητα. Δεν μπορείτε κύριοι στο όνομα της \"προόδου\", της \"ευημερίας\", του \"πολιτισμού\" να ζείτε σε βάρος των άλλων ειδών, διότι αποτελείται μέρος της βιοποικιλότητας και όχι ο ρυθμιστής της. Ο δε παλαιολιθικός άνθρωπος είναι ένα μακρινό παραμύθι και τίποτε άλλο. http://www.iefimerida.gr/news/354116/stis-2-aygoystoy-teleiosan-ta-apothemata-toy-planiti-zoyme-me-pistosi-pinakes

  • Ανώνυμος 43944

    6 Οκτ 2017

    Eχω βαρεθει να διαβαζω απο καθε φοβισμενο ανθρωπακι για το ποσο καλα περναγαν οι παλιοτεροι. Που ζουσαν τα μισα χρονια και λιγωτερο (αδιασειστος και αντικειμενικος κριτης του ποιος περναει καλυτερα). Ποσο \"ηξεραν τη φυση τους\" αλλα πεθαιναν απο ενα απλο τραυμα, προσευχοντουσαν στον ηλιο και στα ποταμια, και ετρεμαν στις αστραπες και στα μπουμπουνητα. Ολοι αυτοι που οταν εφευγαν, γινονταν ενα με τα περσινα χιονια. Ειτε ανθρωποι, ειτε ζωα, μια υπαρξη χωρις συνεπειες, χωρις συνεισφορα, αυτος ειναι ο ποθος που προσπαθει να μας μεταφερει το αρθρο. Ομως ειναι κατανοητο το σκεπτικο του αρθρου: Η σημερινη κοινωνια ειναι πολυπλοκη και ακατανοητη. Υπαρχει ο φοβος του αγνωστου, και γι αυτο το φοβισμενο ανθρωπακι γυριζει και κυτταζει πισω οπου τα παντα ειναι πια γνωστα. Ναι, ηταν καλυτερα οι κυνηγοι πριν 200χιλ χρονια! Βεβαια εφταναν - δεν εφταναν τα 30, μπορει να εσπαγαν ποδι, μπορει να τους ετρωγε κα\'νας λυκος, και το βραδυ ετρεμαν απο τον φοβο της λεοπαρδαλης. Κι εχαναν και τα μισα τους παιδια απο αρρωστιες. Ομως το φοβισμενο ανθρωπακι δεν τα βλεπει αυτα. Θελει την απλη ζωη του παρελθοντος, αλλα με τις συγχρονες ανεσεις. Δεν μου λετε, οταν θελετε να πατε για κυνηγι, σας φτανει καραμπινα, η προτιματε Καλασνικοφ; Για να τελειωνει ομως το δουλεμα: Τρια αντικειμενικα κριτηρια για το αν υπαρχει προοδος, η οχι. 1. Ο ανθρωπος ζει περισσοτερο. (και αυξανει ο πληθυσμος, αν και αυτο ειναι και προβλημα απο μονο του). 2. Ο ανθρωπος αφηνει ιχνος της υπαρξης του οταν πεθανει; 3. Ο ανθρωπος εχει φτασει σε σημειο να μπορει να προστατεψει τον πλανητη απο καταστροφη απο μετεωριτη. (Ειμαστε σχεδον εκει.)

  • Bielidopoulos

    5 Οκτ 2017

    Σαφώς και οι παλαιολιθικοί πληθυσμοί ήταν τροφοσυλλέκτες και όχι κυνηγοί-σπρίντερ όπως ήθελε σώνει και καλά να τους βγάλει ο Δημόπουλος. Και σε περιόδους ξηρασίας μετατρέπονταν σε ρακοσυλλέκτες, μην το γελάτε καθόλου. Υπόψιν ότι ακόμα και αν ένας πληθυσμός ή κοινότητα κυνηγάει έστω και μία φορά το μήνα, πάλι κυνηγοί θα κατηγοριοποιούνται, αλλά πρέπει να ξέρουμε τί ακριβώς σημαίνει ο χαρακτηρισμός \"κυνηγοί\" πριν προβούμε σε αυθαίρετες και ημιμαθείς γενικεύσεις τύπου Δημόπουλου. Αλλά: αναφέρονται στο άρθρο κάποια στερεότυπα που σιγά-σιγά θα τα αφήσει πίσω της η επίσημη επιστήμη. Ότι δηλαδή οι παλαιολιθικοί πέρναγαν καλά, χωρίς ασθένειες και με ποικιλία τροφής. Αν κάποιος ψάξει να βρει πόσοι σάπιενς και πόσοι νεάντερταλ ζούσαν στην Ευρώπη θα εκπλαγεί από τους μικρούς τους αριθμούς σε σχέση με σήμερα. Γιατί όμως τόσοι και όχι πολύ περισσότεροι αφού περνούσαν τόσο καλά; Πολύ απλά κάτι τους περιόριζε. Και ο περιοριστικός παράγοντας στους πληθυσμούς είναι ως συνήθως: η τροφή. Που σημαίνει ότι δεν ήταν ακριβώς και τόσο ρόδινα τα πράγματα (κάτι αναφέρεται σε μία παράγραφο του άρθρου). Κατόπιν ήρθαν άλλα: συγκέντρωση σε σφικτές κοινωνίες, κεντρική οργάνωση, διοίκηση και κοινό όραμα για το μέλλον (η πρωταρχική απλότητα χάνεται), καταμερισμός εργασίας, εξειδίκευση, ανταγωνισμός με άλλες κοινότητες και όλα αυτά απαιτούν παραγωγή τροφής η οποία κατόπιν θα συντηρείται και θα αποθηκεύεται για να χρησιμοποιηθεί αργότερα. Από την γεωργική επανάσταση και μετά υπεισέρχονται ένα σωρό παράγοντες στην οικονομία και ευζωία των κοινωνιών, άγνωστοι στους παλαιολιθικούς και κάθε ευθεία σύγκριση με τους σύγχρονους καταντάει ανεδαφική. Π.χ. οι μολυσματικές ασθένειες δημιουργούνται από το συγχωτισμό ανθρώπων και ενίοτε ανθρώπων και ζώων και όσο αυξάνει ο πληθυσμός ενός είδους (και σε βάρος πάντα των υπόλοιπων ειδών) τόσο η φύση προσπαθεί να ισορροπήσει τα πράγματα με διάφορους τρόπους ώστε να μην κυριαρχήσει ένα μόνο είδος, αλλά να υπάρχει ποικιλία, που εξασφαλίζει τη ζωή στον πλανήτη (βιοποικιλότητα - η ζωή στη γη είναι ένα δίκτυο και συνεχίζει να υπάρχει ως δίκτυο και όχι μονοκρατορία του ανθρώπου). Επίσης δεν δημιούργησε η σταθερή κατοικία την γεωργική επανάσταση, αλλά το αντίθετο: διάφοροι παράγοντες οδήγησαν σταδιακά στη σταθερή κατοικία που συνέβαλε στην εμφάνιση της γεωργικής επανάστασης, Αυτοί και πολλοί άλλοι παράγοντες δεν υπολογίζονται στο άρθρο με αποτέλεσμα να βγαίνει ένα συμπέρασμα του τύπου οι παλαιολιθικοί δεν αρρώσταιναν, άρα ζούσαν καλύτερα. Καταλήγοντας η γεωργική επανάσταση δεν είναι απάτη, αλλά κάτι που ξεκίνησε ως κατάληξη ενός σωρού παραγόντων. Επιπρόσθετα δεν εμφανίστηκε ξαφνικά, αλλά υπήρξε μια περίοδος προετοιμασίας που τα μέχρι τώρα μαθηματικά μοντέλα (μια και οι αρχαιολογικές ανακαλήψεις είναι διάσπαρτες στο χώρο και στο χρόνο και αποσπασματικές) δείχνουν ότι συμπίπτει με την ανώτερη παλαιολιθική περίοδο, δηλαδή την τελευταία και μικρότερη σε χρονική διάρκεια περίοδο της παλαιολιθικής εποχής, όπου έλαβε χώρα και αύξηση του αριθμού των παλαιολιθικών πληθυσμών. (Το πρόβλημα δεν είναι η γεωργική επανάσταση, αλλά ο συνήθης ύποπτος: η ανθρώπινη κοινωνία με όλα τα παρελκόμενά της: ηθική, νόμοι, συγκεντρωτική διοίκηση, ανάγκες, απαιτήσεις, όνειρα, επιδιώξεις, ιδανικά, άγχος, τεχνολογία. Είναι απλά αδύνατο όλα αυτά να εναρμονιστούν σαν σύνολο. Όσο μεγαλύτερες οι επιθυμίες τόσο φεύγει η απλότητα. Τα αρνητικά της κοινωνίας δεν μπορούν να εξαλειφτούν, μόνο να περιοριστούν, ασχέτως αν εμείς την θεωρούμε υπεράνω υποψίας. Και ο λόγος που οι άνθρωποι συνεχίζουν να ζουν σε κοινωνίες είναι διότι τους καθιστούν το κυρίαρχο είδος στον πλανήτη, ασχέτως αν αυτό το ξεχνάμε και το προσπερνάμε.).