Η ΓΟΗΤΕΙΑ
ΤΟΥ ΧΩΜΑΤΟΣ

Στο εθνικό φαντασιακό
της Ρωμιοσύνης


 Kάτου απ' το χώμα,
μες στα σταυρωμένα χέρια τους,
κρατάνε της καμπάνας το σκοινί.
Περμένουνε την ώρα, δεν κοιμούνται,
περμένουν να σημάνουν την ανάσταση.
Tούτο το χώμα είναι δικό τους
και δικό μας.
Δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει.

Γιάννη Ρίτσου, «Ρωμιοσύνη»
 
Η αισθητική του τρίπτυχου «έθνος−χώμα−πολιτισμός», που λάνσαρε καλλιτεχνικά ο Ελύτης με το «Άξιον Εστί» βρήκε μεγάλη απήχηση −και αμέτρητους μιμητές− στο χώρο της Αριστεράς. Πρόθυμος εκφραστής της τάσης αυτής στο ποιητικό επίπεδο −και εν συνεχεία στο τραγουδιστικό, εφόσον, πολύ φυσικά, τον μελοποίησε και αυτόν ο Θεοδωράκης− υπήρξε ο Γιάννης Ρίτσος. Το γνωστότερο προϊόν, που προέκυψε από αυτή τη συνεργασία, ήταν η συλλογή −και εν συνεχεία δίσκος− με τον, πολύ χαρακτηριστικό εξάλλου, τίτλο «Ρωμιοσύνη», όπου απαντάται η ίδια πληθωρική αναφορά στο στοιχείο της γης, του τοπίου.

Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ' αμπέλια του.


Είναι φανερό, ότι το στοιχείο του χώματος ασκεί ιδιαίτερη γοητεία στους εθνικιστές. Πού οφείλεται αυτή η γοητεία; Ένας ακόμα στίχος από τη Ρωμιοσύνη μπορεί να μας υποδείξει ένα δρόμο για την απάντηση:

Στο χώμα η ρίζα του νεκρού ζητάει νερό για να τινάξει ελάτι.

Αυτή η επίμονη «εδαφικότητα» είναι ευεξήγητη: το χώμα είναι, φυσικά, το μέρος, όπου βρίσκονται οι νεκροί. Γιʼ αυτό και είναι ιερό, όσο και τα οστά των νεκρών αυτών, και ορίζουν το έδαφος, που «μας ανήκει».


Ιερότητα της γης
Είναι συναφώς ενδεικτικό ότι, κατά την έκρηξη του σερβικού εθνικισμού στη δεκαετία του ʽ90, ο πλέον διαδεδομένος ορισμός της «μεγάλης Σερβίας» ήταν: «Σερβία είναι παντού όπου βρίσκονται σερβικά νεκροταφεία». (Βλ. σχετικά Ivan Colovic, «The Renewal of the Past: Time and Space in Contemporary Political Mythology», στο Other Voices, v.2, n.1, Φεβ. 2000).

Η ανάδειξη του χθόνιου στοιχείου είναι αυταπόδεικτα σημαντική για όσους θέλουν πάση θυσία να πείσουν, και να πεισθούν, ότι είναι αυτό-χθονες, άρα δικαιούνται να αποκλείουν οποιονδήποτε μη αυτόχθονα από τη χρήση του ιερού εδάφους, το οποίο αποτελεί ταμπού.

Κι εδώ παρατηρείται μια τελείως ανάλογη λειτουργία στο πλαίσιο του ισραηλινού εθνικισμού: «Η διαδικασία ιεροποίησης του Ολοκαυτώματος –η οποία είναι πάντοτε μία μορφή υποτίμησης–, δεμένη με την ιερότητα της γης, και η υποταγή των ζωντανών σε αυτή τη διπλή θεολογία, μεταμόρφωσαν αυτό που θα έπρεπε να αποτελεί καταφύγιο, εστία και πατρίδα σε ένα ναό και ένα αιώνιο θυσιαστήριο». (Idith Zertal: «La nation et la mort, la Sloah dans le discours et la politique dʼIsraël» la Découverte, Παρίσι, 2004, σελ. 14).

Η νεκροφιλία του πατριωτισμού
Υπό το φως αυτής της σύνδεσης, μπορούμε να αντιληφθούμε καλύτερα τo νόημα μιας πράξης, που συντελέστηκε περίπου ταυτόχρονα με το μεγάλο διχασμό κατά τη δεκαετία του ʽ40: της καταστροφής του εβραϊκού νεκροταφείου της Θεσσαλονίκης. Η νεκρο-φιλία του πατριωτισμού, δηλαδή η αγάπη για τους (δικούς μας) νεκρούς, δεν μπορεί φυσικά, παρά να συνοδεύεται από μίσος για τους νεκρούς των άλλων, ιδίως όταν αυτοί βρίσκονται στο «δικό μας» έδαφος. Διότι όσο συμβαίνει αυτό, χάνει σε πειστικότητα η διεκδίκηση της ιστορικής αποκλειστικότητας και συνέχειας.

Εξαφάνιση
των ξένων νεκρών

Η υλική πράξη της καταστροφής αυτής συντελέστηκε βέβαια από τους ναζί, αλλά σε αυτή τη μνημ(ει)οκτονία νομίζω, ότι μπορούμε, και οφείλουμε, να θεωρήσουμε συναυτουργούς το ελληνικό κράτος και την ελληνική κοινωνία. Διότι αυτοί δεν έκαναν απολύτως τίποτε για να αποτρέψουν ή να αποκαταστήσουν εκ των υστέρων την καταστροφή αυτή, ή έστω τη μνήμη της – παρά έχτισαν στη θέση του παλιού νεκροταφείου το …Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Όπως παρατηρούν οι Carla Hesse και Thomas Laqueur: «Το ζήτημα δεν είναι μόνο η εξαφάνιση, αλλά και η λήθη. Πουθενά στο χώρο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη για την ιστορία του αόρατου κόσμου που βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια του ορατού, ούτε άλλωστε και γίνεται η παραμικρή αναφορά σε αυτό το θέμα στην ιστοσελίδα του πανεπιστημίου, όπου παρατίθεται αρκετά εκτεταμένα η ιστορία του ιδρύματος. (…) η εξάλειψη του παλαιού εβραϊκού νεκροταφείου –όχι μόνο η κυριολεκτική εξάλειψή του από τη σύγχρονη Θεσσαλονίκη, αλλά και η (ακόμη εντυπωσιακότερη) σχεδόν πλήρης συμβολική εξάλειψή του από τη μνήμη και την ιστορία της πόλης– αποτελεί μοναδικό φαινόμενο τόσο στη νεότερη ευρωπαϊκή ιστορία όσο και στην ιστορία και τη μνήμη της εξόντωσης των ευρωπαίων εβραίων» («Ορατά και αόρατα σώματα. Η εξάλειψη του εβραϊκού νεκροταφείου από τη ζωή της σύγχρονης Θεσσαλονίκης», στη συλλογή «Η παραγωγή του κοινωνικού σώματος», Κατάρτι & Δίνη, Αθήνα 2005, σελ. 34).

Αυτό το μοναδικό φαινόμενο, λοιπόν, η εξαφάνιση των νεκρών εβραίων από τη Θεσσαλονίκη, είχε την ίδια κρισιμότητα για τη συγκρότηση του ελληνικού έθνους−κράτους όπως και η εξαφάνιση των (μέχρι τότε) ζώντων εβραίων, και των αμάχων τούρκων, κατά την κατάληψη της Τριπολιτσάς το 1821. Η τελευταία εξασφάλιζε την ομοιογένεια του πληθυσμού, άρα την καθαρότητα του ελληνικού εδάφους (του εδάφους, που ακριβώς με αυτή την πράξη κατέστη δυνατό να συγκροτηθεί ως ελληνικό). Φαίνεται όμως, ότι αυτό δεν ήταν αρκετό: χρειαζόταν και η καθαρότητα του υπεδάφους. Αυτή την εξασφάλισε η δεύτερη κάθαρση. Και με αυτό τον τρόπο εξασφάλισε την ομοιογένεια της μνήμης −και του μνήματος−, την ακηλίδωτη τρισχιλιετή ελληνικότητα του παρελθόντος.

Εξάλλου, η μία κάθαρση δεν αποκλείει την άλλη: το συνήθειο της καταστροφής των «ξένων» τάφων ακολουθήθηκε και στην Τριπολιτσά, καθώς και σε άλλα σημεία της (σημερινής) Ελλάδας κατά την επανάσταση του 1821. Σχετικές μαρτυρίες καταγράφονται στο βιβλίο του Κυριάκου Σιμόπουλου: «Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ʼ21». (Πρώτος τόμος: 1821 - 1822, Αθήνα 1979 (χωρίς αναφορά εκδοτικού οίκου), σελ. 281 και passim). Στο βιβλίο του αυτό ο Κυριάκος Σιμόπουλος αναφέρει τις πολυάριθμες μαρτυρίες σφαγών στην Πελοπόννησο, χωρίς να επιχειρεί να τις αμφισβητήσει (εξάλλου δεν προέρχονται μόνο από ξένους αλλά εξίσου και από έλληνες, μεταξύ των οποίων και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης), επιχειρεί όμως, να τις δικαιολογήσει επικαλούμενος αισθήματα εκδίκησης για συμμετοχή εβραίων στη θανάτωση του Πατριάρχη και σε άλλες «ανθελληνικές» πράξεις.

Επίσης, ο Bernard Pierron, αφού αναφέρει λεπτομερή στοιχεία και πηγές για τη σφαγή των εβραίων της Τρίπολης («Εβραίοι και χριστιανοί στη νεότερη Ελλάδα», Πόλις, Αθήνα 2004, σελ. 28 επ.) στη συνέχεια θέτει το ερώτημα πού οφείλεται αυτό «το μίσος των εξεγερμένων εναντίον των εβραίων οθωμανών υπηκόων». Προς απάντηση, παραθέτει, χωρίς να την αμφισβητεί ουσιαστικά, την ερμηνεία πολλών ελλήνων συγγραφέων, κατά την οποία οι εβραίοι ενήργησαν ως σύμμαχοι της οθωμανικής διοίκησης και άρα οι εξεγερμένοι τους έβλεπαν εξίσου ως εχθρούς.

Ο ίδιος ο Pierron προσθέτει, ως δική του πλέον θέση: «οι άνθρωποι αυτοί, που πολύ συχνά συνεργάζονταν με τις οθωμανικές αρχές, που καταπιάνονταν με επαγγέλματα σχετικά με χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, και που επιπλέον έδειχναν πολλές φορές υπακοή στον κατακτητή, αποτελούσαν την αξιοκαταφρόνητη λεία πάνω στην οποία μπορούσαν να ξεσπάσουν οι έλληνες στρατιώτες χωρίς καμία τύψη» (σελ. 31).

Θεμελιωτικά εγκλήματα

Μια άλλη, πιο πειστική κατά τη γνώμη μου, ερμηνεία δίνει ο Θανάσης Τριαρίδης στο άρθρο του «Η ”Ελευθερία“ που σφάζει αμάχους». (Μακεδονία της Κυριακής, 10-4-2005, 17-4-2005 και 24-4-2005 (και αναλυτικότερα στο προσωπικό σάιτ του συγγραφέα: https://www.triaridis.gr). Η ερμηνεία αυτή είναι η εθνοκάθαρση:

«Ο Κολοκοτρώνης πίστευε (και όχι μόνον αυτός), πως για να αναγνωριστεί η ελληνική επανάσταση έπρεπε να δημιουργηθεί άμεσα μια ”εθνικώς καθαρή ελληνική επικράτεια“. Αυτή η ”επικράτεια“ δεν μπορούσε να ήταν άλλη από την Πελοπόννησο: από την άνοιξη του 1821 οι ένοπλες ομάδες των εξεγερμένων ελλήνων αρχίζουν κλιμακούμενες σφαγές άμαχων τούρκων (…). Ο έντρομος τούρκικος και εβραϊκός πληθυσμός της Πελοποννήσου είχε καταφύγει κατά πρώτο λόγο στην Τριπολιτσά και στα λιμάνια του Ναυπλίου και της Μεθώνης κατά δεύτερο. Ως εκ τούτου, μια καθολική σφαγή στην Τριπολιτσά (την οποία επί της ουσίας δεν μπορούσαν να διανοηθούν οι γερλίσιοι τούρκοι – δηλαδή: οι τούρκοι, που για αιώνες ζούσαν στην Πελοπόννησο) θα προκαλούσε την άμεση φυγή όσων είχαν συγκεντρωθεί σε Ναύπλιο και Μεθώνη – άρα η Πελοπόννησος θα γινόταν ”ελληνική επικράτεια“ μέσα σε λίγες μέρες».

Άρα, η σφαγή της Τρίπολης δεν ήταν κυρίως ένα «ξέσπασμα» μίσους ή εκδίκησης. Αυτό που επιβάλλει να τη χαρακτηρίσουμε εθνοκάθαρση δεν είναι ένα κριτήριο ποσοτικό (ο αριθμός των θυμάτων) ή ηθικολογικό (η αγριότητα της σφαγής), αλλά το γεγονός, ότι η σφαγή αυτή υπάκουε σε ένα στρατηγικό σχεδιασμό. Το βιοπολιτικό (ή ίσως, για την ακρίβεια, «θανατοπολιτικό») σχέδιό της ήταν η ίδρυση του πρώτου έθνους−κράτους στα Βαλκάνια.

Υπ' αυτή την έννοια, η Τριπολιτσά δεν κλείνει παλιούς λογαριασμούς, αλλά ανοίγει έναν καινούριο: δεν είναι το τελευταίο απομεινάρι μιας «ασιατικής βαρβαρότητας», αλλά το πρώτο δείγμα εξευρωπαϊσμού. Εξ ού και γοήτευσε τον μετέπειτα εθνικό ποιητή του εν λόγω κράτους, ο οποίος, στον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν», εξύμνησε, με λεξιλόγιο αντάξιο χολλυγουντιανού σπλάτερ και με μία ολοφάνερη, σχεδόν κανιβαλική, απόλαυση, τους διαμελισμούς γυναικών και παιδιών, τα ποτάμια αίμα, τα «κομμένα/ χέρια, πόδια, κεφαλές/ και παλάσκες και σπαθία/ με ολοσκόρπιστα μυαλά,/ και με ολόσχιστα κρανία/ σωθικά λαχταριστά» (!) και λοιπά κατορθώματα των founding fathers του έθνους-λαού (του). (Διαβάστε στην «Ελεύθερη Έρευνα»: Απʼ τα κόκαλα βγαλμένη του Ιεζεκιήλ τα ιερά).

 

 
Χαμένα «ιερά χώματα» της Ρωμιοσύνης διακοσμούν σταθμό του ΗΣΑΠ.
 

«Η (κάθε) πόλη είναι θεμελιωμένη πάνω σε ένα έγκλημα», έγραψε η (ανατολικο)γερμανίδα συγγραφέας Κρίστα Βολφ. («Μήδεια–φωνές», Νέα Σύνορα-Λιβάνης, Αθήνα 1996, σ. 27). Για το ελληνικό κράτος, ένα τέτοιο «θεμελιωτικό έγκλημα» υπήρξε η Τριπολιτσά, ενώ ειδικά για την πόλη της Θεσσαλονίκης το ρόλο αυτό έπαιξε το «θάψιμο», κυριολεκτικό και μεταφορικό, των ήδη θαμμένων εβραίων νεκρών της, οι οποίοι εντοιχίστηκαν και θυσιάστηκαν για να θεμελιωθεί ένα πανεπιστήμιο. Ένα πανεπιστήμιο όμως, που, ενώ θα μπορούσε τουλάχιστον αυτό να λειτουργήσει ως ένα γεφύρι, δηλαδή κάτι που συμβάλλει στη σύνδεση και στη συνάντηση, ωστόσο λειτούργησε εντελώς αντίθετα: στην επίσημη μνήμη του απαξιοί να διατηρήσει έστω ένα ίχνος για τους «σκελετούς που κρύβει στην ντουλάπα του», και με το όνομά του επικαλείται τον Αριστοτέλη, με το δε λογότυπό του τον Άγιο Δημήτριο − έναν επαγγελματία μονομάχο, ο οποίος δεν είχε καμία σχέση με οποιαδήποτε πνευματικότητα και το μόνο του προσόν ήταν ότι μεταστράφηκε στο χριστιανισμό και πέθανε γιʼ αυτόν.

Οι ναζί ανέλαβαν την εξόντωση των σωμάτων, οι δε έλληνες πατριώτες την εξόντωση των σημάτων (σήμα = τάφος, στα αρχαία ελληνικά) οδηγώντας την εβραϊκή μειονότητα σε έναν δεύτερο θάνατο, σημειολογικό, επί πλέον του βιολογικού. Με αυτό τον δεύτερο θάνατο η Θεσσαλονίκη μετατράπηκε σε μια εθνικά καθαρή πόλη, βασισμένη στον αποκλεισμό και την απώθηση, η οποία, υπό το βάρος ίσως των ενοχών της, παραμένει μέχρι σήμερα το προπύργιο του ελληνικού συντηρητισμού − πράγμα, που μας κάνει να σκεφτούμε, ότι δεν είναι τόσο αταίριαστος ο τίτλος του σχετικού βιβλίου του Mark Mazower («Salonica, city of ghosts: Christians, muslims and jews, 1430-1950», Alfred A. Knopf, Νέα Υόρκη, 2005).

Τη συσχέτιση αυτού του «δεύτερου θανάτου» με τη συγκρότηση της νεοελληνικής ιστορίας ως «εθνικά καθαρής» μνήμης την κάνουν και οι ίδιοι οι Hesse & Laqueur, οι οποίοι, στο τέλος του άρθρου τους για τα «Αόρατα σώματα», προβαίνουν σε έναν εντυπωσιακό παραλληλισμό χωρίς να τον αναπτύσσουν περαιτέρω:

«Υπάρχουν πολλά μέρη, όπου τα λείψανα των νεκρών είναι απόντα, επαναπατρίστηκαν όμως τα ονόματά τους. Έρχονται το μυαλό οι μακριοί κατάλογοι των θυμάτων του Ολοκαυτώματος σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις και τα ονόματα των δολοφονημένων συγγενών χαραγμένα στους τάφους εκείνων, που πέθαναν ειρηνικά. Στο χώρο του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου όμως συναντάμε το ακριβώς αντίστροφο και αλλόκοτο φαινόμενο: μια μεγάλη έκταση με σώματα, που δεν έχουν πλέον όνομα και τίποτα δεν θυμίζει ότι κάποτε ζούσαν. Αυτό θα μπορούσε να ιδωθεί ως συνεκδοχή της ευρύτερης νεότερης ελληνικής ιστορίας, μιας ιστορίας που μοιάζει να γράφεται ενάντια σε μια απουσία, το κενό μισής περίπου χιλιετίας από την πτώση του Βυζαντίου και μέχρι τη γένεση του ελληνικού έθνους. Μιας ιστορίας αποπτωχευμένης από ένα χρονικό χάσμα που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει».

Αυτό το «αντίστροφο και αλλόκοτο φαινόμενο» του Αριστοτέλειου / Δημητρίειου Πανεπιστημίου συνιστά ένα κενοτάφιο από την ανάποδη. Τα έθνη φαίνεται, ότι παράγουν όχι μόνο ταφικά μνημεία χωρίς νεκρούς προκειμένου για τη δική τους ιστορία, αλλά και νεκρούς χωρίς ταφικά μνημεία, όταν οι νεκροί αυτοί απειλούν την εθνική τους αφήγηση.
(Διαβάστε στην «Ελεύθερη Έρευνα»: Το έθνος και τα ερείπιά του).

Η αρχαιολογία
στην υπηρεσία του εθνικιστικού λόγου

Με βάση το ίδιο αυτό στοιχείο μπορούμε επίσης να αντιληφθούμε τη σημασία, που αποκτά στο εσωτερικό του εθνικιστικού λόγου η αρχαιολογία, η οποία τείνει να αναδειχθεί σε (στρατευμένη) «εθνική επιστήμη» στην Ελλάδα − όπως εξάλλου και στο Ισραήλ. [Βλ. Nadia Abu El-Haj, «Archaeology and National Identity in Israel» (δημοσιευμένο στην ψηφιακή συλλογή της βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου του Σικάγου):

«Ο ισραηλινός δημοσιογράφος Άμος Ελόν έγραψε πρώτος, το 1971, για την “εξαιρετική γοητεία που ασκεί η αρχαιολογία, ως λαϊκό χόμπι και ως επιστήμη, στο Ισραήλ”. Όπως εξηγούσε, “οι Ισραηλινοί αρχαιολόγοι, επαγγελματίες και ερασιτέχνες, δεν σκάβουν μόνο για γνώση και αντικείμενο, αλλά για να επιβεβαιώσουν τις ρίζες τους”». (Αmos Elon, The Israelis: Founders and Sons, Hold, Rinehart and Winston, Νέα Υόρκη, 1971, σ. 280). Επίσης και στη Γαλλία: (πρβλ. Ντετιέν, ο οποίος παραθέτει αποσπάσματα από το σύγγραμμα του Φερνάν Μπρωντέλ Lʼ identité de la France, παρεμβάλλοντας δικά του, εξαιρετικά δηκτικά σχόλια: «Η προϊστορική εποχή: “… στην επικράτειά μας, δύο εκατομμύρια χρόνια σχεδόν …δηλαδή είκοσι χιλιάδες αιώνες! Στη Γαλλία η σειρά εργαλείων αρχίζει πάνω από ένα εκατομμύριο χρόνια πριν από το πρώτο απολίθωμα που γνωρίζουμε μέχρι σήμερα”, μάλιστα, το πρώτο, “ένα οστό της κάτω σιαγόνας που ανακαλύφθηκε το 1949 σε κάποιο σπήλαιο κοντά στο Μοντμορέν (στα ανατολικά Πυρηναία) ”. Το πρώτο οστό της κάτω σιαγόνας είναι … γαλλικό. Ακολουθεί ο Homo Erectus (έκφραση μη πολιτικώς ορθή στις μέρες μας, αλλά, συγγνώμη, δεν ήταν δυνατόν να το έχει προβλέψει ο Braudel): έτρωγε ωμά όσα θηράματα έπιανε στο κυνήγι, όπως μας λένε. “Μιλούσε, όποια και αν ήταν η γλώσσα του” (δεν έχει ακόμη αποδειχτεί ότι ήταν “γαλλική” διάλεκτος)».]

Αρκεί να θυμηθούμε πόσο κρίσιμη σημασία, και πόση ιδεολογική φόρτιση, απέκτησε τη δεκαετία του ʽ90 η ανακάλυψη των βασιλικών τάφων της Βεργίνας, στο πλαίσιο του νέου «μακεδονικού αγώνα» του ελληνικού κράτους.

Λυσσαλέες αντιδράσεις
στην καύση των νεκρών

Τέλος, ένα τρίτο στοιχείο που δείχνει τον κρίσιμο ρόλο της συνειρμικής αλυσίδας νεκροί−έδαφος−εθνική αποκλειστικότητα είναι η λυσσαλέα αντίδραση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδας στο ενδεχόμενο καθιέρωσης της καύσης των νεκρών. Πράγματι, ενώ η εκκλησία αυτή ήδη από τη δεκαετία του ʽ80 δέχθηκε κάποιες −έστω κολοβωμένες− μεταρρυθμίσεις σε ζητήματα διαχείρισης της σεξουαλικής ζωής (κατάργηση του αδικήματος της μοιχείας, θέσπιση πολιτικού γάμου κ.λπ.), εξακολουθεί να αντιστέκεται όσον αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα διαχείρισης του θανάτου.

Η αντίσταση αυτή δείχνει ταυτόχρονα την επικράτηση του ιδεολογικού−εθνικιστικού επί του θεολογικού στοιχείου μέσα στο λόγο και την πρακτική της εν λόγω Εκκλησίας. Διότι φυσικά η ταφή των νεκρών δεν επιβάλλεται από κάποιον ιδιαίτερο θρησκευτικό λόγο σχετικό με τη χριστιανική διδασκαλία, αλλά μόνο από την ανάγκη εδαφικοποίησης της φαντασιακής κοινότητας.

Ο ποιητής της Ρωμιοσύνης
Αυτή λοιπόν την ιερότητα, τη σύνδεση με τους νεκρούς και τη συνακόλουθη αξίωση κυριαρχίας επί του χώματος, τις εκφράζει παραδειγματικά και συμπυκνωμένα ο Γιάννης Ρίτσος σε ένα άλλο απόσπασμα, το πιο γνωστό, από τη Ρωμιοσύνη:

Σώπα, όπου να ʼναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Kάτου απ' το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σκοινί − περμένουνε την ώρα, δεν κοιμούνται,
περμένουν να σημάνουν την ανάσταση. Tούτο το χώμα
είναι δικό τους και δικό μας − δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει.


Εκ πρώτης όψεως είναι εξαιρετικά παράδοξο να βασίζεται μία υποτιθέμενη κομμουνιστική πολιτιστική παρέμβαση σε αυτή την εξύμνηση του jus soli, στο στοιχείο της ιδιοκτησίας−αποκλειστικότητας επί του εδάφους, ένα στοιχείο που θυμίζει περισσότερο Τζον Λοκ παρά Μαρξ. Τόσο μάλλον που η χρήση της μεταφοράς της έγγειας ιδιοκτησίας είναι ικανή να γεννήσει, και όντως γέννησε, άλλες συναφείς χρήσεις μέσω της συνειρμικής αλυσίδας «έδαφος−οικόπεδο−σπίτι−νοικοκυριό».

Π.χ. πολύ πιο πρόσφατα, τον Οκτώβριο του 2004, το ΚΚΕ βάσισε την καμπάνια του για συλλαλητήριο στην Αθήνα στο σύνθημα «Καμία ανοχή στην ανέχεια της λαϊκής οικογένειας» −πράγμα που αφήνει να νοηθεί ότι, εάν η ανέχεια αφορά άγαμους/-ες, ομοφυλόφιλους/-ες ή γενικά άτομα που δεν εντάσσονται, από επιλογή ή ακουσίως, στο ετεροκανονιστικό μοντέλο οργάνωσης της συγγένειας, τότε γίνεται ανεκτή. Ο συνειρμός αυτός ακολουθήθηκε μέχρι τις έσχατες συνέπειές του και αποτέλεσε έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους του ελληνικού ρατσισμού των «νοικοκύρηδων» ενάντια στους αλβανούς που είναι «φιλοξενούμενοι στον τόπο μας» και «δεν σέβονται το ψωμί που τους προσφέρουμε».

 


Τα «ιερά χώματα»
της Ρωμιοσύνης
σε χάρτη
αναρτημένο
σε δημόσια
υπηρεσία της.
(Σ.σ. οικονομική,
όχι σχολική).

 

Η Ρωμιοσύνη ποτέ δεν πεθαίνει
Μήπως λοιπόν αυτός ο «κτητικός κοινοτισμός», όπως θα μπορούσαμε να τον αποκαλέσουμε κατά παράφραση του τίτλου του γνωστού βιβλίου του Κ. Μπ. Μακφέρσον «Possessive Individualism», το οποίο έχει μεταφραστεί στα ελληνικά ως «Ατομικισμός και ιδιοκτησία» (εκδ. Γνώση, Αθήνα 1986), δεν είναι τόσο μακριά από το μοτίβο του ελληνικού τοπίου / χώματος, που αποβάλλει τον ξένο εισβολέα, όπως το βρίσκουμε στον Ελύτη («Άξιον Εστί»: «Ήρθαν / ντυμένοι ”φίλοι“ / αμέτρητες φορές οι εχθροί μου / το παμπάλαιο χώμα πατώντας. / Και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους») ή στο Ρίτσο Αυτά τα δέντρα δεν βολεύονται με λιγότερο ουρανό, / αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απʼ τα ξένα βήματα»); (Διαβάστε στην «Ελεύθερη Έρευνα»: Ο θεός, η γυναίκα του, ο ποιητής και ο πρωτομάστορας).

Ίσως κανείς αντιτείνει, ότι τα ποιήματα αυτά αναφέρονται στη δεκαετία του ʽ40 και τα «ξένα βήματα» ανήκουν στους ναζιστές, άρα «δικαιολογείται» αυτή η μισοξενία. Αυτό ισχύει ως ένα βαθμό, αλλά δεν κλείνει τη συζήτηση. Διότι το ζήτημα δεν είναι μόνο «για ποιον μιλάει» ένα ποίημα, αλλά και πώς μιλάει γιʼ αυτόν. Εν προκειμένω, η σύγκρουση εμφανίζεται ως σύγκρουση της ντόπιας κοινωνίας και φύσης με έναν αλλοδαπό εισβολέα, εκκενωμένη από οποιοδήποτε πολιτικό ή κοινωνικό περιεχόμενο.

Το κυριότερο όμως για την περίπτωση του Ρίτσου είναι, ότι το εθνικιστικό μοτίβο όχι μόνο δεν υποχωρεί αργότερα, όταν εξέλιπαν αυτοί οι λόγοι, αλλά αντιθέτως γίνεται ακόμα πιο έντονο. Το μοτίβο αυτό κυριαρχεί πλήρως π.χ. στα «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας» (χαρακτηριστικός και εδώ ο τίτλος), μια συλλογή, που γράφεται και μελοποιείται τη δεκαετία του ʽ70, επί χούντας − δηλαδή σε μια περίοδο, όπου οι καταπιεστές ήταν έλληνες, και μάλιστα οι σημαιοφόροι της εθνικοφροσύνης. Τότε ήταν που οι Ρίτσος / Θεοδωράκης συνέθεσαν το μεγαλύτερο ίσως σουξέ τους, αυτό που λέει:

Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις,
εκεί που πάει να σκύψει
με το σουγιά στο κόκαλο,
με το λουρί στο σβέρκο
νάτη πετιέται αποξαρχής κι αντρειεύει και θεριεύει
και καμακώνει το θεριό με το καμάκι του Ήλιου.


Εδώ διατρανώνεται η πίστη στην αθανασία του έθνους (ή στην ανάσταση-παλιγγενεσία του), η οποία είναι το αναγκαίο αντιστάθμισμα και η παρηγορία για τη θανατολαγνεία της εθνικής ιδέας: το έθνος, ως κοσμική θρησκεία, ναι μεν βασίζεται σε όσους έχουν θυσιαστεί γιʼ αυτό, και δικαιούται να απαιτεί και άλλες θυσίες από τους ζώντες, αλλά το ίδιο είναι αιώνιο και άφθαρτο. Ένα είδος βαμπίρ, δηλαδή, που δεν πεθαίνει ποτέ και ρουφάει το αίμα των ζωντανών.

Μας φαίνεται σχεδόν απίστευτο σήμερα, ότι στίχοι, όπως οι παραπάνω, θεωρήθηκαν ως το απαύγασμα της αριστερής στρατευμένης τέχνης και τραγουδήθηκαν σε φεστιβάλ νεολαιών και σε στάδια κατάμεστα από κόκκινες σημαίες, που ανεμίζανε. Με τη χρονική απόσταση, που έχει μεσολαβήσει, είναι δύσκολο σήμερα να αντιληφθούμε τι διαφέρει το παραπάνω τετράστιχο από εκείνο που λέει:

Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει
δεν τη σκιάζει φοβέρα καμιά.
Μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνει
και ξανά προς τη δόξα τραβά.


Ας προσπαθήσουμε να φανταστούμε ένα υποθετικό κουίζ: ότι διαβάζουμε ή δείχνουμε αυτά τα δύο τετράστιχα σε κάποιον, που δεν ξέρει τίποτε γιʼ αυτά, ή π.χ. που είναι αλλοδαπός και του τα μεταφράζουμε στη γλώσσα του. Ο ακροατής αυτός θα έβρισκε ανεξήγητο το ότι, κάποτε, όσοι είχαν ως ύμνο τους το δεύτερο τετράστιχο θεωρούσαν θανάσιμους εχθρούς τους εκείνους, που αναγνωρίζονταν στο πρώτο και είχαν κηρύξει ποινικό αδίκημα την εκτέλεση ή την ακρόασή του.

Μπορούμε να σκεφτούμε και άλλα παρόμοια ζεύγη: π.χ. το «σε τούτα εδώ τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει / μηδ' αλυσίδα στου ρωμιού και στ' αγεριού το πόδι» (ενώ, προφανώς, στο πόδι του μη ρωμιού πιάνει αλυσίδα, ή εν πάση περιπτώσει δεν μας ενδιαφέρει αν πιάνει ή δεν πιάνει) μοιάζει να είναι μια ελαφρά παραλλαγή−μεταγλώττιση του γνωστού «του έλληνος ο τράχηλος ζυγόν δεν υποφέρει».


Επίλογος

Όλα αυτά αποτελούν ήδη μια ένδειξη, ότι τελικά δεν εκπληρώθηκε η ελπίδα των αριστερών διανοουμένων, όταν αποδέχονταν το πατριωτικό αφηγηματικό σχήμα, ότι θα καταφέρουν να παρέμβουν και να τροποποιήσουν το περιεχόμενό του σε «αριστερή κατεύθυνση». Αντιθέτως, φαίνεται ότι παγιδεύτηκαν στην αυτόνομη δυναμική της γλώσσας, στην «εκδίκηση του σημαίνοντος». Αφού οικοδόμησαν έναν τύπο σχέσεων με το κοινό και μια αναγνωρισιμότητα πάνω στην εξύμνηση του έθνους, έχασαν πλέον την ικανότητα ή και την επιθυμία να αποστούν από αυτόν, και έτσι αυτό που αποδέχθηκαν ως μεταφορά έγινε κυριολεξία, υποκατέστησε το «κρυμμένο» υπονοούμενο νόημα με το οποίο φιλοδοξούσαν να το τροφοδοτήσουν.

Η αποτυχία αυτή οφείλεται μεταξύ άλλων και στο ότι ο υποτιθέμενος «προοδευτικός» χαρακτήρας των ανωτέρω καλλιτεχνικών προϊόντων βασιζόταν σε ένα στοιχείο εξωκαλλιτεχνικό: οι συγκεκριμένοι καλλιτέχνες, ως πολιτικά πρόσωπα, ανήκαν διακηρυγμένα στην κομμουνιστική Αριστερά, άρα υπέθεταν πως οτιδήποτε γράφανε δεν μπορεί παρά να ήταν −και να διαβαζόταν ως− εξ ορισμού αριστερό.

Σήμερα, που τα «αυτονόητα» του 1975 έχουν αδυνατίσει και ξεχαστεί, η εξύμνηση ενός έθνους που συντρίβει τους εχθρούς του ως άλλος Άγιος Δημήτριος δεν μπορεί να ακουστεί παρά σαν αυτό που πράγματι είναι: ένα αισθητικά αδιάφορο και ιδεολογικά συντηρητικό εμβατήριο.



 




Σημείωση:

Το παραπάνω κείμενο αποτελείται
από αποσπάσματα από το βιβλίο
του κ. Άκη Γαβριηλίδη:
Η αθεράπευτη νεκροφιλία του ριζο-
σπασικού πατριωτισμού
(έκδ. «futura»).


Η επιλογή των αποσπασμάτων, ο τίτλος, οι υπότιτλοι
και η εικονογράφηση έγιναν
με μέριμνα της «Ελεύθερης Έρευνας».

 

Ο Άκης Γαβριηλίδης γεννήθηκε το 1964 στη Θεσσαλονίκη.
Έχει ολοκληρώσει διδακτορικό στη Φιλοσοφία του Δικαίου (ΑΠΘ) και μεταδιδακτορική έρευνα στην Πολιτική Ανθρωπολογία (ΠΑΜΑΚ).
Από το 1995 ζει στις Βρυξέλλες, όπου απασχολείται επαγγελματικά ως μεταφραστής και ερασιτεχνικά ως ραδιοφωνικός παραγωγός.
Πολυάριθμα πρωτότυπα κείμενα και μεταφράσεις του έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα διαφόρων χωρών, καθώς και στο Διαδίκτυο (ιδίως στο μπλογκ nomadicuniversality).
Έχει εκδώσει επτά βιβλία στα ελληνικά και ένα στα αγγλικά για θέματα όπως η νεκροφιλία του πατριωτισμού, ο ελληνικός εμφύλιος, ο Άκης Πάνου, ο Μπίλλυ Ουάιλντερ, οι Πόντιοι και η οικονομικοπολιτική κρίση.

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ


6 ΣΧΟΛΙΑ

  • Ανώνυμος 38628

    22 Μαΐ 2016

    Αλλο το νόημα του Εθνικισμού κι άλλο του Εθνισμού.
    Ο Εθνικιστής μπορεί να είναι πατριώτης, αλλά ταυτόχρονα να φθονεί τις πατρίδες των άλλων.
    Ο Εθνιστής είναι απλά πατριώτης, ενώ ταυτόχρονα σέβεται τις πατρίδες των άλλων, χωρίς να τις επιβουλεύεται.
    Διογένης

  • Ανώνυμος 38618

    20 Μαΐ 2016

    Μπράβο...ο Μπιελ συνεχίζει να ασκείται ακόμη στην εφευρεθείσα αέναη τρόμπα....προσοχή θα ρέψεις σαν το κερί....

  • Bielidopoulos

    9 Φεβ 2015

    Μερκούρη: ο παππούς μου με έκανε εθνικίστρια.
    https://www.youtube.com/watch?v=Lj-fMKewbQE

  • Bielidopoulos

    9 Φεβ 2015

    ~
    "Με μία ενδιαφέρουσα αναδρομή στον Θουκυδίδη και τη νοοτροπία που διακατείχε τους ισχυρούς Αθηναίους έναντι των αδύναμων πόλεων που δεν είχαν προσχωρήσει στη συμμαχία τους κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, ο πρώην υπουργός επί κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ, Τηλέμαχος Χυτήρης, επιχειρεί έναν παραλληλισμό με τη σύγχρονη πραγματικότητα που αντιμετωπίζει η χώρα έναντι των πιστωτών της."
    http://news.in.gr/greece/article/?aid=1231384074

    Γκούχου, γκούχου, (με πνίγει η αφρικανική σκόνη) θα πρότεινα στον Τηλέμαχο (sic) να αφήσει τα "περασμένα μεγαλεία" και τους μεγαλοιδεατισμούς και να μελετήσει την ιστορία των αιγυπτίων, των παλαιστίνιων και γιατί όχι των Μασάι. Ίσως να βρει περισσότερα κοινά με αυτούς.

  • Bielidopoulos

    9 Φεβ 2015

    *πλανιέται

  • Bielidopoulos

    9 Φεβ 2015

    ~
    Το τι μπούρδες γράφονται στα social media και στα blog δεν περιγράφεται:
    "Είμαστε ανεξάρτητο δημοκρατικό κράτος με ιστορία 3.500 ετών."
    http://pitsirikos.net/2015/02/μετά-την-επόμενη-μέρα/

    Το νεοελληνικό matrix είναι πανίσχυρο, ένα σύννεφο πορδίτσας πλάνεται πάνω από το πολύπαθο, πλην όμως αμετανόητο, Ελλαδιστάν.
    (Ρε τους πλούσιους θα τους φορολογήσουν; Τις συντάξεις πολυτελείας θα τις καταργήσουν; Την Εκκλησία Α.Ε. θα την αποκρατικοποιήσουν;)