ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΕΣ
ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ

Στοχασμοί για τις απαρχές
και τη διάδοση του εθνικισμού

Benedict Anderson, έκδ. «Νεφέλη»


Ο B. Αnderson υποστηρίζει, ότι η εθνικότητα, καθώς και ο εθνικισμός, είναι πολιτιστικά κατασκευάσματα ενός ιδιαίτερου τύπου κι ότι η δημιουργία αυτών των κατασκευασμάτων προς το τέλος τού 18ου αιώνα, αποτέλεσε ένα αυθόρμητο απόσταγμα ενός συμπλέγματος διακριτών ιστορικών δυναμεων.

Το έθνος αποτελεί «μια φαντασιακή (ή ακριβέστερα φαντασιωμένη ή φαντασιακά βιωμένη - imagined) πολιτική κοινότητα» φαντασιωμένη ως περιορισμένη και κυρίαρχη, η οποία:
α. Είναι φαντασιωμένη, γιατί τα μέλη και τού πιο μικρού έθνους δεν πρόκειται ποτέ να γνωρίσουν τα άλλα μέλη τής κοινότητας, αν και τα φαντάζονται να συμμετέχουν σ΄αυτήν.
β. Το έθνος φαντασιώνεται ως περιορισμένο, επειδή και το πιο μεγάλο από αυτά έχει ορισμένα σύνορα.
γ. Φαντασιώνεται ως κυρίαρχο, επειδή η έννοια γεννήθηκε σε μια εποχή, κατά την οποία ο Διαφωτισμός και η γαλλική επανάσταση κατέστρεψαν τη νομιμότητα ενός ιερού δυναστικού βασιλείου.
δ. Φαντασιώνεται ως κοινότητα, επειδή το έθνος γίνεται αντιληπτό ως βαθιά, οριζόντια συντροφικότητα.
Ο Anderson παραλληλίζει τη βιογραφία τού έθνους με τη βιογραφία ενός προσώπου. Η ταυτότητα τού προσώπου δεν μπορεί να «ενθυμηθεί» και πρέπει να «διηγηθεί», η «βιογραφία του» έχει συνεπώς ανάγκη από ντοκουμέντα (πιστοποιητικό γέννησης, ημερολόγιο, γράμματα), που καταγράφουν τη συνέχεια τής ιστορίας του και αντικαθιστούν τη μνήμη του. Με ανάλογο τρόπο, γεννιέται κατά τον ύστερο 18ο αιώνα, η ανάγκη τής εξιστόρησης μιας «ταυτότητας» τού έθνους, ως ιστορικής «συνέχειας».

Ο Anderson απορρίπτει όμως, τον υπαινιγμό τής κατηγοριοποίησης τού έθνους ως μιας μορφής ψευδούς συνείδησης: «Οι κοινότητες πρέπει να διακρίνονται, όχι από το ψεύδος ή τη γνησιότητά τους, αλλά από τον τρόπο, με τον οποίο είναι φαντασιωμένες».

Εκείνο, που έκανε δυνατές τις νέες φαντασιακές κοινότητες, ήταν μια εκρηκτική διαντίδραση μεταξύ ενός συστήματος παραγωγής και παραγωγικών σχέσεων (καπιταλισμός), μιας τεχνολογίας επικοινωνιών (τύπος) και το αναπόδραστο (fatality) τής ανθρώπινης γλωσσικής διαφοροποίησης.

Η κεντρική θέση τού Anderson είναι, ότι: «η τυπωμένη γλώσσα είναι, που εφευρίσκει τον εθνικισμό, και όχι κάποια ιδιαίτερη γλώσσα per se [...].  Οι μηχανικά αναπαραγόμενες έντυπες γλώσσες ενοποιούν πεδία γλωσσικής ανταλλαγής, και παράγουν νέες γλώσσες, που αντικαθιστούν τις παλαιότερες ιερές οικουμενικές γλώσσες».

Στην Ευρώπη, ο «έντυπος καπιταλισμός» (print capitalism), ανέδειξε τις τοπικές διαλέκτους, τις τυποποίησε και τις αναμετέδωσε μέσω τής αγοράς. Αυτή η διαδικασια παρείχε τις συνθήκες για τη δημιουργία εθνικής συνείδησης. Οι τυπωμένες γλώσσες παρήγαγαν ενοποιημένα πεδία ανταλλαγής και επικοινωνίας, πέρα από τα λατινικά και τις ομιλούμενες τοπικές διαλέκτους. Έτσι, «οι συν-αναγνώστες, συνδεδεμένοι μέσω τού τύπου σχηματίζουν το έμβρυο μιας εθνικής, φαντασιακά βιωμένης κοινότητας. Ο έντυπος καπιταλισμός, προσδίδει μια νέα σταθερότητα στη γλώσσα, απαραίτητη για την ιδέα τής αρχαιάτητας, την τόσο κεντρικά ενσωματωμένη στην ιδέα τού έθνους. Δημιούργησε γλώσσες με δύναμη διαφορετική από τα παλιά διοικητικά ιδώματα, ώστε κάποιες τοπικές διάλεκτοι, που ήσαν πιο κοντινές στην κάθε τυπωμένη γλώσσα, να κυριαρχήσουν στην τελική τους μορφή».

Ο Anderson αποδίδει το σχηματισμό των πρώτων εθνικών κρατών στη Λατινική Αμερική, στις διοικητικές ενότητες, που είχαν σχηματισθεί εκεί από τήν εποχή τής αποικιοκρατίας, στο ρόλο των κρατικών λειτουργών, των επισκόπων, καθώς και στο ρόλο των τοπικών εφήμερίδων. Οι εθνικισμοί, που αναδύονται από το 1820 στην Ευρώπη ήταν έντονα «λαϊκίστικοι» και σε αντίθεση με τους εθνικισμούς τής Αμερικής, απέδιδαν τεράστια σημασία στην «εθνική έντυπη-γλώσσα», καθώς και σε πρότυπα, που αφορούσαν σε μακρινούς προγόνους. Στην Ευρώπη, οι νέοι εθνικισμοί στις αρχές τού 19ου αιώνα, άρχισαν να φαντάζονται την επανεμφάνιση τού έθνους τους ως «αφύπνιση από βαθύ ύπνο», μια αντίληψη ολοκληρωτικά ξένη προς αυτή τής αμερικανικής εμπειρίας.

Μέχρι τα τέλη τού 18ου αιώνα, κανείς δε φανταζόταν τις εθνικές γλώσσες σα να ανήκουν σε κάποια γεωγραφικά προσδιορισμένη ομάδα. Αργότερα, οι εθνικές γλώσσες άρχισαν να λειτουργούν πολιτικά, ώστε να διαχωρίζουν τις εθνικές κοινότητες από τα αρχικά δυναστικά βασίλεια. Το ιδεολόγημα τής αφύπνισης» τού έθνους επέτρεπε στους διανοούμενους και αστούς να διακρίνουν στη μελέτη π.χ. των τσέχικων-μαγυάρικων γλωσσών και παραδόσεων «την επανανακάλυψη, κάποιου, βαθιά κρυμμένου, αιώνιου πράγματος».

Την επανάστασή στις ευρωπαϊκές ιδέες για τη γλώσσα προκάλεσαν:
α. Τα λεξικά.
β. Η επιστημονική συγκριτική σπουδή τής γλώσσας.
γ. Η ανάπτυξη τής φιλολογίας και τής συγκριτικής γραμματικής.
Παράλληλα, εμφανίζεται άνοδος τής εμπορικής και βιομηχανικής αστικής τάξης. Η αστική τάξη, που δεν μπορούσε να υπάρξει χωρίς τον έντυπο λόγο, ήταν η πρώτη, που πέτυχε την ταξική αλληλεγγύη της σε μια «φαντασιωτική» βάση.

Αυτή η διαδικασία καθιέρωσης των εθνικών γλωσσών σε χώρες σαν την Αγγλία και την Γαλλία δε συναντούσε πολλά προβλήματα, καθώς εκεί οι εθνικές γλώσσες συνέπιπταν με τη γλώσσα, που μιλούσε το μεγαλύτερο τμήμα τού πληθυσμού.


Αλλά σε άλλα βασίλεια, όπως π.χ την Αυστρο-Ουγγαρία, η διαδικασία αυτή προκάλεσε εκρηκτικές συνέπειες. Εκεί, η αντικατάσταση των λατινικών από εθνικές γλώσσες, στα μέσα τού 19ου αιώνα, δημιουργούσε πλεονεκτήματα σ΄εκείνους, που ήδη χρησιμοποιούσαν την έντυπη-γλώσσα και τους εμφάνιζε να απειλούν εκείνους, που δεν τις χρησιμοποιούσαν.

Γύρω στα μέσα τού 19ου αιώνα, αναπτύχθηκαν στην Ευρώπη αυτοί, που ο Anderson ονόμασε, «επίσημους εθνικισμούς». Αυτοί οι εθνικισμοί, αποτελούσαν αντίδραση δυναστικών και αριστοκρατικών ομάδων εξουσίας, που απειλούνταν από περιθωριοποίηση μέσα στις «λαϊκές, φαντασιακά βιωμένες, κοινότητες».

Το τελευταίο κύμα των εθνικισμών, κυρίως στις χώρες τής Ασίας και Αφρικής, αποτέλεσε κατά τον Anderson, μια απάντηση στον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό, που έγινε δυνατός από τα αποτελέσματα τού βιομηχανικού καπιταλισμού.

Οι ύστερες αποικιακές αυτοκρατορίες τού 19ου αιώνα, που ήσαν πολύ μεγάλες, για να κυβερνηθούν από μια μικρή ομάδα εθνών, πολλαπλασίασαν τις λειτουργίες τού κράτους στις μητροπόλεις, αλλά και στις αποικίες. Έτσι, εκτεταμένα σχολικά συστήματα παρήχθησαν στις τελευταίες, με σκοπό να παράγουν, εν μέρει, τα απαιτούμενα πλαίσια για τις αποικίες και να ενσωματώσουν τις γραφειοκρατίες. Αυτά τα σχολικά συστήματα, συγκεντρωτικά καθώς ήταν, δημιούργησαν νέα «προσκυνήματα», που είχαν τη «Ρώμη» τους, (δηλαδή το κέντρο τους), σε διάφορες αποικιακές πρωτεύουσες.

Παράλληλα, αυτά τα εκπαιδευτικά «προσκυνήματα» αντανακλώνται και στή σφαίρα τής διοίκησης. Η εξάπλωση τού αποικιακού κράτους, το οποίο προσκαλούσε τους ιθαγενείς στα σχολεία και στα γραφεία, η διασταύρωση εκπαιδευτικών και διοικητικών «προσκυνημάτων» παρείχε την εδαφική βάση για τις νέες «φαντασιωμένες κοινότητες», μέσα από τις οποίες, οι ιθαγενείς μπορούσαν να δουν τον εαυτό τους ως έθνος. (Το παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο τού Πέτρου Θεοδωρίδη: Οι μεταμορφώσεις τής ταυτότητας, έκδ. Αντιγόνη, Θεσσαλονίκη, 2004).

Ας δούμε μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το υπό κρίση βιβλίο:
  • Όσο κοινότοπα κι αν είναι τα λόγια και μέτρια η μουσική των εθνικών ύμνων, που τραγουδιούνται στις εθνικές γιορτές, υπάρχει στην πράξη τού τραγουδιού η εμπειρία τής συγχρονικότητας. Σ΄αυτές ακριβώς τις στιγμές, άνθρωποι εντελώς άγνωστοι μεταξύ τους ψελλίζουν τους ίδιους στίχους στην ίδια μελωδία. Η εικόνα, που δημιουργείται: συνήχηση. Τραγουδώντας τη «Μασσαλιώτιδα», το «Waltzing Matilda» και την «Indonesia Raya» δημιουργείται συνήχηση, η φυσική πραγμάτωση τής φαντασιακής κοινότητας μέσω τής αντήχησης. [Το ίδιο αποτέλεσμα έχει και το να ακούει κανείς (και ίσως το να ακολουθεί κανείς σιωπηλά) την απαγγελία τής θρησκευτικής ποίησης, όπως αποσπάσματα από το Βιβλίο των Προσευχών.] Πόσο ανιδιοτελής φαντάζει αυτή η συνήχηση. Παρόλο, που όλοι έχουμε επίγνωση, ότι κι άλλοι τραγουδούν αυτά τα τραγούδια, όταν και όπως εμείς τα τραγουδούμε, δεν έχουμε ιδέα ποιοι μπορεί να είναι αυτοί, ή έστω πού, έξω από την ακτίνα ακοής, τραγουδούν. Αυτό που μάς συνδέει είναι ο φαντασιακός ήχος (σελ. 217).
  • Τον 18ο αιώνα, η ουκρανική (μικρή ρωσική) ήταν ανεκτή ως γλώσσα των απλοϊκών χωρικών. Αλλά το 1708, ο Ιβάν Κοτλιαρέφσκι έγραψε την Aeneid του, ένα εξαιρετικά δημοφιλές σατιρικό ποίημα πάνω στην ουκρανική ζωή. Το 1804, ιδρύθηκε το πανεπιστήμιο τού Χάρκοβο κι έγινε αμέσως κέντρο τής έκρηξης τής ουκρανικής λογοτεχνίας. Το 1819, εμφανίστηκε η πρώτη ουκρανική γραμματική - μόλις δεκαεπτά χρόνια μετά την επίσημη ρωσική. Και το 1830, ακολούθησαν τα έργα τού Τάρας Σεβτσένκο, για τον οποίο ο Σέτον-Γουότσον παρατηρεί, ότι «η διαμόρφωση μιας αποδεκτής ουκρανικής λογοτεχνικής γλώσσας οφείλει περισσότερα σ΄αυτόν παρά σε οποιονδήποτε άλλο άνθρωπο. Η χρήση αυτής τής γλώσσας ήταν το αποφασιστικό στάδιο στο σχηματισμό τής ουκρανικής εθνικής συνείδησης» Σύντομα, από κει και πέρα, το 1840, ιδρύθηκε η πρώτη ουκρανική εθνικιστική οργάνωση στο Κίεβο από έναν ιστορικό! (σελ. 118).
  • Το 18ο αιώνα, η κρατική γλώσσα τής σημερινής Φινλανδίας ήταν η σουηδική. Έπειτα από την εδαφική ένωση με το τσαρικό βασίλειο το 1809, επίσημη γλώσσα έγινε η ρωσική. Όμως, ένα «αφυπνιζόμενο» ενδιαφέρον για τα φινλανδικά και το φινλανδικό παρελθόν, που εκφράστηκε αρχικά μέσα από κείμενα γραμμένα στα λατινικά και στα σουηδικά προς τα τέλη τού 18ου αιώνα, εκδηλωνόταν ολοένα και πιο φανερά στην καθομιλουμένη ώς τα 1820. Οι ηγέτες τού φινλανδικού εθνικιστικού κινήματος, που αναπτυσσόταν, ήταν «άνθρωποι, που ασχολούνταν επαγγελματικά με το χειρισμό τής γλώσσας: συγγραφείς, δάσκαλοι, ιερείς και δικηγόροι. Η μελέτη τής λαογραφικής παράδοσης και η επανανακάλυψη και η συλλογή τής λαϊκής επικής ποίησης συνδυάστηκαν με την έκδοση γραμματικών και λεξικών και οδήγησαν στην εμφάνιση περιοδικών, που βοήθησαν στην τυποποίηση τής φινλανδικής λογοτεχνικής (δηλαδή έντυπης) γλώσσας, χάρη στην οποία ήταν δυνατόν να προωθηθούν ισχυρότερα πολιτικά αιτήματα (σελ. 119).
  • Στην περίπτωση τής Νορβηγίας, όπου για μεγάλο χρονικό διάστημα χρησιμοποιούσαν την ίδια γραπτή γλώσσα με τους δανούς, αν και η προφορά ήταν εντελώς διαφορετική, ο εθνικισμός αναδύθηκε με τη νέα νορβηγική γραμματική (1848) και το λεξικό (1850) τού Ίβαρ Ἀασεν, κείμενα, που υποκίνησαν και ανταποκρίθηκαν σε αιτήματα για μια ιδιαίτερη νορβηγική έντυπη γλώσσα (σελ. 119).
  • Ο Κεμάλ Ατατούρκ έδωσε σε μια από τις κρατικές τράπεζες το όνομα Eti Banka (Χεττιτική Τράπεζα) και σε κάποια άλλη το όνομα Σουμερικἡ Τράπεζα. Αυτές οι τράπεζες ευημερούν σήμερα και δεν υπάρχει κανένας λόγος να αμφιβάλλουμε,  ότι πολλοί τούρκοι θεώρησαν σοβαρά, και θεωρούν, τους χετταίους και τους σουμέριους ως προγόνους τους. Προτού βιαστούμε να φανούμε ειρωνικοί, καλό θα ήταν να θυμηθούμε τον Αρθούρο τη Βοαδίκη και να συλλογιστούμε την τεράστια εμπορική επιτυχία των μυθοπλασιών τού Τόλκιν (σελ. 63)
  • Ως τα τέλη τού 18ου αιώνα, ο τεράστιος μόχθος των γερμανών, γάλλων και άγγλων λογίων κατέστησε διαθέσιμο σε εύχρηστη έντυπη μορφή ουσιαστικά το πλήρες σώμα των διασωζόμενων έργων των ελλήνων κλασικών, μαζί με τις απαραίτητες φιλολογικές και λεξικογραφικές προσθήκες, αλλά αναπαρήγαγε σε δεκάδες βιβλία έναν ακτινοβόλο, και έντονα παγανιστικό, αρχαιοελληνικό πολιτισμό. Το τελευταίο τέταρτο τού αιώνα, ένας μικρός αριθμός νέων ελληνόφωνων χριστιανών, οι περισσότεροι το τους οποίους είχαν σπουδάσει ή ταξιδέψει έξω από όρια τής οθωμανικής αυτοκρατορίας, απέκτησε πρόσβαση σ΄αυτό το «παρελθόν». Με υψηλό φρόνημα, χάρη το φιλελληνισμό στα κέντρα τού δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού, ανέλαβαν τον «απο-βαρβαρισμό» των νεότερων ελλήνων, δηλαδή το μετασχηματισμό τους σε όντα αντάξια τού Περικλή και τού Σωκράτη.
     
    Ενδεικτικά τής αλλαγής στη συνείδηση είναι τα ακόλουθα λόγια ενός από τους νέους άνδρες, τού Αδαμάντιου Κοραή (ο οποίος αργότερα έγινε ένας φλογερός λεξικογράφος!), σ΄ένα λόγο του προς το γαλλικό κοινό στο Παρίσι το 1803: «Για πρώτη φορά το έθνος παρατηρεί την απεχθή εικόνα τής αμάθειάς του και φρικιά μετρώντας με το μάτι την απόσταση, που το χωρίζει από τους δοξασμένους προγόνους.
»Αυτή η οδυνηρή ανακάλυψη, όμως, δε γεμίζει τους έλληνες απελπισία: Είμαστε απόγονοι των ελλήνων, έλεγαν μέσα τους, πρέπει να προσπαθήσουμε να φανούμε ξανά άξιοι αυτού τού ονόματος, αλλιώς δεν μάς ανήκει, πλέον». Το πλήρες κείμενο τού Κοραή, «The present state of civilazation in Greece» («Υπόμνημα για τη σημερινή κατάσταση τού πολιτισμού στην Ελλάδα») παραδίδεται στις σελίδες 157-182. Περιλαμβάνει μια εντυπωσιακά σύγχρονη ανάλυση των κοινωνιολογικών βάσεων τού ελληνικού εθνικισμού (σελ. 116).
Ο Benedict Richard Oʼ Gorman Anderson, γεννήθηκε στην Ιρλανδία το 1936. Σπούδασε κοινωνική ανθρωπολογία και ανατολικές γλώσσες. Είναι καθηγητής στο πανεπιστήμιο Cornell (Η.Π.Α.). Με το έργο του «Φαντασιακές κοινότητες» έχει καθιερωθεί ως ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους θεωρητικούς τού εθνικισμού.

Ορίζοντας τα έθνη ως φαντασιακές πολιτικές κοινότητες, ο Benedict Anderson εξερευνά τόσο τις πολιτισμικές όσο και τις πολιτικές συνθήκες συγκρότησής τους.

Ο συγγραφέας εστιάζει το ενδιαφέρον του σε πολύπλευρα και αλληλοδιαπλεκόμενα ζητήματα, όπως η αλληλόδραση ανάμεσα στον καπιταλισμό και τις σύγχρονες τεχνολογίες εκτύπωσης και διακίνησης εντύπων, η παρακμή παραδοσιακών πολιτικών καθεστώτων (όπως η κληρονομική βασιλεία), οι μετασχηματισμοί τής θρησκευτικής πίστης, οι μεταβαλλόμενες αντιλήψεις για το χρόνο, η γλωσσική έκφραση.

Η ποιότητα τής ανάλυσης και ο πλούτος τού εμπειρικού υλικού, που αφορά τόσο στην Ευρώπη όσο και στην ΝΑ Ασία, την Αμερική και την Αφρική, καθιστούν το βιβλίο μια από τις σημαντικότερες θεωρητικές συμβολές στη μελέτη τού εθνικισμού σήμερα.



ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ


1 ΣΧΟΛΙΑ

  • Ανώνυμος 39901

    19 Οκτ 2016


    -Who wants to die for the COMECON or EU?
    Οι υπερεθνικοί οργανισμοί δεν συνδέονται με κοινές μνήμες ή ισχυρές αφηγήσεις όπως τα έθνη. Δεν συγκροτούν ταυτότητες. Η ισχύς τους είναι καθαρά τυπική., ζήτημα διαπραγματεύσεων και συμφωνιών. Κανείς δεν θα ήταν πρόθυμος να πεθάνει για τέτοιους οργανισμούς, επειδή κανείς δεν δημιουργεί την ζωή του μέσω αυτών.- Appiah