Η ΙΣΤΟΡΙΑ
ΜΙΑΣ ΚΙΘΑΡΑΣ

Το 1982, την ημέρα των γενεθλίων μου, όταν δηλαδή έκλεινα τα 18, μπήκα σʼ ένα μεγάλο Jumbo 747 κι έφυγα για την Αμερική. Θυμάμαι τα λυπημένα πρόσωπα των γονιών μου και τού μικρού μου αδερφού, όταν τους αποχαιρέτησα. Έφευγα όμως, για καλό σκοπό. Έφευγα για να σπουδάσω και μετά να γυρίσω στη πατρίδα μου, για να την βοηθήσω κι εγώ να αναπτυχθεί μιας και η χώρα μας φημίζεται για την αξιοκρατία της και το γεγονός, ότι προάγει τους άξιους, τους ανθρώπους, που μοχθούν και αγωνίζονται (εμένα μού λες, αλλά έτσι νόμιζα τότε).

Το πανεπιστήμιο, που ήταν μεγάλο και αριθμούσε γύρω στους 25.000 φοιτητές, βρισκόταν στον αμερικάνικο νότο, σε μια μικρή πόλη λίγων κατοίκων και αποτελούσε και την κυριότερη πηγή εσόδων γιʼ αυτούς. Βρέθηκα ανάμεσα σε μια αλλιώτικη κουλτούρα ανθρώπων, που γνώριζαν ελάχιστα πράγματα για τη ζωή έξω από το χωριό τους.

Νοίκιασα ένα μικρό δωμάτιο κι έμενα μόνος μου. Δύσκολα πράγματα. Όλα τα έμαθα μόνος μου. Να μαγειρεύω, να πλένω, να σφουγγαρίζω, να σκουπίζω, να σιδερώνω. Μόνος μου. Μού έλειπε η χώρα μου, οι παιδικοί μου φίλοι, οι δίσκοι μου και μια παλιά κλασική κιθάρα, που με χίλια ζόρια μού είχε αγοράσει ο μακαρίτης ο πατέρας μου. Σκουπόξυλο ήταν η φουκαριάρα, αλλά εγώ την αγαπούσα και τώρα μού έλειπε και πολύ μάλιστα.

Μια μέρα σουλάτσερνα στο εμπορικό κέντρο τού χωριού. Μού φαινόταν μεγάλο. Είχε πολλά καταστήματα, που στόχευαν κυρίως στο βαλάντιο τού φοιτητόκοσμου κι ίσως γιʼ αυτό το λόγο να είχαν και τόσο μεγάλη ποικιλία αγαθών, που διόλου δέν ταίριαζε με το μικρό χωριό τού νότου και τις αγοραστικές συνήθειες των κατοίκων του.

Μού είχε κάνει εντύπωση ένα όμορφο μαγαζί με μουσικά όργανα και κυρίως κιθάρες. Πέρναγα, ξαναπέρναγα, αλλά ποτέ δέν έμπαινα μέσα, γιατί τα χρήματα, που είχα, ήτανε πάντοτε λιγοστά κι ο πειρασμός μεγάλος. Κάποια στιγμή, έπιασα δουλειά σʼ ένα εστιατόριο, που είχε ένας ρωμιός μετανάστης. Δούλευα όλο τον ελεύθερο χρόνο μου εκεί, για να ζορίζω όσο γινόταν λιγότερο τους δικούς μου. Μετά από μερικούς μήνες, έκανα ένα μικρό κομπόδεμα κι αποφάσισα να επισκεφτώ ξανά αυτό το μαγαζί με τα μουσικά όργανα.

Οι ηλεκτρικές κιθάρες ήταν σχετικά ακριβές και θέλανε και ενισχυτή. Τις είδα, τις θαύμασα και τις ξέχασα. Υπήρχαν όμως και αρκετές ακουστικές. Μια όμως, μού έκανε εντύπωση. Είχε περίεργο χρώμα και ο ήχος της μού άρεσε ιδιαίτερα.

- Τι ξύλο είναι αυτό; ρώτησα τον υπεύθυνο.

- Είναι ΚΟΑ από τη Χαβάη. Η κιθάρα είναι φτιαγμένη στην Ιαπωνία από τον Yairi Alvarez και είναι πολύ προσεγμένη σαν κατασκευή. Dreadnaught κιθάρα, ό,τι πρέπει για country και blues, απάντησε.

Την αγόρασα χωρίς δισταγμό και την πήγα στο φτωχικό μου διαμέρισμα. Όλο το βράδυ, μαζί της ασχολιόμουνα. Είχα ερωτευτεί τον ήχο της, αλλά και το χρώμα της τόσο πολύ, που είχα ξεχάσει τη φουκαριάρα τη κλασική, που είχα αφήσει πίσω.

Η Alvarez μου είχε γίνει η γυναίκα μου. Με ακολουθούσε παντού, αλλά κυρίως με συντρόφευε τα βράδια και μού καθάριζε το μυαλό απʼ τα διαβάσματα και τη δουλειά.

Κάποια στιγμή, αποφάσισα νʼ αφήσω το νότο και να πάω στον αμερικάνικο βορά. Καλύτερες δουλειές, περισσότερες γνωριμίες, πιο καλά πανεπιστήμια. Μαζί έφευγε και ένας φίλος μου, αλλά αυτός πήγαινε αλλού, στη Βοστώνη, ενώ εγώ στο New Jersey.

Το κακό με μένα είναι, ότι δέν έμαθα ποτέ να οδηγώ. Μονάχα ένα σαράβαλο μηχανάκι κι εκείνο για πολύ κοντινές αποστάσεις. Ο Γιάννης λοιπόν, ο φίλος μου, ήτανε σοβαρός άνθρωπος και αγόρασε αυτοκίνητο. Δέν πέταξε τα λεφτά του σε κιθάρες και blues βινύλια. Θα πήγαινε λοιπόν, στη Βοστώνη. Είχε εκεί συγγενείς. Εγώ, εκεί που πήγαινα, δέν είχα κανέναν ή μάλλον είχα, αλλά τέλος πάντων. Εκείνος θα τα φόρτωνε όλα στο αμάξι του και θα έφευγε, ενώ εγώ θα έπρεπε να τα φορτώσω όλα σε βαλίτσες και να ταξιδέψω μαζί τους.

Είχα ήδη πολλά βιβλία να κουβαλήσω, ρούχα και παπλώματα, κουζινικά και δίσκους. Η Alvarez μου όμως; Τί θα γινόταν μʼ αυτήν;

- Γιάννη, κάνε μου μια χάρη, πάρε τη κιθάρα μαζί σου κι αν ποτέ ξαναβρεθούμε, μού τη δίνεις, τού είπα.

Ο Γιάννης στην αρχή αρνήθηκε, αλλά στη συνέχεια το δέχτηκε θέτοντας όμως σαν όρο, πως αν αντιμετώπιζε οικονομικά στενέματα, θα την πούλαγε.

Πέρασαν περίπου 4 χρόνια και κάποια στιγμή τον έβγαλε ο δρόμος του για το New Jersey και μού την έφερε.

- Να σου πω, είχα κανονίσει να τη δώσω, αλλά αυτός, που ήτανε να τη πάρει,  δέν είχε να μού δώσει όλα τα λεφτά και η πώληση δεν έγινε, μού εξομολογήθηκε.

Πέρασαν άλλα τόσα χρόνια και η Alvarez συνέχισε να μού κρατάει συντροφιά. Δουλειά, πανεπιστήμιο, μεταπτυχιακές εργασίες, αλλά η γλυκιά μου η κιθαρούλα πάντα εκεί, έτοιμη για χάδια.

Όταν γύρισα στην Ελλάδα, την έφερα μαζί μου. Είχε λίγο παλιώσει και στο καπάκι της υπήρχε μια ελεεινή γρατζουνιά, που έγινε από τα χρόνια, που τη φιλοξενούσε ο Γιάννης στο σπίτι του στη Βοστώνη.  Βλέπετε, με τον Κακανιάρη (σ.σ. οργανοποιός) δέν είχαμε τότε γνωριστεί, για να μού κάνει καλά το κορίτσι και αρκέστηκα σʼ ένα πλαστικό αυτοκόλλητο, που έβγαζε τότε η Ρενώ για τα αμάξια της. Έκατσε κούκλα απάνω και μαζί με ένα καλό γυάλισμα στα τάστα και καινούργιες χορδές, το κορίτσι ξανάνιωσε.

Στο φανταριλίκι, η Alvarez μου ήτανε η παρηγοριά μου. Όποτε έπαιρνα άδεια, μαζί της πέρναγα το χρόνο μου. Ακόμα κι όταν ήμουνα κουρασμένος και δέν μπορούσα να τη γρατζουνίσω, μού έφτανε και μού περίσσευε απλά να τη κοιτάζω και να τη νιώθω δίπλα μου.

Τα χρόνια περνούσαν και κάποια στιγμή άνοιξα το πρώτο μου φροντιστήριο σʼ ένα φτωχό προάστιο τού Πειραιά. Είχα δύο μαθητές, αδέρφια ήτανε. Τον Γιώργη και την Μαρία, από πολύ καλή και αξιοπρεπή οικογένεια. Ο πατέρας τους, ένας πολύ σωστός και απλός άνθρωπος, αλλά και καλός πατέρας, ήρθε μια Παρασκευή να με βρει.

- Βρε συ Δημήτρη, η Μαριώ μʼ έχει φάει να τής πάρω κιθάρα. Ξέρεις κανένα να πουλάει, να τής πάρω μια φτηνή;

- Ναι ξέρω, τού απάντησα έχοντας στο μυαλό μου έναν αρμένη φίλο, που πούλαγε μουσικά όργανα στον Πειραιά.

- Εντάξει, θαʼ ρθω αύριο το πρωί, να μού πεις πού να πάω για να τής την αγοράσω και να την γράψω και σε ωδείο.

Το Σάββατο ήρθε, αλλά ο κυρ Γρηγόρης, ο πατέρας τού Γιώργη και τής Μαριώς, δέν φάνηκε ποτέ. Έφυγε σαν το φτερούγισμα ενός πουλιού απʼ το μάταιο τούτο κόσμο προδομένος απʼ τη καρδιά του. Ήταν μονάχα 48 χρονών!

Τα παιδιά για 2-3 μήνες τα έχασα. Κάποια στιγμή ξαναήρθαν να με δουν μαζί με τη χαροκαμένη τους τη μάνα. Ήρθαν να μού πουν, πως χρήματα δέν είχαν, για να συνεχίσουν τα μαθήματα. Τα χάιδεψα και τα δυό στα μαλλιά και είπα στη μάνα τους, πως μέχρι να τελειώσουν, δέν μού όφειλαν τίποτα. Δέν ήθελα χρήματα, μονάχα να έρχονται και να διαβάζουν. Έτσι κι έγινε. Κάποια στιγμή, η Μαρία μού είπε πως η όρεξη για την κιθάρα δέν τής είχε φύγει.

- Αύριο, θα έχεις κιθάρα να παίζεις, τής υποσχέθηκα.

Είχε έρθει η ώρα να αποχωριστώ την Alvarez μου. Τουλάχιστον, θα έφευγε για καλό σκοπό. Τη χάρισα λοιπόν στη Μαρία και κάπου–κάπου μού την έφερνε να τις αλλάζω χορδές και να τη κουρντίζω.

Πέρασαν και πάλι κάμποσα χρόνια και αποφάσισα να μεταφερθώ σε δικό μου κτίριο στη δυτική Αθήνα. Την Μαρία και τον Γιώργο τους είχα χάσει από τότε, που πήραν το Lower.

Άξαφνα, μια βροχερή Τρίτη, βλέπω μια γριούλα και μια κοπελιά να κοιτάζουν το τζάμι τού μικρού μου σχολειού. Άνοιξα την πόρτα και δυσκολεύτηκα λίγο να αναγνωρίσω τα πρόσωπα. Ήταν η Μαρία με τη μητέρα της. Συγκινήθηκα πολύ, όταν τις είδα. Πέρασαν μέσα και τα είπαμε. Η Μαρία είναι πια φιλόλογος και ο Γιώργης γραφίστας. Πέρασαν πολύ δύσκολα, αλλά τα κατάφεραν. Πάνω στη κουβέντα, η μητέρα τής Μαρίας μού είπε για την κιθάρα:

- Βρε Δημήτρη μου, η Μαρία τα παράτησε κι έχω τη κιθάρα σου στο πατάρι. Το πατάρι είναι που είναι μικρό και μού πιάνει χώρο. Μήπως τη θέλεις πίσω;

Κόντεψα να χάσω τις αισθήσεις μου. Η Alvarez μου θα ξαναγύριζε κοντά μου μετά από τόσα χρόνια.

Γύρισε...

Την πήγα σʼ ένα φίλο και τη σένιαρε. Ο ήχος της ο ίδιος. Γλυκός και ξερός μαζί. Τής αγόρασα και μια σκληρή θήκη με μπλε βελούδινη επένδυση, για να μη μού κρυώνει τα βράδια.

Η Alvarez μου είναι το πρώτο πράγμα, που βλέπω, όταν ανοίγω το μικρό μου σχολειό και το τελευταίο, όταν φεύγω. Χρόνο δεν έχω πολύ, για να τη γρατζουνάω. Σπάνια πια το κάνω. Είναι όμως εδώ, δίπλα μου και αυτό είναι, που μετράει.

Τελικά, όταν κάτι δέν θέλει να φύγει, δέν φεύγει ποτέ, όσο και αν το διώχνουμε.

Α! για τη Μαρία τώρα. Ναι, ξανάγινε μαθήτριά μου και πήρε το Proficiency. Πάλι δέν πήρα χρήματα, δέν ήθελα να πάρω. Ο ένας λόγος ήταν η ανάγκη να αποδώσω έναν φόρο τιμής σʼ έναν άξιο πατέρα, σαν το κυρ Γρηγόρη, τον πατέρα τής Μαρίας. Ο άλλος ήταν η Alvarez μου, που ξαναγύρισε!



ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ


1 ΣΧΟΛΙΑ

  • Ανώνυμος 41909

    28 Μαρ 2017

    καλο ..αν τα 'πραγματα' ετσι εγιναν...αν φανταστικο ειναι παλι καλο..