ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ
ΚΟΛΥΜΒΗΘΡΑ
ΟΝΟΜΑΤΩΝ

Ζάχος Ε. Παπαζαχαρίου
έκδ. “Ισνάφι”, Ιωάννινα, 2010


Ο εθνοφυλετισμός είναι ακόμα ζωντανός στη συνείδηση των ιστορικών και των απλών ανθρὡπων. Και το μεγάλο ερώτημα παραμένει πάντα για πολλούς: Τί απέγιναν οι αρχαίες φυλές και γιατί τα ονόματά τους χάθηκαν από τον καιρό των ρωμαίων και ξαναεμφανίστηκαν τον 18ο και 19ο αιώνα;

Το αποτέλεσμα τής επώδυνης για τους ανθρώπους πολιτικής διαδικασίας, που ονομάστηκε «εθνογένεση» είναι εξαιρετικά εύθραυστο και αμφιλεγόμενο. Αλλά φαντάζει σήμερα και εξαιρετικά άδικο. Αυτό το βιβλίο έρχεται να βοηθήσει κάποια μελλοντική επανόρθωση τής άδικης και ασύστολα ψευδόμενης ιστορίας των βαλκανικών λαών εξετάζοντας τη γέννηση των εθνωνύμων, που επιβλἡθηκαν τους τελευταίους τρεις αιώνες.

Και όπως σε όλες τις βαπτίσεις, που επικυρώνονται απο τον ιερέα, όλοι γελάνε εκτός από όσους βρίσκονται στην κολυμβήθρα.  

Ανάμεσα στις πολλές πραγματείες, που εμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια για το έθνος και για την εθνογένεση στην Ευρώπη και ειδικότερα στα Βαλκάνια, σπάνιες είν' εκείνες, που εξετάζουν τα ονόματα των εθνών και τον πρωταρχικό ρόλο, που έπαιξαν και παίζουν ακόμα στις σχέσεις ανάμεσα στα έθνη και στα κράτη, αλλά και στις σχέσεις στο εσωτερικό των κρατών, στις σχέσεις των ανθρώπων.

Η ονομασία τού κάθε έθνους σχετίζεται περισσότερο από κάθε τι άλλο με την «ταυτότητα», που αναγνωρίζουν τα μέλη τής κάθε εθνικής ομάδας. Και όχι μόνο δηλώνει την ταυτότητα, αλλά και εν πολλοίς την προσδιορίζει. Κάθε φορά, που η ονομασία τού έθνους προφέρεται, ομαδικά ή ατομικά, επίσημα ή ανεπίσημα, αποτελεί μια ομολογία πίστεως, απόλυτης εμπιστοσύνης σε μια συλλογική υπόθεση. Η εκφορά της προκαλεί στα άτομα και στις ομάδες που
την προφέρουν μια ευφορία, μια ικανοποίηση, μια υπερηφάνεια, που επιβεβαιώνει την ανάγκη τού ατόμου να ανήκει σε μια μεγάλη ομάδα με ειδικά χαρακτηριστικά. Χαρακτηριστικά ευγένειας, έντιμότητας, σπάνιων δεξιοτήτων, τοπικών αντιδράσεων, διαφορετικά από αυτά των άλλων εθνικών ομάδων. Χαρακτηριστικά, που καθορίζονται από ένα παρελθόν ένδοξο και γενικά σημαδιακό για την παγκόσμια ιστορία. Η εκφορά τού εθνώνυμου τονώνει την αυτοπεποίθηση τού ατόμου και συχνά προκαλεί εκδηλώσεις φανατισμού, συνήθως στα νεόκοπα και στα νεόφυτα τού κάθε συγκεκριμένου έθνους άτομα.


Ανάμεσα στους χώρους, των οποίων οι κάτοικοι ασχολήθηκαν περισσότερο από κάθε άλλον με την παραγωγή, με την κατασκευή εθνικών ονομάτων, ο χώρος τής χερσονήσου τού Αίμου, των Βαλκανίων, απʼ τα πανάρχαια χρόνια ως τα σήμερα, διεκδικεί επάξια την πρώτη θέση. Μόνο τα τελευταία διακόσια χρόνια κατασκευάστηκαν στα πλαίσιά του πάνω από δεκαπέντε εθνικές ονομασίες και, ενώ η διαδικασία τής «εθνογένεσης» έχει λήξει προ πολλού στο λεγόμενο «ανεπτυγμένο» κόσμο, επιμένει να παράγει νέα έθνη, νέες ονομασίες εθνών.

Μόνο ο χώρος της Αφρικής προσπάθησε κατά την περίοδο τού Μεταπόλεμου να συναγωνιστεί το βαλκανικό χώρο στην κατασκευή νέων εθνικών ονομασιών, αλλά κι ο χώρος αυτός εδώ και τρεις δεκαετίες σταμάτησε πια να τις παράγει, ενώ ο βαλκανικός χώρος συνεχίζει ακομα σήμερα να κατασκευάζει νεότερα έθνη και να αναγκάζει την παγκόσμια κοινότητα να τα αναγνωρίζει.

Παρατηρείται σε όλες τις εθνικές ομάδες ένα είδος λατρείας τού εθνώνυμου, που συγγενεύει με το φετιχισμό, μέχρι λαγνείας. Ο φετιχισμός αυτός αναφέρεται σε μια μυθολογία, που δικαιώνει την ...«ευ-γένεια» τού συγκεκριμένου έθνους και τη διαφορά του από τα άλλα, χωρίς να λαβαίνει υπʼ όψη τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα. Παίζει επιλεκτικά με τη μνήμη και τη λήθη. Επακόλουθα, η ιστορική επιστήμη στα πλαίσια τού κάθε έθνους αποσιωπά τα γεγονότα, που διαψεύδουν, που αμφισβητούν την εθνική μυθολογία, καταδικάζοντάς τα στη συλλογική λήθη. Αντίθετα, υπογραμμίζει τα γεγονότα εκείνα, που δικαιώνουν την εθνική μυθολογία και ενδυναμώνουν τη συλλογική της μνήμη.

Οι έλληνες ιστορικοί, για παράδειγμα, δέν θέλουν να θυμούνται την τελική ήττα τής επανάστασης τού 1821 από το οθωμανικό κράτος, ενώ θυμούνται κατά κόρον τις πριν από την ήττα αυτή επιμέρους νίκες της. Δέν θέλουν να αποδίδουν στην κεμαλική επανάσταση την ήττα τής μικρασιατικής εκστρατείας και φορτώνουν την αυτουργία τής ήττας στους ...ανήθικους ευρωπαίους συμμάχους, που ...πρόδωσαν την Ελλάδα.

Οι έλληνες γενικά θυμούνται με καμάρι τη νίκη επί των ιταλών στην Αλβανία και την αντίσταση στη γερμανική εισβολή. Δέν θέλουν όμως, να πιστέψουν, πως πολλοί ιταλοί διαφωνούσαν με τις κατακτητικές μανίες τού Μουσολίνι και δέν ήθελαν να πολεμήσουν ενάντια στους έλληνες. Συνεχίζουν, λοιπόν, λόγω τής ήττας τού ιταλικού στρατού πριν εβδομήντα χρόνια, να θεωρούν τους ιταλούς συλλήβδην φαιδρά άτομα, μέχρι γελοία. Οι ιταλοί, από τη μεριά τους, δέν  θέλουν να θυμούνται την ήττα τού πολέμου στην Αλβανία. Δέν έρχονται και πολύ συχνά στην Ελλάδα και προσπαθούν να εξευμενίσουν τους έλληνες με το ...μαντολίνο τού λοχαγού Κορέλλι.

Οι βλάχοι τής Ελλάδας, με τη σειρά τους, δέν μπορούν να ξεχάσουν το ...άγος τής σύστασης μιας φιλοϊταλικής «Λεγεώνας των Βλάχων» κατά την ιταλική κατοχή. Οι πιο μορφωμένοι απʼ αυτούς θεωρούν τους εαυτούς τους συνυπεύθυνους, εβδομήντα χρόνια μετά, και αισθάνονται υποχρεωμένοι να υποκρίνονται τους έλληνες υπερεθνικιστές, για να καλλιεργήσουν στους άλλους τη λήθη για την προδοσία.

Οι γάλλοι ακόμα δέν μπορούν να ξεχάσουν την ήττα τού '40 από τους γερμανούς και συνεχίζουν να διατηρούν μια παράξενη απέχθεια προς τους ...βάρβαρους, χοντροκομμένους και γενικά απολίτιστους γειτόνους τους, στους οποίους και δίνουν το υποτιμητικό προσωνύμι «les Schleux», που βγαίνει απʼ το schlague, την τιμωρία με χτύπημα βίτσας, που ήταν παράδοση στο γερμανικό στρατό.

Στις επιλογές των βαλκάνιων λογίων για τον καθορισμό των βαλκανικών φυλών-εθνών έπαιξε καίριο ρόλο και η θεωρία τής «Ινδοευρωπαϊκής Ομοφυλίας», που κυριάρχησε στην Ευρώπη απʼ τις αρχές τού 19ου αιώνα μαζί με την ψύχωση τής γλωσσικής αρχαιολογίας. Μια ψύχραιμη ιστορική εξέταση των σημερινών ονομάτων των βαλκανικών εθνών μάς δείχνει σήμερα, πως δέν βασίζονται σε ξεκάθαρα ιστορικά δεδομένα. Βασίζονται σε εθνικές μυθολογίες, που έχτισαν τον 18ο και 19ο αιώνα ευφάνταστοι λόγιοι, φανατικοί τού παιχνιδιού τής «ετυμολογίας», οπαδοί μιας ιστορικής επιστήμης, που είχε σχέση περισσότερο με μυθολογικά εφευρήματα, παρά με πραγματικά κατάλοιπα τού παρελθόντος.

Οι έλληνες φιλόλογοι και ιστορικοί κατάλαβαν ίσως, ότι οι βορειοευρωπαίοι με τη «Συγκριτική Γλωσσολογία» έφτιαχναν ένα νέο κώδικα ευγενείας των εθνών, που τους έδινε το δικαίωμα να εκμεταλλεύονται τους σημίτες ως κατώτερης ποιότητας ανθρώπους. Και βάφτισαν ινδοευρωπαίους τους αρχαίους αιολείς, αχαιούς, ίωνες και κυρίως τους δωριείς. Έψαξαν μάλιστα να βρουν σημάδια αυτής τής «καθόδου των ινδοευρωπαϊκών φυλών» στο βαλκανικό νότο. Και βρήκαν τα γεωμετρικά αγγεία, και θεσμοθέτησαν τη γεωμετρική περίοδο, την περίοδο τής εισαγωγής τού σιδήρου. Θεώρησαν, πως από κει και πέρα κυριάρχησαν οι έλληνες, αφού πέρασαν δια πυρός και σιδήρου τους παλαιότερους κατοίκους, τους πελασγούς, τους φοίνικες και άλλους. Γιατί ήταν ύποπτοι για συγγένειες και σχέσεις με τους σημιτικούς λαούς, τους ασιάτες και τους αφρικάνους.

Πήραν φωτιά και οι ελληνολάτρες ευρωπαίοι κι εμφανίστηκε η Ελλάδα, η ιδέα τής παλινόρθωσης τής Ελλάδας. Δέν θα επεκταθούμε στα παραμύθια, που φτιάχτηκαν γύρω από την επανάσταση τού 1821. Ήδη, πολλα απʼ αυτά έχουν
αρχίσει από καιρό να αποδομούνται, γιατί, όπως έλεγε ο μπάρμπα-Γιάννης ο Κορδάτος, «δέν αντέχουν στο φως τής κριτικής». Όπως εκείνος ο έλληνας ήρως Μάρκος Μπότσαρης, που μιλούσε μόνο αρβανίτικα και πήγε και σκοτώθηκε μπαίνοντας νύχτα στη σκηνή τού τούρκου πασά, που ήταν ...λατίνος, δηλαδή αλβανός ρωμαιοκαθολικός από τη Γκεκαριά, τη βόρεια Αλβανία.

Σημασία έχει, ότι στην επανάσταση τού 1821 όλοι οι επαναστάτες αισθάνονταν ρωμιοί και μόνο κάποιοι απ' αυτούς δήλωναν «έλληνες», γιατί το όνομα αυτό ήταν πιο επίσημο, πιο αξιοπρεπές, πιο... φημισμένο. Όλοι ήξεραν, πως ήταν ρωμιοί και οι πιο πολλοί δέν ήξεραν καν τί σημαίνει το να είσαι έλληνας. Οι έλληνες πρόγονοι ήταν πολύ μακρινοί, ενώ οι ρωμαίοι, οι βυζαντινοί, ήταν περισσότερο παρόντες.


Από την ελληνική ιδέα δέν αποκλείονταν στην αρχή ούτε οι βλάχοι ούτε οι αλβανοί. Απόδειξη η συμμαχία του Αλή πασά των Ιωαννίνων με τους «ελληνίζοντες», τους «γρεκομάνους» βλάχους και τους αλβανούς, χριστιανούς και μουσουλμάνους. Απόδειξη το επαναστατικό σχέδιο, που πρότεινε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πάνω στο πέρασμα των Ιονίων Νήσων και της Δαλματίας από τη ρωσική και γαλλική στην αγγλική κατοχή. Είχε μαζί του τους «τουρκ-αλβανούς» πολέμαρχους Χασάν Τσαπάρη, Μαλίκ Γράβια, Γιουσούφ Τζώμο, Μπαζίνα, Χούσο και άλλους, που μετά την αποτυχία τού εγχειρήματός τους κατέφυγαν στην Αίγυπτο, όπου τους καλοδέχτηκε ο ηγεμόνας της, ο αλβανός μπεκτασής Μεχμέτ Αλής ή Μωχάμετ Αλη.

Δέν υπήρχε ακόμα πραγματικό δίλημμα ανάμεσα στους ρωμιούς και στους έλληνες. Το δίλημμα αυτό θα εμφανιζόταν αργότερα, όταν οι προγονόπληκτοι ελληνολάτρες θα άρχιζαν την πλύση εγκεφάλου για την Αρχαία Ελλάδα. Τότε,  το ρωμιός και το έλληνας θα γινόταν θέμα ...ταξικής ένταξης. Η κατά φαντασίαν αστική τάξη των Αθηνών, που αυτοονομάστηκε «αριστοκρατία», προτιμούσε την Αρχαία Ελλάδα. Ήταν πιο αξιοπρεπής. Ενώ από την άλλη μεριά η λαϊκότητα δέν καταλάβαινε από ...Ελλάδα. Έβλεπε Ρωμιοσύνη.

Τότε, έπεσε η ...κεραμίδα τού Φαλμεράγιερ. Ο περίφημος γερμανός ιστορικός εξέδωσε το 1835 στη Στουτγάρδη το «Περί τής καταγωγής των νεοελλήνων», που αναοτάτωσε και εξόργισε τους έλληνες πολιτικούς κι έγινε ο βραχνάς των λογίων τής νεόδμητης Ελλάδας, γιατί υποστήριζε, πως μετά την κάθοδο των σλάβων και αργότερα των αλβανιτών στην Ελλάδα δέν υπήρχαν πια έλληνες. Ο Παπαρρηγόπουλος τότε, ο Νικόλαος Πολίτης και άλλοι λόγιοι, που ονομάστηκαν «αντιρρητικοί», έπεσαν στην παγίδα. Και εξελίχτηκαν σε λυσσασμένους θιασώτες τής φυλετικής καθαρότητας τού ελληνικού έθνους.

Είκοσι χρόνια αργότερα, ο Φαλμεράγιερ, που το όνομά του, ως τού χειρότερου ...«μισέλληνα», έμεινε στην τρέχουσα ιστορία μας, ξαναχτύπησε. Εξέδωκε το 1857-60, πάλι στη Στουτγάρδη, τη μελέτη «Το αλβανικό στοιχείο στην Ελλάδα».

Τότε, πέρασε στην αντεπίθεση ο Κωνσταντίνος Σάθας. Γεννημένος στο Γαλαξίδι το 1842 και έχοντας περάσει το πιο μεγάλο μέρος τής ζωής του στη Βενετία και στο Παρίσι σε φιλελληνική περιρρέουσα ατμόσφαιρα, ο Σάθας ήταν στην εφηβεία του τότε, το 1857-60 και ενοχλήθηκε ιδιαίτερα από τις θεωρίες τού Φαλμεράγιερ. Στο δοκίμιό του «Τουρκοκρατούμενη Ελλάς» περιγράφει τους έλληνες από το 1453 ως το 1821 να προσπαθούν με συνεχείς επαναστάσεις να αποτινάξουν τον οθωμανικό ζυγό. Δέν υπάρχουν γιʼ αυτόν προνομιούχοι και μή προνομιούχοι, εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενοι. Υπάρχουν μόνο τούρκοι κατακτητές και καταπιεστές και έλληνες καταπιεζόμενοι. Το βιβλίο αυτό είναι μνημείο εθνοκεντρικής ιστορίας και διαστροφής των εννοιών «κατάκτηση», «σκλαβιά», «ελευθερία» και «επανάσταση». Η ορολογία που χρησιμοποιεί επηρεάζει ακόμα ως τα σήμερα την ελληνική ιστοριογραφία και τα σχολικά βιβλία τής Ιστορίας.

Οι σπουδαγμένοι ελλαδίτες πέσανε στην παγίδα. Αντί να δεχτούν την ιστορική ανάμειξη των φυλών ήδη από την αλεξανδρινή εποχή και να διατρανώσουν την ανυπαρξία φυλών ήδη από τον καιρό τής Ρωμανίας, αισθάνθηκαν υποχρεωμένοι να αμύνονται, να δικαιολογούνται για τις αδυναμίες τής Ρωμιοσύνης. Ταυτόχρονα, η Αρχαία Ελλάδα έγινε για την ηγεσία τού ελληνικού κράτους το αγαπημένο θέμα τής εξωτερικής της πολιτικής. Αλλά και η Ρωμιοσύνη απέκτησε ταυτόχρονα μια διάσταση επεκτατική, σχεδόν ιμπεριαλιστική, που ασκούσε μεγάλη γοητεία στην ηγεσία τού ελληνικού κράτους. Μόνο οι άνθρωποι τής μεταποίησης και τής αγοράς την έβλεπαν σαν ελευθερία κυκλοφορίας ανθρώπων, εμπορευμάτων και ιδεών. Ταυτόχρονα όμως, αναπτύσσονταν στα Βαλκάνια οι «ιδέες» τής Μεγάλης Βουλγαρίας, τής Μεγάλης Ρουμανίας, τής Μεγάλης Σερβίας, τής Μεγάλης Κροατίας, που έβλεπαν εχθρικά τη Ρωμανία και τη Ρωμιοσύνη.

Εν τω μεταξύ, το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως εξελισσόταν σε μεγάλη οικονομική δύναμη, με πρωταγωνιστές τους εφοπλιστές και τους εμπόρους των «παροικιών». Το οθωμανικό κράτος δέν έπαιξε ευθέως το χαρτί τής αποικιοκρατίας, όπως το έκαναν οι μεγάλες δυνάμεις τής Ευρώπης. Αυτό θα είχε μεγάλο κόστος. Επωφελούνταν από τις δυτικές αποικιοκρατικές κατακτήσεις, για να διεισδύει δια των εμπόρων και των βιοτεχνών του στις χώρες τής Ασίας, τής Αφρικής, τής Αμερικής. Τότε, δημιουργήθηκαν ο όρος «ελληνικές παροικίες» και ο όρος «ομογενείς».

Αυθόρμητα όμως, μέσα από τις ελληνικές παροικίες οι μετανάστες από διάφορα μέρη τής Ελλάδας και τής Μικρασίας ...ομογενοποιήθηκαν και δημιούργησαν ένα εκτός οθωμανικής αυτοκρατορίας «ρωμαίικο», πολύ πιο κοντινό στην ελληνόγλωσση ορθόδοξη συσσωμάτωση κι όχι στην ελληνική αρχαιότητα. Το «γένος των ρωμαίων», η Ρωμιοσύνη, πρόσφερε και στους ελλαδίτες βάσεις σε μεγάλες μητροπόλεις σαν την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, την Αλεξάνδρεια, τη Βηρυτό, την Τραπεζούντα, την Οδησσό. Βάσεις πολύ καλύτερες απʼ τη μικρή Αθήνα.

Το ρωμαίος-ρωμιός πήγε να παίξει κι ένα ρόλο ιμπεριαλιστικό στα τέλη τού 19ου και στις αρχές τού 20ού αιώνα. Η λεγόμενη «Μεγάλη Ιδέα», η ιδέα τής αποκατάστασης τού Βυζαντίου με την κατάληψη τής Κωνσταντινούπολης από το ελληνικό κράτος και την εκμετάλλευση τής παρουσίας πολλών ελληνόφωνων στη Μικρά Ασία και στη Θράκη, γνώρισε μεγάλη διάδοση μεταξύ των κατοίκων τής Ελλάδας και ιδιαίτερα των διανοουμένων. Έτσι έγραψε και ο κύπριος ποιητής:

Η Ρωμιοσύνη ένι φυλή
συνόκαιρη τού κόσμου...


Η έννοια τής επιστροφής στη Ρωμανία δημιουργούσε φυσικά υποχρεώσεις στη μικρή Ελλάδα, στη Γραικία, που δέν ήταν ικανή ούτε τεχνικά ούτε ψυχολογικά να τις αντέξει. 'Εκανε όμως φιλότιμες προσπάθειες, για να παίξει έναν αξιοπρεπή ρόλο στη μοιρασιά των ευρωπαϊκών εδαφών τής οθωμανικής αυτοκρατορίας μέσω τής προπαγάνδας τού «αλυτρωτισμού». Σύμφωνα με ορισμένες πληροφορίες, ο σέρβος ανθρωπογεωγράφος Γιοβάν Τσβίγιτς είχε επικοινωνία με τον έλληνα εθνολόγο και θεωρητικό τού «κοινοτισμού», Κωνσταντίνο Καραβίδα, και είχαν γίνει μάλιστα και συζητήσεις για τη δημιουργία μιας ανάλογης με τη Σχολή τού Βελιγραδίου «Γεωγραφικής Σχολής» στο πανεπιστήμιο τής Αθήνας.

Αλλά τα διάφορα εθνικιστικά ρεύματα, που έλεγξαν το ελληνικό κράτος από το Μεσοπόλεμο ως τα σήμερα, συνέχισαν να επιβάλλουν μέσω των κρατικών σχολείων τη... «μή γνώση» τού βαλκανικού χώρου και τη «μή γνώση» των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των ανθρώπων τού κάθε τόπου. Για να μπορούν να προπαγανδίζουν φαντασιακά χαρακτηριστικά ενός ιδεατού και ανάδελφου «έλληνα», αυτού, που αντιστοιχούσε στην κατά καιρούς αντίληψη τής... «εθνικής ενότητας», δηλαδή στα συμφέροντα, που κυριαρχούσαν στα πλαίσια τού εύθραυστου ακόμα ελληνικού κράτους. Δέν επετράπη λοιπόν, μέχρι πρόσφατα, να υπάρξει στην Ελλάδα η επιστήμη τής Ανθρωπογεωγραφίας ή τής Εθνολογίας, για να αποκατασταθεί δημόσια η γνώση τής πραγματικής Ελλάδας και των πραγματικών Βαλκανίων. Κι έτσι πλέουμε ακόμα σʼ ένα πέλαγος από αντιλεγόμενα μυθεύματα, που συνιστούν μια φαντασιακή Ελλάδα και μια μυθοπλασμένη βαλκανική χερσόνησο.




Τελικά, το ρωμιός παρέμεινε ως λαϊκό αντίστοιχο τού γραικός και τού έλληνας και χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον από τους εκάστοτε διεκδικητές τής εξουσίας, που ήθελαν να πλησιάσουν το λαϊκό αίσθημα.

Το περίφημο τραγούδι τής Μελίνας Μερκούρη «Εγώ γεννήθηκα ρωμιά», που το περιέφερε σʼ όλα τα σημεία τής εξωτερικής μετανάστεύσης κατά την επταετία, όπως και το ανάλογο «Τη Ρωμιοσύνη μήν την κλαις» τού Μίκη Θεοδωράκη, είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα μιας πρόσκαιρης προσπάθειας εκμετάλλευσης τής διάχύτης ακόμα στην «εμιγκράτσια» Ρωμιοσύνης.

Στις δεκαετίες '80 και '90 έχουμε μία σαφή έξαρση τού εθνικισμού στην Ελλάδα, σοσιαλιστικής πλέον έμπνευσης και με την ανοχή τής Αριστεράς, που βαρέθηκε να τής καταλογίζουν προδοτική στάση απέναντι στα «εθνικά» λεγόμενα θέματα. Αυτός ο ...«προοδευτικός» εθνικισμός, που ανάλογός του εμφανίστηκε και στην Τουρκία με τον σοσιαλιστή Ετσεβίτ, που έκανε την απόβαση στην Κύπρο, δραστηριοποιήθηκε ευτυχώς μόνα στα λόγια.

Ξήλωσε τον «τούρκικο» καφέ και τον ονόμασε «ελληνικό», μετονόμασε το Τουρκολίμανο σε «Μικρολίμανο», γέννησε τους «ελληναράδες» και τα νυκτερικά κέντρα, τα ονομαζόμενα «ελληνάδικα» και στο τέλος ανακάλυψε, ότι οι έλληνες δέν είναι... ρατσιστές και ξενόφοβοι.


Σημείωση:
Το παραπάνω άρθρο
αποτελείται από αποσπάσματα
από το υπό κρίση βιβλίο.

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ


3 ΣΧΟΛΙΑ

  • Ανώνυμος 43677

    16 Αυγ 2017

    Το ελληνικό κράτος είναι ένα δημιούργημα αγκάθι στην μεγάλη οθωμανική αυτοκρατορία. Επίσης γιατί οι μεγάλες δυνάμεις αφου ξεπέρασαν τις αμφιβολίες και τον σκεπτικισμό τους για τις επαναστάσεις να μην θεσουν την Οθωμανική αυτοκρατορία σχεδόν σε έναν μόνιμο πόλεμο; Και ένα χριστιανικό κράτος-προτεκτοράτο στην άκρη της αυτοκρατορίας ήταν ότι καλύτερο για να επιτύχουν τους σκοπούς τους.

  • Ανώνυμος 34519

    5 Ιουν 2015

    To ellhniko kratos sta prwta toy vhmata den eixe xrhmata na plhrwnh daskaloys alvanikwn, voylgarikwn, roymanikwn k toyrkikwn. Shmera ta agglika tha diorthwsoyn thn katastasi...

  • Bielidopoulos

    18 Φεβ 2013

    "Πήραν φωτιά και οι ελληνολάτρες ευρωπαίοι κι εμφανίστηκε η Ελλάδα, η ιδέα τής παλινόρθωσης τής Ελλάδας." Ακριβώς. Ήταν οι ελληνολάτρες ευρωπαίοι και οι φιλέλληνες που έβαλαν στο τραπέζι και στην ευρωπαϊκή διπλωματία τον παράγοντα ύπαρξης ενός ελληνικού κράτους. Και αυτοί οι ελληνολάτρες με τη σειρά τους αποτελούν συνέπεια του ανερχόμενου ευρωπαϊκού εθνικισμού (και της σταδιακής δημιουργίας των ευρωπαϊκών εθνών - κρατών) και της αντίληψης περί μακρινής καταγωγής από την αρχαία Αθήνα και Ρώμη. Οι γάλλοι διαφωτιστές για παράδειγμα εντρύφησαν στη λατινική γραμματεία, ενώ οι γερμανοί από αντίδραση στράφηκαν στην αρχαία ελληνική γραμματεία. Μέχρι τότε οι Αγγλογάλλοι ενδιαφέρονταν για μια συμπαγή οθωμανική αυτοκρατορία που να εμποδίζει την πρόσβαση των Ρώσων στην ανατολική μεσόγειο και την απειλή των οδών προς τις αποικίες. ( http://el.wikipedia.org/wiki/Ανατολικό_Ζήτημα )