ΓΙΑ ΤΗΝ
ΙΣΤΟΡΙΑ


Eric Hobsbawm, έκδ. “Θεμέλιο”


Μια γκρίζα ζώνη υπάρχει ανάμεσα στην επιστήμη και στις πολιτικές θέσεις, και η οποία ίσως αφορά περισσότερο τους ιστορικούς απ' όσο άλλους, επειδή οι ιστορικοί, από τα πολύ παλιά χρόνια, χρησιμοποιήθηκαν για να νομιμοποιούν τις αξιώσεις (για παράδειγμα, δυναστικές ή εδαφικές) των πολιτικών. Είναι η ζώνη τής πολιτικής υπεράσπισης. Θα ήταν εντελώς ουτοπικό να περιμένει κανείς από τους ιστορικούς να μή λειτουργούν ως συνήγοροι, ειδικά, όταν πιστεύουν (όπως συχνά συμβαίνει), ότι μια υπόθεση πρέπει να υποστηριχθεί όχι μόνο για λόγους πατριωτισμού ή κάποιου άλλου πολιτικού πιστεύω, αλλ' ότι είναι πραγματικά σωστή.

Είναι αναπόφευκτο να υπάρχουν βούλγαροι, σκοπιανοί και έλληνες καθηγητές έτοιμοι, έστω κι αν δεν υποκινούνται από κυβερνήσεις, κόμματα ή Εκκλησίες, να πολεμήσουν μέχρι τελευταίας υποσημείωσης υπέρ των θέσεών τους για το Μακεδονικό Ζήτημα. Και, ασφαλώς, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις, κατά τις οποίες ιστορικοί, εντελώς αδιάφοροι προσωπικά, θα αποδεχθούν το πολιτικό καθήκον να υποστηρίξουν μια υπόθεση, όπως, π.χ., να τεκμηριὡσουν τις διεκδικήσεις τής κυβέρνησής τους πάνω σ' ένα αμφισβητούμενο σύνορο ή να γράψουν ένα άρθρο πάνω στην πατροπαράδοτη φιλία των λαών τής Συλδαβίας και τής Ρουριτανίας σε μια στιγμή, που η Συλδαβία προσπαθεί να βελτιώσει τις διπλωματικές της σχέσεις με τη Ρουριτανία.

Ωστόσο, όσο κι αν είναι βέβαιο, πως οι ακαδημαϊκοί θα εξακολουθήσουν να δρουν σα συνήγοροι, με μεγαλύτερο ή μικρότερο φανατισμό, κι όσο κι αν το στοιχείο τής συνηγορίας είναι αδιαχώριστο από καθε δημόσια αντιπαράθεση απόψεων, πρέπει να έχουμε ξεκάθαρη στο μυαλό μας τη διαφορα μεταξύ συνηγορίας και επιστημονικής συζήτησης - έστω και στρατευμένης (σελ. 164-165).

Δεν είναι δυνατόν να υπάρξει μια καθαρά αντικειμενική και αξιολογικά ουδέτερη επιστήμη. Επί πλέον, στο κάθε τι, που αφορά στην επιστήμη, από τις διαδικασίες, που ακολουθεί, μέχρι τα συγκεκριμένα της πορίσματα και τις θεωρίες, στις οποίες αυτά ομαδοποιούνται, πρέπει να βλέπουμε κατ' αρχάς μια συγκεκριμένη πολιτική (ή, γενικότερα, ιδεολογική) λειτουργία ή σκοπιμότητα, η οποία συνδέεται με κάποια συγκεκριμένη κοινωνική ή πολιτική ομάδα ή οργάνωση. Έτσι, η κύρια σημασία τής ηλιοκεντρικής αστρονομίας τού 16ου και τού 17ου αιώνα δεν συνίστατο στο ότι ήταν «πιο αληθινή» από τη γεωκεντρική, αλλ' ότι προσέφερε νομιμοποίηση στην απόλυτη μοναρχία («στο βασιλιά ήλιο»).

Η παρατήρηση τού Τόμας Χομπς, ότι οι άνθρωποι θα αποσιωπούσαν ή και θα αμφισβητούσαν τα θεωρήματα τής γεωμετρίας αν αυτά συγκρούονταν με τα πολιτικά συμφέροντα τής κυρίαρχης τάξης μπορεί να αληθεύει, αλλά μια τέτοιου είδους στράτευση δεν έχει θέση στις επιστήμες.

Αν θέλει κάποιος να υποστηρίξει, ότι η Γη είναι επίπεδη ή ότι η βιβλική αφήγηση για τη δημιουργία αληθεύει κατά γράμμα, καλά θα κάνει να μη γίνει αστρονόμος, γεωγράφος ή παλαιοντολόγος. Αντίστοιχα, εκείνοι, που αντιστέκονται στο να συμπεριληφθεί η βιβλική εκδοχή τής δημιουργίας στα σχολικά βιβλία τής Καλιφόρνιας ως «πιθανή υπόθεση», δεν το κάνουν, επειδή έχουν στρατευμένες απόψεις (πράγμα, που μπορεί να ισχύει), αλλά επειδή στηρίζονται στην ύπαρξη μιας γενικής συναίνεσης μεταξύ των επιστημόνων, πως όχι μόνο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αλλά κι ότι κανένα υπέρ αυτής επιχείρημα δεν μπορεί να διεκδικήσει επιστημονικό status. Δεν πρόκειται, όσο μπορούμε να ξέρουμε, για μια «πιθανή επιστημονική υπόθεση». Θέτοντας κάποιος ζήτημα για το αν η Γη είναι επίπεδη ή για το αν ο θεός έπλασε τον κόσμο μέσα σε επτά ημέρες, αμφισβητεί ό,τι ξέρουμε ως ορθό λόγο και επιστήμη. Υπάρχουν άνθρωποι, που θέλουν να το κάνουν είτε ρητά είτε έμμεσα. Αν με κάποιο τρόπο κατάφερναν να αποδείξουν, ότι έχουν δίκιο, τότε οι ιστορικοί, κοινωνικοί και λοιποί επιστήμονες, δεν θα είχαν δουλειά να κάνουν (σελ. 157-159).

Το ότι η ιστορία είναι άρρηκτα δεμένη με την πολιτική -όπως εξακολουθεί να αποδεικνύει η ιστοριογραφία τής Γαλλικής Επανάστασης- ίσως να μην αποτελεί σήμερα πολύ σοβαρή δυσκολία, γιατί οι συζητήσεις των ιστορικών, τουλάχιστον στις χώρες, όπου επικρατεί διανοητική ελευθερία, διεξάγονται στα πλαίσια των κανόνων τής επιστήμης. Εξ άλλου, πολλές από τις πλέον ιδεολογικά φορτισμένες συζητήσεις μεταξύ επαγγελματιών ιστορικών αφορούν ζητήματα, για τα οποία οι μή ιστορικοί γνωρίζουν λίγα και ενδιαφέρονται λιγότερο. Ωστόσο, όλοι οι άνθρωποι, οι συλλογικότητες και οι θεσμοί έχουν ανάγκη από ένα παρελθόν, αλλά πολύ λίγες φορές πρόκειται για το παρελθόν, που αποκαλύπτει η ιστορική έρευνα.

Το κλασικό παράδειγμα μιας κουλτούρας ταυτότητας, που στηρίζεται πάνω στο παρελθόν μέσω μύθων μεταμφιεσμένων σε ιστορία είναι ο εθνικισμός. Ο Ερνέστ Ρενάν παρατηρούσε εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα, ότι «η λήθη ή ακόμα και η παραχάραξη τής ιστορίας, αποτελεί ουσιώδη παράγοντα τής διαμόρφωσης ενός έθνους, γι' αυτό και η πρόοδος των ιστορικών σπουδών αποτελεί συχνά κίνδυνο για μια εθνικότητα». Διότι τα έθνη αποτελούν ιστορικά καινοφανείς οντότητες, που διατείνονται, ότι υπάρχουν εδώ και πάρα πολύ καιρό. Αναπόφευκτα, η εθνικιστική εκδοχή τής ιστορίας συνίσταται σε αναχρονισμούς, αποσιωπήσεις, απόσπαση από τα ιστορικά συμφραζόμενα και, σε ακραίες περιπτώσεις, σε ψέματα.


Στο προ-ακαδημαίκό παρελθόν δεν υπήρχαν πολλοί τρόποι αποφυγής των καθαρών ιστορικών επινοήσεων, όπως ήταν η πλαστογράφηση ιστορικών χειρογράφων (π.χ. στη Βοημία), η συγγραφή ενός αρχαίου, και αρκούντως ένδοξου σκωτσέζικου εθνικού έπους (π.χ. το «Ossian» τού James Macpherson) ή η παραγωγή ενός πλήρως επινοημένου θεατρικού έργου, το οποίο εμφανίζεται να αναπαριστά αρχαίες τελετουργίες βάρδων, π.χ.
στην Ουαλία (και το οποίο εξακολουθεί να αποτελεί την κορύφωση τού ετήσιου Eisteddfod, τού πολιτιστικού φεστιβάλ αυτής τής μικρής χώρας). Όταν αυτές οι επινοήσεις πρέπει να υποβληθούν στον έλεγχο μιας ευρείας και εδραιωμένης επιστημονικής κοινότητας, αυτό δεν είναι πλέον δυνατόν.

Μεγάλο μέρος τής πρώιμης ιστορικής επιστήμης συνίστατο στην ανασκευή τέτοιων επινοήσεων και στην αποδόμηση των μύθων, που βασίζονταν σ' αυτές. Ο μεγάλος άγγλος μεσαιωνολόγος J. Horace Round, έγινε διάσημος για μια σειρά ανελέητων ανατομιών των γενεαλογικών δέντρων των βρετανικών αριστοκρατικών οικογενειών, με τις οποίες αποδείκνυε ως πλαστούς τους ισχυρισμούς τους, ότι κατάγονται από τους νορμανδούς εισβολείς.

Οι έλεγχοι δεν είναι απαραίτητα μόνον ιστορικής φύσης. Η «σινδόνη τού Τορίνου», για να αναφέρω ένα πρόσφατο παράδειγμα ενός ιερού λειψάνου απ' αυτά, που πλούτιζαν τα μεσαιωνικά προσκυνηματικά κέντρα, δεν μπόρεσε να αντισταθεί στο τεστ τής χρονολόγησης με άνθρακα-Β (σελ. 324-325).

Επιπλέον, η ιστορική επαληθευσιμότητα των πολιτικών και ιδεολογικών προτάσεων μπορεί να είναι ζωτικής σημασίας, αν η ιστορικότητα αποτελεί την ουσιαστική βάση τέτοιων προτάσεων. Αυτό δεν ισχύει μόνο για τις εδαφικές διεκδικήσεις κρατών ή κοινοτήτων, οι οποίες είναι συνήθως ιστορικές. Η αντιμουσουλμανική εκστρατεία (τού 1992) τού ινδουιστικού κόμματος BJP, που οδήγησε σε μια μαζικής κλίμακας σφαγή στην Ινδία, στηριζόταν σε ιστορικές αιτιάσεις. Η πόλη τής Ayodhya διεκδικούνταν ως γενέτειρα τού θεϊκού Ράμα. Υποτίθεται, πως η κατασκευή ενός τζαμιού από το μογγόλο κατακτητή Μπαμπούρ, σ' ένα τέτοιο ιερό χώρο των ινδουιστών αποτελούσε προσβολή στην ινδουιστική θρησκεία και μια ιστορική ύβρη. Το τζαμί έπρεπε να καταστραφεί και στη θέση του να κτιστεί ένας ινδουιστικός ναός (το τζαμί πράγματι κατεδαφίστηκε από ένα τεράστιο πλήθος ινδουιστών ζηλωτών, που κινητοποιήθηκε από το BJP γι' αυτό το σκοπό το 1992). Δεν είναι παράξενο, που οι ηγέτες αυτού τού κόμματος διακήρυξαν, ότι «τέτοια ζητήματα δεν μπορούν να επιλύονται με δικαστικές αποφάσεις», μια, που η ιστορική βάση αυτής τής αξίωσης ήταν ανύπαρκτη.

Οι ινδοί ιστορικοί ήταν σε θέση να δείξουν, ότι κανείς δεν θεωρούσε την Ayodhya γενέτειρα τού Ράμα πριν από το 19ο αιώνα και πως ούτε οι μογγόλοι αυτοκράτορες είχαν κάποια ιδιαίτερη σχέση με το τζαμί, ενώ, από νομική άποψη, οι ινδουιστικές αξιώσεις στην τοποθεσία ήταν αμφισβητούμενες. Η συγκεκριμένη διαμάχη μεταξύ των δύο θρησκευτικών κοινοτήτων ήταν στην πραγματικότητα πρόσφατη. Ήταν μια ωρολογιακή βόμβα, που είχε ανάψει το 1949, όταν την επομένη τής διχοτόμησης τής Ινδίας και τής ίδρυσης τού Πακιστάν, είχε κατασκευαστεί ένα «θαύμα των εικόνων», που εμφανίζονταν στο τζαμί.

Το να επιμένει κανείς στην πρωτοκαθεδρία των τεκμηρίων και στην κεντρικότητα τής διάκρισης ιστορικού γεγονότος και μυθοπλασίας, είναι ένας μόνον από τους τρόπους άσκησης τής ευθύνης τού ιστορικού, και, καθώς η ιστορική πλαστογράφηση δεν είναι πια αυτή, που ήταν κάποτε, ίσως όχι ο σημαντικότερος. Η προβολή στο παρελθόν των επιθυμιών τού παρόντος, δηλαδή, με τεχνικούς όρους, ο αναχρονισμός, αποτελεί τη συνηθέστερη και πιο πρόσφορη μέθοδο δημιουργίας μιας ιστορίας, που να ικανοποιεί τις ανάγκες αυτών, που ο Μπένεντικτ Άντερσον έχει ονομάσει Φαντασιακές Κοινότητες
ή συλλογικότητες, και οι οποίες, βέβαια, δεν είναι μόνον εθνικές. (σελ. 327-328).

Ο E. J. Hobsbawn (1917-2012) ήταν μέλος τής Βρετανικής Ακαδημίας Τεχνών κι Επιστημών, καθώς και επίτιμος διδάκτωρ πολλών πανεπιστημίων σʼ αρκετές χώρες.

Στα δοκίμια, που περιλαμβάνονται στο υπό κρίση βιβλίο, αρκετά από τα οποία ήταν μέχρι σήμερα αδημοσίευτα, ο Hobsbawm στοχάζεται πάνω στη θεωρία, την πρακτική και την εξέλιξη τής ιστορίας, καθώς και για τη σημασία,  που έχει η ιστορία στο συγχρονο κόσμο.

Τα κείμενα αυτά καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων και ανακλούν το ενδιαφέρον, που είχε καθ' όλη τη διαρκεια τής ζωής του ο E. J. Hobsbawm για τις σχέσεις μεταξύ παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος. Μεταξύ των άλλων ασχολούνται: με τα προβλήματα τής γραφής τής ιστορίας, με τις χρήσεις της και με τις ευθύνες, που φέρει ο ιστορικός, με την ιστορία τής κοινωνίας, με τον Μαρξ και με τα σημερινά ρεύματα και μόδες τής ιστοριογραφίας, με την Ευρώπη, τη ρωσική επανασταση και με το κατρακύλημα προς μια παγκόσμια βαρβαρότητα, που συνεχίζεται στο μεγαλυτερο μέρος τού εικοστού αιώνα, απειλώντας να καταστρέψει τον πολιτισμό, που κληρονομήσαμε από τον
ευρωπαϊκό διαφωτισμό τού 18ου αιώνα.

Τα δοκίμια αυτά αποκαλύπτουν ένα πάθος στη σπουδαιότητα, που έχει η μελέτη τής ιστορίας, και χαρακτηρίζονται από οξυδερκή ανάλυση, μεγάλο εύρος αναφορών και πρωτότυπες απόψεις, εκείνα ακριβώς τα στοιχεία, για τα οποία έγινε διάσημος ο μεγάλος αυτός ιστορικός.

«Κάθε εβραίος με ό,τι και να ασχολείται, υιοθετεί αυτομάτως το ερώτημα, με βάση το οποίο τα μέλη των εβραϊκών κοινοτήτων κατά τη διάρκεια πολλών χαλεπών αιώνων αντιμετώπιζαν κάθε τι, που συνέβαινε μέσα στον ευρύτερο κόσμο: “Είναι καλό για τους εβραίους; Είναι κακό για τους εβραίους;” Σε καιρούς διακρίσεων και κατατρεγμών παρείχε μια καθοδήγηση -αν κι όχι πάντοτε την καλύτερη- για τη δημόσια και ιδιωτική συμπεριφορά, μια στρατηγική σε όλα τα επίπεδα για ένα λαό τής διασποράς.

»Δεν είναι όμως δυνατόν, και δεν πρέπει, να καθοδηγεί έναν εβραίο ιστορικό, ακόμα κι αυτόν, που γράφει την ιστορία τού λαού του. Οι ιστορικοί, ακόμα κι αν ασχολούνται με το μικρόκοσμο, πρέπει να είναι οικουμενιστές, όχι λόγω πίστης σ' ένα ιδανικό, στο οποίο πολλοί από μάς παραμένουμε προσηλωμένοι, αλλά γιατί είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την κατανόηση τής ιστορίας τής ανθρωπότητας, και για την κατανόηση κάθε ξεχωριστού κομματιού τής ανθρωπότητας. Γιατί κάθε ανθρώπινη κοινότητα είναι ή υπήρξε κομμάτι ενός ευρύτερου και πιο σύνθετου κόσμου.

»Μια ιστορία, που αφορά μόνο εβραίους (ή μόνο αφρο-αμερικανούς, ή μόνο σε έλληνες, ή μόνο σε γυναίκες, ή μόνο σε προλετάριους, ή μόνο σε ομοφυλόφιλους) δεν μπορεί να είναι καλή ιστορία, αν και μπορεί να είναι βολική για όσους την ασκούν.

»Δυστυχώς, όπως αποδεικνύει η κατάσταση σε πολλά μέρη τού κόσμου στην εποχή μας, η κακή ιστορία δεν είναι ακίνδυνη ιστορία. Είναι επικίνδυνη. Οι φράσεις, που γράφονται από φαινομενικά αθώα πληκτρολόγια, μπορεί να είναι θανατηφόρες».


ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ


1 ΣΧΟΛΙΑ

  • Ανώνυμος 46213

    8 Οκτ 2018

    "Αν θέλει κάποιος να υποστηρίξει, ότι η Γη είναι επίπεδη ή ότι η βιβλική αφήγηση για τη δημιουργία αληθεύει κατά γράμμα, καλά θα κάνει να μη γίνει αστρονόμος, γεωγράφος ή παλαιοντολόγος."

    Σωστό. Όπως επίσης και αν κάποιος δεν διαθέτει βασικές γνώσεις ας μην ασχολείται με διατροφικά, ιατρικά και οικονομικά θέματα.