ΤΟ ΣΥΝΟΙΚΕΣΙΟ
ΣΤΟΝ ΠΑΛΙΟ
ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ

Το συνοικέσιο είναι ο παραδοσιακός τρόπος σύναψης του γάμου, όπου το λόγο έχουν οι κηδεμόνες, και όχι οι ενδιαφερόμενοι. Ιδιαίτερα οι πλούσιες οικογένειες, αλλά και αρκετοί γονείς των μεσαίων και κατώτερων οικονομικών στρωμάτων σε κωμωδίες της δεκαετίας του 1950, αλλά και του 1960, επιμένουν σε αυτόν τον τρόπο επιλογής συζύγου, τον οποίο οι νέοι τείνουν να ξεπεράσουν στην πράξη. Τα κριτήρια επιλογής συζύγου στο συνοικέσιο είναι πάντα οικονομικά. Έχουν να κάνουν με την εξασφάλιση των υποψηφίων, αλλά και με τη σταθερότητα της συζυγικής σχέσης.

Κατά τη δεκαετία του 1950 λίγα είναι τα συνοικέσια που έχουν αίσιο τέλος. Για να επιτύχει το συνοικέσιο, δεν πρέπει καμία πλευρά να έχει άλλο ερωτικό ενδιαφέρον.

Στο «Γλέντι, λεφτά κι αγάπη»
ο θείος Λαυρέντης έχει κανονίσει
να παντρέψει τον Αγγελο με τη
Μυρτώ, κόρη του φίλου του
Μετοχόπουλου (Σμαρούλα
Γιούλη, Θάνος Τζενεράλης)
πολύ αυταρχικά πληροφορεί τον
ανιψιό του, ότι την επομένη θα
γνωρίσει τη μέλλουσα γυναίκα του και θα δώσουν λόγο.

Ο σεναριακός χειρισμός μάς οδηγεί στη διαπίστωση, ότι το συνοικέσιο έχει αμφίβολη χρησιμότητα για μεγάλο μέρος της κοινωνίας, και μάλιστα για τους νέους. Ο Άγγελος και η Μυρτώ έχουν ήδη γνωριστεί κατά τη διάρκεια ενός περιπάτου στο Βασιλικό Κήπο και αγαπιούνται. Η αποκάλυψη της νύφης είναι για τον Άγγελο όχι μόνο μία ευχάριστη έκπληξη, αλλά και η πραγματοποίηση της επιθυμίας του.

Ο Τσιφόρος τορπιλίζει με χιούμορ την τάση των κηδεμόνων να κανονίζουν γάμους με συνοικέσιο. Κάτι ανάλογο έχει συμβεί και στο «Έλα στο θείο» και στην «Ωραία των Αθηνών». Και στις τρεις περιπτώσεις, τα συνοικέσια ναυαγούν, τα ερωτευμένα ζευγάρια θριαμβεύουν. Κατά τον Τσιφόρο, η αμοιβαία έλξη, η αυτενέργεια, η αυτοδιάθεση είναι ασφαλέστεροι οδηγοί στη ζωή από ό,τι τα γονικά οικονομικά ή ταξικά κριτήρια.

Στο «Γλέντι, λεφτά κι αγάπη» η τύχη το φέρνει να συμπέσουν οι επιλογές νέων και γονιών. Είναι ένας επιπλέον τρόπος για να υποστηριχθεί ότι το συνοικέσιο δεν έχει πλέον νόημα στη σύγχρονη κοινωνία, αφού ουσιαστικά κερδισμένοι είναι οι νέοι που αγαπιούνται και απλώς θα λάβουν χωρίς δυσκολίες τη συγκατάθεση των κηδεμόνων τους. Ασφαλώς, ένα μέρος του κοινού διδάσκεται, ότι οι νέοι είναι σε θέση να κάνουν σωστές επιλογές, αφού η κλίση τους στο συγκεκριμένο παράδειγμα συμπίπτει με την επιθυμία των κηδεμόνων τους. Τουλάχιστον στον κινηματογράφο τα αισθήματα προηγούνται του συμφέροντος.

Η «Θεία από το Σικάγο» καταφεύγει σε ένα ιδιότυπο συνοικέσιο: αφού οι ανιψιές της δεν βγαίνουν από το σπίτι, λόγω των πατρικών απαγορεύσεων, ώστε να έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν κάποιον νέο που να τους αρέσει και να συνδεθούν μαζί του, η ίδια φέρνει τους γαμπρούς στο σπίτι: καραδοκεί στο μπαλκόνι μαζί με καθεμία από τις ανιψιές και, όταν περνάει από κάτω ένας άνδρας της αρεσκείας της μικρής,
πετάνε στα πόδια του μία στάμνα.

Σε συμβολικό επίπεδο, πρόκειται για την απεικόνιση του πιο στυγνού κυνηγιού του γαμπρού. Ο ανίδεος νέος, που κατά σύμπτωση δεν στερείται προσόντων για μία επιτυχημένη σταδιοδρομία με ανάλογες απολαβές, έρχεται αντιμέτωπος με τη μεγάλη υποκρισία συγνώμης της οικογένειας της νύφης για το τάχα ατυχές συμβάν. Τέσσερις γάμοι στηρίζονται στο ίδιο κόλπο.

Συνοικέσιο είναι και ο γάμος της Τζένης και του Νίκου (Τζένη Καρέζη, Ανδρέας Μπάρκουλης, «Τζένη-Τζένη»). Το περιβάλλον επωφελείται από τη συμπάθεια που τρέφουν μεταξύ τους οι δύο νέοι, για να προωθήσει ένα γάμο συμφέροντος, που ξεφεύγει από τους συνηθισμένους. Ο γάμος γίνεται με εκβιασμό, για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του
εφοπλιστή Κασανδρή και του υποψήφιου βουλευτή ανιψιού του. Όμως, τα εμπόδια ισοπεδώνονται το ένα μετά το άλλο, προκειμένου να θριαμβεύσει ο έρωτας.

Μία παραδοσιακή πρακτική, όπως το συνοικέσιο και οι τρόποι, με τους οποίους εφαρμόζεται στο πέρασμα του χρόνου, μπορεί να δηλώνει τις αποφάσεις μίας κοινωνίας, της οποίας οι αξίες αλλάζουν με βραδύτερους ρυθμούς από ό,τι τα άτομα και οι ανάγκες τους. Ένα τέτοιο δείγμα αποτελεί «Η Ωραία του κουρέα», όπου η Μάρθα, μία γυναίκα με χαρακτηριστικά της νέας εποχής –την επαγγελματική και οικονομική ανεξαρτησία, την αποφασιστικότητα,
την αυτοπεποίθηση, την ικανότητα σκέψης και δράσης–, έχει ως μοναδικό στόχο το παραδοσιακό καταφύγιο του γάμου. Δεν περιμένει όμως να λυθούν διά μαγείας τα προβλήματα, αλλά κινητοποιείται για να τα επιλύσει. Αποφασίζει να δράσει ως προξενήτρα, προκειμένου να αποκαταστήσει τις τέσσερις αδελφές του μνηστήρα της και να μπορέσει επιτέλους και εκείνη, με τη σειρά της, να παντρευτεί.

Το σπίτι του Γιάννη είναι μία σύγχρονη εκδοχή του «Σπιτιού των τεσσάρων κοριτσιών». Μάλιστα, η θεία Σαπφώ (Ηλέκτρα Καλαμίδου) το δηλώνει καθαρά: «το σπίτι των παλαβών κοριτσιών»- η Ευγενία (Αιμιλία Υψηλάντη) είναι φιλαναγνώστρια, με ιδιαίτερη αδυναμία στον Ιονέσκο, η Σοφία (Νίτσα Μαρούδα) θέλει να γίνει σταρ του σινεμά και να κάνει σκόνη τη Βουγιουκλάκη, η Ρίτα (Μαρία Μπονέλου) ονειρεύεται έναν πλούσιο γαμπρό εφάμιλλο του Ωνάση και η τέταρτη, η Άννα (Κατερίνα Γώγου), είναι μοντέρνα νέα, με το νου της αποκλειστικά στους δίσκους και στους χορούς και με πρότυπο της τον Τζόνυ Χαλιντέη.

Καθεμία είναι τόσο προσκολλημένη στο όνειρο της, ώστε να αγνοεί την πραγματικότητα και τις ανάγκες της. Το νοικοκυριό στηρίζεται στην ενέργεια της θείας Σαπφώς και στην ολοήμερη ορθοστασία του Γιάννη, του μόνου που εργάζεται, ως κουρέας, για να συντηρήσει τόσα άτομα. Τα κορίτσια δεν κουνάνε το δαχτυλάκι τους, ούτε για να συνεισφέρουν στα του οίκου, ούτε για να αποκατασταθούν και να απελευθερώσουν τον αδελφό τους από την υποχρέωση να τα παντρέψει.

Μία πελάτισσα, η Σουλτάνα (Μαίρη Μεταξά), συμβουλεύει τη Μάρθα να αναλάβει η ίδια δράση, να βρει γαμπρούς που να ταιριάζουν με τις κοπέλες και να δέσει τις σχέσεις. Φόντο είναι πάντα η προίκα με τη μορφή διαμερίσματος. Η Μάρθα τα καταφέρνει μια χαρά στις διαπραγματεύσεις, τόσο με τους κατάλληλους γαμπρούς όσο και με τους εργολάβους, που θα δώσουν ως αντιπαροχή τα διαμερίσματα.

Οι ικανότητες του άνδρα, στην προκειμένη περίπτωση του Γιάννη, δεν μπορούν να συγκριθούν με αυτές της γυναίκας, η οποία φθάνει να αποφασίσει να αναλάβει δράση και θα πετύχει οπωσδήποτε το στόχο της. Τα όπλα της είναι η διορατικότητα, ώστε να κρίνει ποιος μπορεί να ταιριάξει με ποια, και τα κλασικά «γυναικεία» χαρακτηριστικά, η γαλιφιά, η ψευτιά, η εξαπάτηση, η εξύφανση επιτυχημένων σχεδίων.

Ο Γιάννης όπου ανακατεύεται φέρνει την καταστροφή. Η παλιομοδίτικη, πλέον, αντίδραση του ως θιγμένου μανιάτη αδελφού απλώς χρησιμοποιείται από τη Μάρθα για το επιθυμητό τέλος. Το συνοικέσιο από παραδοσιακός τρόπος γνωριμίας γίνεται όπλο στα χέρια μίας χειραφετημένης γυναίκας, η οποία το χρησιμοποιεί προς το συμφέρον της.

Αυτό που προβάλλεται συστηματικά, χωρίς να αμφισβητείται, είναι η έννοια του ταιριαστού ζευγαριού. Το συνοικέσιο δεν θα ευοδωθεί αν το ένα μέρος δεν ανταποκρίνεται στις επιθυμίες και στα πρότυπα του άλλου. Στην ταινία αυτή η άποψη εκφράζεται από την κυρία Σουλτάνα, μιας κάποιας ηλικίας, αλλά, όπως φαίνεται, καλή παρατηρήτρια και γνώστρια σε θέματα κατάκτησης του άλλου φύλου.

Η κυρία Σουλτάνα υποδεικνύει στη Μάρθα ότι, αν η κοπέλα και ο νέος ταιριάζουν και συμπαθήσουν ο ένας τον άλλον, η προίκα δεν θα παίξει ρόλο στην ευτυχή κατάληξη. Όταν η Μάρθα διερευνά τις δυνατότητες αποκατάστασης των κοριτσιών, εντοπίζει τέσσερις άνδρες με ανάλογα ενδιαφέροντα:

Ο Στέφανος (Γιώργος Μιχαλακόπουλος) είναι βιβλιοπώλης και διανοούμενος, που ενοχλείται αφάνταστα από την αγραμματοσύνη του περίγυρού του, ό,τι πρέπει για την Ευγενία, που αγαπάει το διάβασμα. Ο φωτογράφος Θωμάς (Σωτήρης Μουστάκας) είναι σε θέση να αναδείξει με την τέχνη του τη φωτογένεια της επίδοξης σταρ Σοφίας. Ο σουβλατζής Κίτσος (Χρόνης Εξαρχάκος), με περιουσία στο χωριό και επικερδή επιχείρηση, μπορεί να είναι πολύ άξεστος, «μπανάλ» και «βλάχος» για τις αριστοκρατικές ιδεοληψίες της Ρίτας, όμως καλύπτει την επιθυμία της για πλούτο. Τέλος, ο Λουκάς (Αλέκος Τζανετάκος) ελπίζει πάντα να κερδίσει στο Προ-Πό, αλλά εν τω μεταξύ βγάζει ένα καλό μεροκάματο, που το καταναλώνει στα κλαμπ, στους χορούς, στις εκδρομές και σε κάθε είδους νεανικές διασκεδάσεις, από τις οποίες είναι επίσης απορροφημένη η Άννα. Η ποικιλία των ενδιαφερόντων χαρακτηρίζει τα άτομα του ίδιου φύλου και τα μέλη της ίδιας οικογένειας, ενώ η σύμπτωση τους τα επιτυχημένα και ευτυχισμένα ζευγάρια.

Η δράση της Μάρθας δίνει νέες αποχρώσεις στην έννοια του συνοικεσίου. Η νέου τύπου προξενήτρα λαμβάνει υπόψη μία σειρά ατομικά χαρακτηριστικά και καλλιεργεί καταρχήν την αμοιβαία συμπάθεια και συναίνεση, εφιστά την προσοχή, δίνει ένα μικρό σπρωξιματάκι σε ανθρώπους, που θα μπορούσαν να γνωριστούν και μόνοι τους, αφού μένουν στην ίδια γειτονιά. Καλλιεργεί την ιδέα του ζευγαριού σε άτομα πολύ απορροφημένα από άλλες ασχολίες, σε μία εποχή, όπου η ανάγκη για κοινωνική αποκατάσταση μέσω του γάμου φαίνεται να υποχωρεί, τουλάχιστον για ορισμένα από τα πρόσωπα αυτής της κωμωδίας.

Η προξενήτρα είναι ρόλος όχι
μόνο κοινωνικός –έστω και
ξεπερασμένος από τα πράγμα-
τα–, αλλά και θεατρικός. Διέ-
πρεψαν σε αυτόν η Γεωργία
Βασιλειάδου («Ησαΐα, χόρευε»,
1966, σενάριο Φαίδων Βαλσα-
μάκης, διασκευή Κώστας Αση-
μακόπουλος, σκηνοθεσία Κώ-
στας Ασημακόπουλος- «Η προ-
ξενήτρα
») και η Σαπφώ Νοτα-
ρά («Η θυρωρίνα»). Μία από
τις δημοφιλέστερες θεατρικές
προξενήτρες ήταν η Μαρίκα
Νέζερ, που υποδύθηκε έναν
τέτοιο ρόλο και στο έργο
«Της κακομοίρας!» (1963, σενάριο Χρήστος και Γιώργος Γιαννακόπουλος, σκηνοθεσία Ντίνος Κατσουρίδης).

Η πεπειραμένη κυρία Δέσποινα αναλαμβάνει να μεταφέρει την πρόταση γάμου του περασμένης ηλικίας αλλά ευκατάστατου κυρ Παντελή (Κώστας Δούκας) στον πατέρα της Λίτσας (Νίκος Φέρμας, Νέλλη Παππά). Με επιτηδειότητα αντικρούει τους δισταγμούς του τελευταίου για τη διαφορά ηλικίας και περιγράφει γλαφυρά τις ανέσεις, μέσα στις οποίες θα ζει η κόρη του μετά από αυτόν το γάμο. Όπως το όνειρο κάθε πατέρα κοριτσιού,
και ιδιαίτερα αυτού, που δεν μπορεί να δώσει προίκα, είναι να δει καλά αποκατεστημένο το κορίτσι του, ο κυρ Μανώλης συγκατανεύει. Όμως και πάλι, την τελευταία στιγμή, το προξενιό θα αποτύχει, αφού η Λίτσα θα παντρευτεί αυτόν που αγαπάει και ο κυρ Παντελής θα «μείνει μπουκάλα».

Στο συνοικέσιο καταφεύγουν εντέλει άτομα, που δεν είναι εύκολο να αποκατασταθούν μόνα τους. Ο ακμαίος και δραστήριος πατέρας του Παναή, ενός μικρονοϊκού περασμένης νεότητας (Φίλιος Φιλιππίδης, «Τον βρήκαμε τον Παναή», 1963, Κώστας Στράντζαλης), προσπαθεί να του βρει νύφη, αφού βλέπει, ότι είναι αδύνατο να τα καταφέρει μόνος του: «Πρέπει να παντρευτείς, να φέρεις μια γυναίκα στο σπίτι, να μας νοικοκυρέψει κι εμάς, να μας πλύνει, να μας σιδερώσει, να κάνει ένα φαΐ της προκοπής». Όμως, ο Παναής έχει συγκρατήσει από την έννοια του γάμου μόνο την προίκα. Ένας άνδρας, εμφανώς ώριμης ηλικίας, που κηδεμονεύεται στο ζήτημα του γάμου προκαλεί το γέλιο. Η ελλειμματική του νοημοσύνη προστίθεται στην ηλικία του για επίταση του γελοίου αποτελέσματος. Για να χρειάζεται ένας άνδρας την πατρική βοήθεια, προκειμένου να βρει σύζυγο, πρέπει να είναι προβληματικός.

Η κηδεμονία γεροντοκορών στο ίδιο ζήτημα δεν φαίνεται να προσκρούει στην κοινωνική συνήθεια, επειδή το περιβάλλον είναι παραδοσιακά επιφορτισμένο για την αποκατάσταση τους («Δεσποινίς ετών... 39», «Οι γαμπροί της Ευτυχίας», 1962, σενάριο Νίκος Τσιφόρος - Πολύβιος Βασιλειάδης, σκηνοθεσία Σωκράτης Καψάσκης). Ενώ οι νεαρές και όμορφες νύφες (Γκιζέλα Ντάλι, Ντίνα Τριάντη) δεν ενοχλούνται από την ηλικία, την εμφάνιση ή τη νοημοσύνη του Παναή, επειδή το μόνο που τις ενδιαφέρει είναι να παντρευτούν, οι γαμπροί το βάζουν στα πόδια, εξαιτίας της όχι ελκυστικής εμφάνισης, αλλά και της ηλικίας της νύφης (Σμάρω Στεφανίδου, Γεωργία Βασιλειάδου).

Τα άτομα που δεν βρίσκουν βοήθεια από το στενό τους περιβάλλον απευθύνονται σε εξειδικευμένα γραφεία για να αναζητήσουν ταίρι. Το τελευταίο καταφύγιο του πατέρα του Παναή είναι η εφημερίδα και το γραφείο συνοικεσίων. Εκεί βρίσκεται πράγματι νύφη. Ακόμα και μετά το γάμο, ο Παναής δεν αναλαμβάνει τις δέουσες πρωτοβουλίες, αναγκάζοντας τη γυναίκα του να δραστηριοποιηθεί. Παραβιάζει έτσι τους πλέον στοιχειώδεις κανόνες και αρχές της ανδρικής συμπεριφοράς, πράγμα που σημαίνει, ότι η κουταμάρα του ξεπερνά κάθε όριο.

Ένα πιο αναλυτικό δείγμα παρουσιάζεται στο «Γραφείον συνοικεσίων» (1956, Φρίξος Ηλιάδης). Οι πελάτες δεν έχουν σώας τας φρένας, είναι δύσμορφοι, μεγάλοι στην ηλικία. Ξεχωριστή πελάτισσα είναι μία όμορφη νεαρή, που όμως
έχει δύο παιδιά εκτός γάμου. Αυτή η ιδιαιτερότητα την κάνει να δυσκολεύεται να βρει σύζυγο και την αναγκάζει να ζητήσει τη βοήθεια επαγγελματιών. Ο ρόλος του γραφείου δεν εκπληρώνεται, αφού τα δύο ζευγάρια της κωμωδίας έχουν γνωριστεί και ερωτευτεί ανεξάρτητα από τις υπηρεσίες του. Και εδώ, μολονότι βρισκόμαστε ακόμα στα μέσα της δεκαετίας του 1950, η σημασία του συνοικεσίου εμφανίζεται ξεπερασμένη, κατάλληλη μόνο για μειονεκτούντα άτομα, και πάντως όχι για τους νέους.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1960 τα γραφεία συνοικεσίων «βαράνε μύγες», ενώ οι ιδιοκτήτες τους υποφέρουν από τα παράπονα των πρώην πελατών τους που κακοπαντρεύτηκαν. Η σύζυγος του Ησαΐα (Γεωργία Βασιλειάδου, Βασίλης Αυλωνίτης, «Ησαΐα, χόρευε») κάνει μεγάλη σταυροφορία σε κομμωτήρια, θέατρα, παραλίες και γήπεδα, προκειμένου να εξασφαλίσει πελατεία στο γραφείο του. Και πάλι μόνο άτομα περασμένης ηλικίας ή γυναίκες χωρίς προίκα υπάρχει περίπτωση να ενδιαφερθούν. Όσοι απευθύνονται στο γραφείο συνοικεσίων «Ο Υμέναιος» έχουν ελαττωματάκια, αλλά αυτό δεν εμποδίζει την ιδιοκτήτριά του (Μαίρη Μεταξά, «Ο Μικές παντρεύεται») να θέτει σαφείς και άμεσους οικονομικούς όρους σε όποιον χτυπάει την πόρτα της.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 ο Ησαΐας Στεφανάκης, ιδιοκτήτης γραφείου συνοικεσίων, διαφημίζει την αξία του γάμου με συνοικέσιο, κινούμενος από προσωπικές εμπειρίες και πεποιθήσεις (Λάμπρος Κωνσταντάρας, «Ησαΐα, μη χορεύεις», 1969, σενάριο Λάκης Μιχαηλίδης, σκηνοθεσία Κώστας Καραγιάννης). Κατ' αυτόν, ο γάμος από έρωτα εξελίσσεται σε εστία μίσους και συνεχών καβγάδων, ενώ ο γάμος από συνοικέσιο μπορεί στην αρχή να συναντά την επιφύλαξη των δύο εμπλεκομένων,
αλλά στη συνέχεια μεταβάλλεται σε όαση για τη ζωή τους. Πελάτες του γραφείου του είναι υπέργηροι ευκατάστατοι άνδρες, που δεν φαίνεται να έχουν αίσθηση της πραγματικότητας ως προς τις απαιτήσεις τους. Η καταπίεση, που ασκεί ο Ησαΐας και οι πεποιθήσεις του στο περιβάλλον του, ανατρέπονται, όταν ερωτεύεται την ιδεολογική του αντίπαλο Αγνή. Έτσι, όχι μόνο η ανιψιά του θα παντρευτεί τον καλό της, αλλά και ο ίδιος θα βρεθεί αποκατεστημένος ‒ και όχι με τη βοήθεια του γραφείου του.

Τα διαθέσιμα στοιχεία δίνουν μία διαφορετική εικόνα για την εμβέλεια του συνοικεσίου στην κοινωνία της εποχής. Στη μελέτη της Μάγδας Νικολαΐδου «Δουλειά και χειραφέτηση: η γυναίκα στην Ελλάδα» (Καστανιώτης, Αθήνα, 1978) αναφέρεται, ότι ένα μεγάλο ποσοστό των γάμων, που έχουν γίνει ως το 1974 στο δείγμα της, το 62 %, οφείλεται σε συνοικέσιο, ενώ μόνες γνωρίστηκαν το 38%. Η συγκεκριμένη έρευνα αφορά εργάτριες των Μεγάρων, ενώ τα δεδομένα της δεν σχολιάζονται σε σχέση με τους κανόνες, που επικρατούν σε άλλα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Ασφαλώς, δεν μπορούμε να βγάλουμε συμπεράσματα από τη συγκεκριμένη απόκλιση.

Μπορούμε ωστόσο να παρατηρήσουμε, ότι τα κινηματογραφικά παραδείγματα δεν αναφέρονται στην εργατική τάξη. Επίσης, ότι ο κινηματογράφος προβάλλει το γάμο από έρωτα, επειδή αυτός ελκύει περισσότερο το φαντασιακό του κοινού. Άλλωστε, τα ερωτευμένα ζευγάρια, που νικούν τα συνοικέσια των γονέων, τουλάχιστον στη μυθοπλασία, είχαν επιτυχία ήδη από την εποχή του Μενάνδρου.





Σημείωση
:
Το παραπάνω κείμενο αποτελεί απόσπασμα
από το βιβλίο της Ελίζας-Άννας Δελβερούδη:
«Οι νέοι στις κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου, 1948-1974»,
έκδ. «Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας», Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς,
Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε., Αθήνα, 2004.
Οι εικόνες προστέθηκαν με μέριμνα της «Ελεύθερης Έρευνας».
 

Η Ελίζα-Άννα Δελβερούδη είναι καθηγήτρια Ιστορίας του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου στον Τομέα Θεατρολογίας & Μουσικολογίας του Τμήματος Φιλολογίας, στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης.

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ


5 ΣΧΟΛΙΑ

  • Ανώνυμος 43898

    16 Σεπ 2017

    Το συνοικεσιο επιβιωνει ακμαιοτατο στο συγχρονο Ελλαδισταν απλα ειναι συγκεκαλυμμενο...

  • Ανώνυμος 35309

    26 Αυγ 2015


    «....μὰ Δί᾽ οὐχ ὥς ποτε ἐγὼ Ἀσπασίας ἤκουσα: ἔφη γὰρ τὰς ἀγαθὰς προμνηστρίδας μετὰ μὲν ἀληθείας τἀγαθὰ διαγγελλούσας δεινὰς εἶναι συνάγειν ἀνθρώπους εἰς κηδείαν, ψευδομένας δ᾽ οὐκ ἐθέλειν ἐπαινεῖν: τοὺς γὰρ ἐξαπατηθέντας ἅμα μισεῖν ἀλλήλους τε καὶ τὴν προμνησαμένην....»
    (προμνηστρια: η προξενητρα)
    Ξενοφων: Απομνημονευματα 2.6.36

  • Ανώνυμος 35293

    24 Αυγ 2015


    Το συνοικεσιο ειναι παραδοσιακη διαδικασια συναψης γαμου σε πολλες κοινωνιες διαφορετικων πολιτισμων διαχρονικα, δεν εχει να κανει με αρχαια Ελλαδα και κουραφεξαλα (η αναφορα στον Μενανδρο γινεται, προφανως, δικην γραπτης ιστορικης αναφορας σε σχεση με τον δυτικο πολιτισμο).
    https://en.wikipedia.org/wiki/Arranged_marriage
    https://en.wikipedia.org/wiki/Forced_marriage

  • Ανώνυμος 29967

    30 Οκτ 2014

    Πάρε κόσμε:
    http://www.youtube.com/watch?v=xoIwR0ydZ4c

  • Bielidopoulos

    29 Οκτ 2014

    ~
    "είχαν επιτυχία ήδη από την εποχή του Μενάνδρου"
    Νάτην πάλι η αναφορά στην αρχαιότητα. Καλώς ήρθατε στο νεοελληνικό matrix, η πλύση εγκεφάλου δεν τελειώνει ποτέ. Αρχαιοπρέπεια με το στανιό, μια και το παρόν δεν τρώγεται με τίποτα.
    Στο μεταξύ Ελλάντα - 21ος αιώνας:
    http://oi60.tinypic.com/29pu63m.jpg
    http://oi60.tinypic.com/sqqolu.jpg

    I.Bielidopoulos