Η ΕΠΙΝΟΗΣΗ
ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ

Eric Hobsbawm,
Terence Ranger, έκδ. «Θεμέλιο»



- Πολλές από τις παραδόσεις, για τις οποίες πιστεύουμε, ότι έχουν προέλευση αρχαία, στην πραγματικότητα επινοήθηκαν πρόσφατα.

Το βιβλίο διερευνά παραδείγματα αυτής τής διαδικασίας επινόησης, μεταξύ των οποίων την ουαλική και τη σκοτσέζικη «εθνική κουλτούρα», την εξέλιξη των βρετανικών βασιλικών τελετουργιών κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα, την προέλευση των αυτοκρατορικών τελετουργιών σε Βρετανία, Ινδία και Αφρική, και τις απόπειρες των ριζοσπαστικών κινημάτων να αναπτύξουν δικές τους αντίρροπες παραδόσεις.
   
Σήμερα, όποτε οι σκοτσέζοι συγκεντρώνονται για να γιαρτάσουν την εθνική τους ταυτότητα, το διατυμπανίζουν ανοιχτά μέσω ορισμένου χαρακτηριστικού εθνικού εξοπλισμού. Φορούν τη σκοτσέζικη φούστα (κιλτ), που έχει υφανθεί σε ταρτάν, το χρώμα και το μοντέλο τού οποίου υποδηλώνει τη φάρα (κλαν), ενώ αν αφήνονται στη μουσική, το όργανό τους είναι η γκάιντα. Ο εξοπλισμός αυτός, τον οποίο θεωρούν πολύ αρχαίο, στην πραγματικότητα είναι, σε μεγάλο βαθμό, σύγχρονος. Αναπτύχτηκε μετά, και σε κάποιες περιπτώσεις πολύ μετά, την ένωση με την Αγγλία, εναντίον τής οποίας, με μια έννοια, αποτελεί έκφραση διαμαρτυρίας. Πριν από την ένωση υπήρχε πραγματικά σε υποτυπώδη μορφή, αλλά από τη μεγάλη πλειοψηφία των σκοτσέζων θεωρούνταν ως σημάδι βαρβαρισμού: το σημάδι τού κατεργάρη, τού άεργου, τού άρπαγα, που εκβιάζει τους κατοίκους των υψιπέδων, που αποτελούσαν περισσότερο ενόχληση, παρά απειλή για την πολιτισμένη, ιστορική Σκοτία. Ακόμη και στα υψίπεδα, έστω και στην υποτυπώδη αυτή μορφή, ήταν σχετικά κάτι το νέο: δεν ήταν το γνήσιο ή χαρακτηριστικό έμβλημα τής κοινωνίας των υψιπέδων.

Στο περιβάλλον τού ακραίου διεθνούς ανταγωνισμού, η ανόητη αυταρέσκεια και περηφάνια, με την οποία οι λονδρέζοι μιας προηγούμενης γενιάς είχαν λατρέψει την άθλια πρωτεύουσά τους, δεν μπορούσε πλέον να διατηρηθεί. Πράγματι, από το 1888 ο The Builder είχε υποστηρίξει, ότι, αφού «η εντυπωσιακή μεγαλοπρέπεια μιας πρωτεύουσας είναι ένα από τα στοιχεία εθνικού κύρους και επομένως εθνικής ισχύος και επιρροής», ήταν επιτακτικό η αρχιτεκτονική τού Λονδίνου να γίνει «αντάξια τής πρωτεύουσας τού πλουσιότερου έθνους στον κόσμο». Όμως, δεν πάρθηκαν μέτρα, παρά μόνο στις τελευταίες δεκαετίες τού 19ου αιώνα, όταν θεωρήθηκε, ότι απειλούνταν το εθνικό κύρος, μετατρέποντας την άθλια, καλυμμένη από ομίχλη πόλη τού Ντίκενς σε αυτοκρατορικη πρωτεύουσα.

Η ίδρυση τού L.C.C., το 1888, εφοδίασε, τελικά, το Λονδίνο με μια μοναδική διαχειριστική αρχή, που δε χρωστούσε ούτε στο βασιλικό δεσποτισμό ούτε στην κρατική εξουσία, με το αποτέλεσμα να εκφράζεται ορατά στην κατασκευή  ενός μεγαλοπρεπούς Μεγάρου Κομητείας, που άρχισε το 1908. Το Υπουργείο Πολέμου στο Χουάιτχολ, τα κυβερνητικά κτίρια στη γωνία τής πλατείας τού Κοινοβουλίου, το κεντρικό μέγαρο των μεθοδιστών και ο καθεδρικός ναός τού Γουέστμινστερ, όλα τονίζουν το αίσθημα τής μεγαλοπρέπειας και τού μεγαλείου.

Στο Λονδίνο, όπως και σε άλλες μεγάλες πόλεις, είχαν αυξηθεί τα μνημεία και τα αγάλματα. Όμως, το πιο σημαντικό, συμπαγές δείγμα αναδόμησης ηταν η διεύρυνση τού Εμπορικού Κέντρου, η οικοδόμηση τής Αψίδας τού Ναυαρχείου, η ανασκευή τής πρόσοψης τού Παλατιού Μπάκιγχαμ και, μπροστά, η κατασκευή τού Μνημείου τής Βικτορίας. Αυτό το μεγαλειώδες, μνημειακό, αυτοκρατορικό σύνολο, που προσέδωσε στο Λονδίνο το μοναδικό του θριαμβικό, τελετουργικό χαρακτηρα, πραγματοποιήθηκε μεταξύ 1906 και 1918 υπό την εποπτεία τής Επιτροπής Μνημείων τής Βασίλισσας Βικτορίας, πρόεδρος τής οποίας ήταν ο λόρδος Esher.

Στο Λονδίνο, όπως και στην Ουάσιγκτον, τη Ρώμη ή το Παρίσι, το στοιχείο τού διεθνούς ανταγωνισμού ήταν έντονα παρόν. Όπως εξηγούσε ο Balfour κατά τη θεσμοθέτηση τής επιτροπής, σκοπός της ήταν να δημιουργήσει ένα μεγαλειώδες, εντυπωσιακό, μνημειακό σύνολο, «εκείνου τού είδους, τού οποίου παραδείγματα έχουμε από άλλα έθνη, τα οποία μπορούμε κάλλιστα να μιμηθούμε και εύκολα να ξεπεράσουμε».

Οι εξελίξεις αυτές, στο Λονδίνο και αλλού, παρείχαν το σκηνικό για τελετουργίες, που καθʼ εαυτές ήταν μια περαιτέρω όψη τού διεθνή ανταγωνισμού. Οι νεόπλουτες (parvenu) μοναρχίες τής Γερμανίας και τής Ιταλίας όχι μόνο επεδίωκαν να ανταγωνιστούν τις πιο μεγαλόσχημες δυναστείες τής Ευρώπης στις τελετουργίες των αυλών, στα γιοτ και στα
τρένα, αλλά επίσης, συνειδητά, ανταγωνίζονταν σε μεγαλειώδεις δημόσιες επιδείξεις βασιλικών θεαμάτων.

Έτσι, στην Αυστρία, η 600ή επέτειος τής μοναρχίας των Αψβούργων, η χιλιετία τού βασιλείου τής Ουγγαρίας, το Χρυσό και Διαμαντένιο Ιωβηλαίο τού Francis Joseph και τα ογδοηκοστά γενέθλια τού αυτοκράτορα, γιορτάζονταν όλα με πρωτόγνωρο πομπώδη τρόπο και μεγαλοπρέπεια. Η Ιταλία ανταπέδωσε με μια πολυδάπανη κηδεία για τον Βίκτορα Εμμανουήλ Β' το 1878 και την αποκάλυψη τού μνημείου του το 1911, οπότε ήταν και το ιωβηλαίο τής ιταλικής ενοποίησης. Στη Ρωσία, η κηδεία τού Αλέξανδρου Γʼ το 1894 ήταν χωρίς προηγούμενο σε λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια, και η τριακοσιοστή γιορτή τής δυναστείας των Ρομανόφ το 1918 σχεδιάστηκε στη λαμπρότερη δυνατή κλίμακα. Στη Γερμανία, η κηδεία τού κάιζερ Γουλιέλμου Α' και το Ασημένιο Ιωβηλαίο τού εγγονού του ήταν επίσης μεγαλειώδη.

Ακόμη και δημοκρατικά καθεστώτα προσχώρησαν στη λογική αυτή.
Στη Γαλλία, η Ημέρα τής Βαστίλης επινοήθηκε το 1880 και από τότε επαναλαμβανόταν κάθε χρόνο
. Η κηδεία τού Βίκτορος Ουγκώ το 1885 και η εκατονταετία τής επανάστασης τέσσερα χρόνια αργότερα ήταν εκδηλώσεις μεγαλοπρεπείς.

Ομοίως, στις Ηνωμένες Πολιτείες, η εκατονταετία τής επανάστασης και τα τετρακόσια χρόνια από την ανακάλυψη τής Αμερικής από τον Κολόμβο γιορτάστηκαν πλουσιοπάροχα. Ταυτόχρονα, ο πρόεδρος Chester Arthur, άρχισε να βελτιώνει τις τελετουργίες και το τυπικό, που συνδέονταν με το Λευκό Οίκο και το σχέδιο τού Gilbert για την Ουάσιγκτον το 1900 περιλάμβανε πρόβλεψη για «έναν μεγάλο χώρο υποδοχής για φαντασμαγορικές εκδηλώσεις και επίσημες τελετές».

Σ' αυτό ακριβώς το τόσο διαφοροποιημένο πλαίσιο, εσωτερικό και διεθνές, είναι, που πρέπει να τοποθετηθεί η πιο επιμελημένη και ελκυστική βασιλική τελετουργία. Από τη δεκαετία τού 1870 και μετά, η θέση τού αρχηγού τού κράτους, στην Αγγλία όπως και σε αλλες δυτικές χώρες, τελετουργικά ήταν αναβαθμισμένη. Ένας σεβαστός μονάρχης, μεταφερόμενος σε μια μεγαλοπρεπή μεγαλειώδη άμαξα σε θριαμβικές παρελάσεις, δεν ήταν πια, όπως οι προκάτοχοί του, απλώς αρχηγός τής κοινωνίας, αλλά τώρα θεωρούνταν και αρχηγός του έθνους. Στην Αγγλία, όπως και αλλού στην Ευρώπη, οι πρωτοφανείς εξελίξεις στη βιομηχανία και τις κοινωνικές σχέσεις και η μαζική εξάπλωση τού κίτρινου Τύπου κατέστησε αναγκαίο και δυνατό να παρουσιάζουν το μονάρχη, με όλη τη λαμπρότητα τής τελετουργίας του, με τον ουσιαστικά νέο αυτόν τρόπο, ως σύμβολο συναίνεσης και συνέχειας, στο οποίο θα μπορούσε να υποτάσσονται όλοι. Και καθώς οι διεθνείς σχέσεις γίνονταν όλο και πιο τεταμένες, το γεγονός αυτό προσέθετε ένα περαιτέρω κίνητρο στην «επινόηση τής παράδοσης», αφού ο εθνικός ανταγωνισμός εκφραζόταν και εξαγνιζόταν σε τελετουργικό ανταγωνισμό.

Ο εθνικισμός έγινε υποκατάστατο τής κοινωνικής συνοχής μέσω μιας εθνικής εκκλησίας, μιας βασιλικής οικογένειας ή άλλων συνεκτικών παραδόσεων, ή αυτο-παρουσιάσεων συλλογικών ομάδων, μιας νέας λαϊκής θρησκείας και η τάξη, που απαιτούσε έναν τέτοιο τρόπο συνοχής κατά κύριο λόγο ήταν η αναπτυσσόμενη μεσαία τάξη, ή μάλλον εκείνη η μεγάλη ενδιάμεση μάζα, που τόσο χαρακτηριστικά στερούνταν άλλων μορφών συνοχής. Στο σημείο αυτό, η επινόηση των πολιτικών παραδόσεων συμπίπτει με την επινόηση των κοινωνικών. Τίποτα δε φαίνεται πιο αρχαίο και συνδεδεμένο με ένα αμνημόνευτο παρελθόν από τη φαντασμαγορία, που περιβάλλει τη βρετανική μοναρχία στις δημόσιες τελετουργικές εκδηλώσεις της. Εντούτοις, στη σύγχρονη μορφή της είναι το προϊόν τού ύστερου 19ου και τού 20ού αιώνα. «Παραδόσεις», που φαίνονται ή διεκδικούν, ότι είναι παλιές, συχνά έχουν εντελώς πρόσφατη προέλευση και μερικές φορές είναι επινοημένες.

Ο όρος «επινοημένη παράδοση» χρησιμοποιείται με μια ευρεία αλλά όχι ανακριβή έννοια. Περιλαμβάνει τόσο «παραδόσεις», που πραγματικά επινοήθηκαν, κατασκευάστηκαν και θεσπίστηκαν επίσημα όσο και εκείνες, που αναδύονται με λιγότερο εύκολα ανιχνεύσιμο τρόπο εντός μιας βραχείας και χρονολογήσιμης περιόδου -υπόθεση λίγων ετών ίσως- και καθιερώνονται με μεγάλη ταχύτητα.

Με τον όρο «επινοημένη παράδοση» εννοούμε ένα σύνολο πρακτικών, οι οποίες συνήθως διέπονται, φανερά ή σιωπηρά, από αποδεκτούς κανόνες και με τελετουργική ή συμβολική φύση, και οι οποίες επιδιώκουν να ενσταλάξουν ορισμένες αξίες και κανόνες συμπεριφοράς μέσω επανάληψης, γεγονός, που αυτόματα συνεπάγεται τη συνέχεια με το παρελθόν.

Σωρεία πολιτικών θεσμών, ιδεολογικών κινημάτων και ομάδων -ειδικά ο εθνικισμός- στερούνταν τόσο πολύ αναφορών στο παρελθόν, ώστε ακόμη και η ιστορική συνέχεια έπρεπε να επινοηθεί, παραδείγματος χάριν δημιουργώντας ένα αρχαίο παρελθόν
πέρα από την αποτελεσματική ιστορική συνέχεια, είτε μέσω ημι-μυθοπλασίας (η Βουδίκη, ο Βερσεντζέντοριξ και ο Αρμίνιος, ο αρχηγός των τσερούσκων) είτε μέσω πλαστογράφησης (Όσιαν, τσέχικα μεσαιωνικά χειρόγραφα). Είναι επίσης σαφές, ότι εντελώς νέα σύμβολα και επινοήσεις εμφανίστηκαν ως στοιχεία εθνικών κινημάτων και κρατών, όπως ο εθνικός ύμνος (από τους οποίους ο βρετανικός, το 1740, φαίνεται να είναι ο παλαιότερος), η εθνική σημαία (ακόμη, σε μεγάλο βαθμό είναι παραλλαγή τής γαλλικής επαναστατικής τρίχρωμης σημαίας, που εξελίχτηκε στο διάστημα 1790-1794) ή η προσωποποίηση τού «έθνους» σε σύμβολα ή εικόνες, επίσημα, όπως με τη Marianne και τη Γερμανία ή, ανεπίσημα, όπως με τα στερεότυπα των σκίτσων τού Τζον Μπουλ, του λιγνού Γιάνκι θείου Σαμ και τού «Γερμανού Μίτσελ».

Το στοιχείο τής επινόησης είναι ιδιαίτερα σαφές, αφού η ιστορία, που κατέστη τμήμα τής γνώσης ή τής ιδεολογίας ενός έθνους, κράτους ή κινήματος δεν είναι αυτό, που πραγματικά έχει διατηρηθεί στη λαϊκή μνήμη, αλλά αυτό, που έχει επιλεγεί, γραφεί, απεικονιστεί, εκλαϊκευτεί και θεσμοποιηθεί.

Οφείλουμε να ξεχωρίσουμε ένα ειδικό ενδιαφέρον των μοντέρνων και σύγχρονων ιστορικών για τις «επινοημένες παραδόσεις». Αυτές έχουν μεγάλη συνάφεια προς το συγκριτικά πρόσφατο εκείνο νεωτερισμό, το «έθνος», με τα συναφή φαινόμενά του: τον εθνικισμό, το έθνος-κράτος, τα εθνικά σύμβολα, ιστορίες και τα λοιπά. Όλα αυτά στηρίζονται σε ασκήσεις στην κοινωνική μηχανική, που συχνά είναι σκόπιμες και πάντα καινοτομικές, τουλάχιστον επειδή ιστορικά καινοφανές σημαίνει νεωτερισμό.

Ο ισραηλινός ή παλαιστινιακός εθνικισμός ή έθνη πρέπει να είναι κάτι το καινοφανές, ανεξάρτητα από την ιστορική συνέχεια εβραίων ή μουσουλμάνων τής Μέσης Ανατολής, αφού αυτή καθ' εαυτή η έννοια των εδαφικών κρατών τού σημερινού συνήθη τύπου στην περιοχή τους ελάχιστα υπήρχε πριν από έναν αιώνα και σοβαρή προοπτική αποτέλεσε μόλις πριν από το τέλος τού Αʼ  παγκοσμίου πολέμου.

Οι συνήθεις εθνικές γλώσσες, για να μαθαίνονται σε σχολεία και να γράφονται, για να μην πούμε να μιλιούνται, από περισσότερους από μια ελάχιστη ελίτ, σε μεγάλο βαθμό είναι κατασκευές κυμαινόμενης, αλλά συχνά βραχείας, ηλικίας.
Όπως πολύ σωστά παρατηρεί κάποιος γάλλος ιστορικός τής αγγλικής γλώσσας, η φλαμανδική, που διδάσκεται σήμερα στο Βέλγιο, δεν είναι η γλώσσα, που μιλούσαν οι μητέρες και γιαγιάδες τής Φλάνδρας στα παιδιά τους: εν ολίγοις, μόνο μεταφορικά και όχι κυριολεκτικά είναι «μητρική γλώσσα».

Δε θα έπρεπε να παρασυρθούμε από ένα περίεργο, αλλά κατανοήσιμο, παράδοξο: τα σύγχρονα έθνη και όλα τα συμπαραμαρτούντα, γενικά, ισχυρίζονται, ότι είναι το αντίθετο τού νέου, δηλαδή, ότι είναι ριζωμένα στην απώτατη αρχαιότητα και το αντίθετο τού κατασκευασμένου, δηλαδή ανθρώπινες κοινότητες τόσο «φυσικές», ώστε να μή χρειάζεται κανείς άλλος ορισμός, παρά μόνο η αυτοεπιβεβαίωση.

Οποιαδήποτε και αν είναι η ιστορική ή άλλη συνέχεια, που είναι ενσωματωμένη στη σύγχρονη έννοια τής «Γαλλίας» και τού «γαλλικού» -και, που κανένας δε θα επεδίωκε να αρνηθεί-, αυτές καθ' αυτές οι έννοιες πρέπει να περιλαμβάνουν μια κατασκευασμένη ή «επινοημένη» συνιστώσα. Επειδή δε τόσο μεγάλο τμήμα αυτού, που υποκειμενικά συνθέτει το σύγχρονο «έθνος», αποτελείται από τέτοιες κατασκευές και συνδέεται με κατάλληλα και, γενικά, αρκετά πρόσφατα σύμβολα ή κατάλληλα κατασκευασμένη πραγματεία (όπως η «εθνική ιστορία»), το εθνικό φαινόμενο δεν μπορεί να διερευνηθεί επαρκώς χωρίς προσεκτική εστίαση στην «επινόηση τής παράδοσης».

Το βιβλίο περιλαμβάνει άρθρα των:
Sir David Nicholas Cannadine, καθηγητή Ιστορίας στο Princeton University.
Bernard S. Cohn (1928-2003), καθηγητή Ανθρωπολογίας.
Eric Hobsbawn (1917-2012), καθηγητή Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας.
Prys Morgan, επίτιμου καθηγητή Ιστορίας στο University College, Swansea.
Terence Ranger, καθηγητή Φυλετικών Σχέσεων.
Hugh Trevor-Roper (1914-2003), καθηγητή Ιστορίας.



ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ