ΤΟ 1922
ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Μια νέα ματιά


Έκδ. «Νεφέλη», Αθήνα, 2011
Κείμενα: Χ. Εξερτζόγλου, Δ. Σταματόπουλος,
A. Ozil, Κ. Κατσάπης, Α-Μ. Τσέτλακα



- Οι μικρασιάτες, όταν έφτασαν τρέμοντας από τις κακουχίες στις ελληνικές ακτές, ούτε ενδιέφεραν ούτε θεωρούνταν, από μεγάλο μέρος του πολιτικού και κοινωνικού κατεστημένου τής εποχής, αλλά και τού πληθυσμού, μέλη τού εθνικού σώματος. Για τους ίδιους τους πρόσφυγες όμως, οι πατρίδες, που άφησαν πίσω τους, αποτελούσαν πράγματα χειροπιαστά. Δεν ήταν ακόμη χαμένες πατρίδες. Έγιναν, καθώς σιγά-σιγά συνειδητοποίησαν, ότι δεν υπήρχε επιστροφή. Δεν είχαν βγάλει καλά-καλά τα μαύρα μαντίλια τού πένθους, όταν έμαθαν, ότι ο Βενιζέλος υπέγραψε συμφωνίες με τον Ινονού και πρότεινε τον Κεμάλ για το Νόμπελ Ειρήνης.

Διεκδικώντας τη νέα πατρίδα, μεγάλωσαν την απόσταση. Αλλά και τότε, οι χαμένες πατρίδες ήταν ακόμη αισθήματα χειροπιαστά. Όχι ιδεολογία.


- Στη δεκαετία τού '60 ο καημός τής προσφυγιάς έγινε ένα με τον καημό τής Ρωμιοσύνης, ο ένας μετωνυμία τού άλλου. Δεν ήθελε πολύ αυτό το σμήνος των ιδεών, των συναισθημάτων και τής μετα-μνήμης να μετασχηματιστεί σε εθνολαϊκή ιδεολογία. Συνέβη αυτό στη μεταπολίτευση και στα χρόνια τής πρώτης δεκαετίας τού ΠΑΣΟΚ. Όταν ο παλιός λαός διαλύθηκε σε μυριάδες μικρά και μεγάλα συμφέροντα, η εθνολαϊκή ιδεολογία έγινε στρατηγική για εξουσία και τα λαϊκά αισθήματα αλέστηκαν στους μύλους τού λαϊκισμού.

Καθώς ο 20ός αιώνας έδυε, και κυρίως μετά την άλλη συμβολική ημερομηνία, το 1989, σημειώθηκε ένας αγώνας δρόμου, ποιος θα προλάβει να βάλει τα σύμβολά του πάνω στο βωμό αυτής τής νέας λατρείας, τής ταυτότητας. Το αστέρι τής Βεργίνας, η Παναγία Σουμελά, η νεοορθοδοξία, τα Ίμια, λίγος Σεφέρης για την Κύπρο, τα τραγουδάκια των κατηχητικών, η απολύτρωση τής Βορείου Ηπείρου, ο γλωσσικός καθαρισμός και η επιστροφή στις ρίζες, ο «οικουμενικός ελληνισμός», μια δόση αντιευρωπαϊσμού και αντιαερικανισμού, ο Μεγαλέξανδρος, ο Μακρυγιάννης και ο Άρης, η «πολεμική αρετή των ελλήνων», η πολεμική ετοιμότητα και το «πρώτο πλήγμα», και άλλα πολλά σύμβολα διαγκωνίστηκαν για μια θέση στο νέο εθνικό πάνθεο τού τέλους τού αιώνα. Μαζί και οι «χαμένες πατρίδες», που έγιναν «αλύτρωτες».

- Το 1922, ο μεγάλος ιστορικός Άρνολντ Τόυνμπι, που τότε κατείχε την έδρα των ελληνικών σπουδών στο Λονδίνο, έγραψε το βιβλίο «The western question in Greece and Turkey» (Το δυτικό ζήτημα στην Ελλάδα και στην Τουρκία). Το βιβλίο αναφερόταν σε όσα συνέβαιναν τότε στη Μικρασία και την ανατολική Θράκη: πόλεμος, βία, σφαγές, εκπατρισμοί. Δεν πρόκειται για σπασμούς τού «Ανατολικού ζητήματος», έγραφε ο Τόυνμπι, αλλά για την επέκταση στην ανατολή τού «δυτικού ζητήματος», δηλαδή των αρχών, με τις οποίες συγκροτήθηκε το έθνος-κράτος στη δυτική Ευρώπη.

Σε μια περιοχή, όπου οι διάφορες εθνότητες ζούσαν αναμεμειγμένες σαν τα άνθη των αγρών, όπως ήταν η ανατολική Ευρώπη και η ανατολική Μεσόγειος, αλλά και άλλες περιοχές τού πλανήτη, τρεις ήταν οι λύσεις, για να συμπέσουν τα όρια τού κράτους με αυτά τού έθνους κατά το παράδειγμα τής δυτικής Ευρώπης. Η μία ήταν η φυσική εθνοκάθαρση και η σφαγή. Λύση φρίκης. Η άλλη ήταν η παραχώρηση μειονοτικών δικαιωμάτων. Τέλος, η τρίτη λύση ήταν ο υποχρεωτικός εκπατρισμός και η ανταλλαγή των πληθυσμών. Εφαρμόστηκε για πρώτη φορά ανάμεσα στπν Ελλάδα και τη Βουλγαρία το 1919 (Συνθήκη τού Νεϊγύ) και το 1923 ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία (Συνθήκη τής Λωζάννης).

Λιγότερο αιματηρή από την πρώτη, η τρίτη λύση, ωστόσο, δεν ήταν εντελώς αναίμακτη, θέρισαν οι ένοπλες συμμορίες (οι τσέτες), θέρισε η χολέρα, η ελονοσία, η φθίση, οι κακουχίες. Υπήρχαν φορές, που τα καράβια, που έφερναν πρόσφυγες στα λιμάνια τού Πειραιά, τής Θεσσαλονίκης και τής Καβάλας, παρομοιάζονταν με «πλωτά φέρετρα».

Οι τουρκόφωνοι χριστιανοί έγιναν έλληνες και οι ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι τής Κρήτης και τής Μακεδονίας έγιναν τούρκοι. Μόλις την τελευταία στιγμή γλίτωσαν από την ανταλλαγή οι αραβόφωνοι χριστιανοί από τις νοτιοανατολικές εσχατιές τής Τουρκίας. Η ανατολική βαρβαρότητα λοιπόν, ήταν η σκοτεινή πλευρά τού δυτικού πολιτισμού.

Συχνά όμως, μιλώντας για τις δικές μας χαμένες πατρίδες, ξεχνούμε τις χαμένες πατρίδες των άλλων. Στην Τουρκία, εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες δεν έφτασαν μόνο από την Ελλάδα, αλλά κι από τη Γιουγκοσλαβία κι από τη Βουλγαρία κι από τη Ρουμανία κι από τη Νότια Ρωσία κι από τη Γεωργία. Αν ο Βενιζέλος ευτύχησε να δει την πατρίδα του, την Κρήτη, να περιλαμβάνεται στην ελληνική επικράτεια, για τον Κεμάλ, η Θεσσαλονίκη ήταν μια χαμένη πατρίδα. Σχεδόν το μεγαλύτερο μέρος τής τουρκικής ηγεσίας καταγόταν από τα Βαλκάνια. Εκεί χτυπούσε η καρδιά τής παλιάς οθωμανικής αυτοκρατορίας, από κει ξεκίνησαν οι δυνάμεις, που την έκαναν Τουρκία. Και δεν είναι βέβαια μόνο οι έλληνες και οι τούρκοι, που έχουν χαμένες πατρίδες, αλλά δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι, που αναγκάστηκαν να διασχίσουν σύνορα στους πολέμους τού 20ού αιώνα. Η διπλή διάβαση τού Αιγαίου θα επαναλαμβανόταν διεσταλμένη, σε λιγότερο από είκοσι χρόνια, στην ινδική υποήπειρο, ανάμεσα στους ινδουιστές και τους μουσουλμάνους. Ούτε έχει καμμιά σημασία το επιχείρημα ποιοι κατοικούσαν πρώτοι έναν τόπο και ποιοι ήρθαν δεύτεροι, για ποιους θεμελιώνεται το δικαίωμα τής χαμένης πατρίδας και για ποιους όχι. Ανθρωποι, που κατοικούσαν για δώδεκα γενιές έναν τόπο, δεν είχαν το δικαίωμα να τον θεωρούν πατρίδα τους;

- Αυτός ο γεωγραφικός χώρος τής βορειοανατολικής Μεσογείου, από την ύστερη αρχαιότητα έως τις αρχές τού 20ού αιώνα χαρακτηριζόταν από την κυριαρχία μεγάλων αυτοκρατοριών, όπως η βυζαντινή και η οθωμανική. Κάτω από αυτό το διοικητικό πλαίσιο υπήρχε μια πανσπερμία λαών, γλωσσικών ομάδων και θρησκευτικών κοινοτήτων, οι οποίες ζούσαν ανάμεικτες, όπως τα αγριολούλουδα στους αγρούς. Δεν χρειάζεται ούτε να δαιμονοποιούμε ούτε να εξιδανικεύουμε αυτό το παρελθόν. Οι άνθρωποι, τότε, συμβίωναν άλλες φορές ειρηνικά, άλλες φορές σε καθεστώς μιας διάσπαρτης, στο χρόνο και στο χώρο, βίας. Βίας από τα πάνω, γιατί ας μην ξεχνάμε, ότι από την απόσπαση τού πλεονάσματος τρέφονταν όλες οι αυτοκρατορίες, και βίας μεταξύ τους, ανάμεσα σε κοινότητες και θρησκευτικές ομάδες.

Οι μαζικές σφαγές, οι εξανδραποδισμοί, οι αναγκαστικές μετοικεσίες ολόκληρων πληθυσμών απέκτησαν μεγάλες διαστάσεις την εποχή, που αυτός ο γεωγραφικός χώρος των Βαλκανίων και τής Μικράς Ασίας άρχισε να μεταμορφώνεται από πολυεθνικό σε χώρο εθνικών κρατών. Όταν επικράτησε η λογική τού έθνους-κράτους, κάθε κράτος όφειλε να επεκταθεί στα όρια τού έθνους του: Μεγάλη Ελλάδα, Μεγάλη Σερβία, Μεγάλη Βουλγαρία, τα σύνορα τού ενός εθνικισμού περνούσαν μέσα από την επικράτεια, που διεκδικούσαν οι άλλοι. Κάθε έθνος όφειλε να έχει τη δική του αποκλειστική επικράτεια.

Συνακόλουθο ήταν οι διώξεις και η έξοδος των μουσουλμανικών πληθυσμών από τα Βαλκάνια και των χριστιανικών πληθυσμών από τη Μικρά Ασία. Τα πράγματα έφτασαν σε ακραίες διαστάσεις στον Α' παγκόσμιο πόλεμο, που εδώ κράτησε δέκα χρόνια, συνεχίστηκε όμως και στον Β' παγκόσμιο πόλεμο. Απόληξη τής πορείας αυτής ήταν όσα συνέβησαν στη Γιουγκοσλαβία στη δεκαετία τού 1990, ίσως όχι η τελευταία πράξη για τις πρώην επαρχίες τής οθωμανικής αυτοκρατορίας, που εκτείνονται σε περιοχές, που ακόμη προκαλούνται συρράξεις με εθνικό χαρακτήρα, όπως στην Ιβηρική Χερσόνησο και στη Μέση Ανατολή. Όλη αυτή η ιστορία κρατάει δύο αιώνες.
 
- Εκείνο, το οποίο ξενίζει το σημερινό αναγνώστη, είναι η αδιαφορία των στρατιωτικών παρατηρητών, και όχι μόνο αυτών, αλλά και των διπλωματών και των πολιτικών, για τα θύματα ανάμεσα στον άμαχο πληθυσμό. Η έννοια τής ανθρωπιστικής καταστροφής, τής παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε αντίθεση με τη σημερινή εποχή, ήταν τότε έννοιες εντελώς ξένες. Για το λόγο αυτό, σφαγές γυναικόπαιδων, μετακινήσεις πληθυσμών, πυρπολήσεις χωριών περνούν στα ψιλά των αναφορών, και συχνά με το ερώτημα για τη στρατηγική τους σημασία. Όταν λ.χ. ο γάλλος αξιωματικός Claude Farrere αναφέρεται στις εξηγήσεις τού Κεμάλ, ότι οι μετακινήσεις πληθυσμών στο εσωτερικό τής Ανατολίας οφείλονταν σε αμυντικούς λόγους, επειδή στα μετόπισθεν δρούσαν ένοπλα σώματα, θεωρεί περιττό να υπολογίσει πόσο κόστισε η στρατηγική αυτή σε ανθρώπινες ζωές (14.6.1922). Το ίδιο συμβαίνει και όταν αναφέρονται σε βιαιοπραγίες εναντίον μουσουλμάνων αμάχων από τον ελληνικό στρατό. Οι συντάκτες αναρωτιούνται κυρίως για τη στρατηγική τους σκοπιμότητα. Αντίθετα, εκτενείς αναλύσεις γίνονται λ.χ. για τις πολιτικές διαφωνίες στο ελληνικό μέτωπο, ή για τον κίνδυνο μιας συμμαχίας των κεμαλικών με τους μπολσεβίκους.

Εκείνο πάντως, που προκύπτει είναι, πώς σε αυτά τα τρία χρόνια, ο πόλεμος στη Μικρά Ασία ήταν ένας συνδυασμός πολέμου χαρακωμάτων και εμφυλίου πολέμου των μετόπισθεν. Αυτό συνέβαινε και από τις δύο πλευρές. Οι πληθυσμοί ήταν εξοπλισμένοι (αναφέρεται στις 27.9.1922, ότι στην Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη οι εκκλησίες είχαν γίνει αποθήκες όπλων), εχθρικά αντάρτικα δρούσαν πίσω από τις γραμμές, και κυρίως οι αντίπαλοι θεωρούνταν όχι αιχμάλωτοι πολέμου, αλλά προδότες Π.χ. όταν προέλαυνε ο τουρκικός στρατός σε περιοχές, που δεν είχαν προλάβει να εκκενωθούν από τους χριστιανούς, συγκέντρωνε τους άνδρες, και όσους από αυτούς θεωρούσε, ότι συμμετείχαν στις εχθροπραξίες -κατά τεκμήριο όλους- τους εκτελούσε αμέσως ως συνεργάτες τού εισβολέα. Τα επεισόδια αυτά είχαν ως αποτέλεσμα αντεκδικήσεις και τη γενικευμένη φυγή των πληθυσμών πριν από την προέλαση των αντιπάλων. Έτσι, η σύγκρουση δεν ήταν μόνο
ανάμεσα στους στρατούς και στους πληθυσμούς, αλλά και ανάμεσα σε πληθυσμούς, όπως συνέβη, με θύματα τους χριστιανούς, στη Μαγνησία και στην Ανατολική Θράκη (9.9.1921).

Οι ελληνικές βιαιοπραγίες εναντίον τού μουσουλμανικού πληθυσμού σημειώνονται στα αρχεία σε τέσσερις περιπτώσεις. Η πρώτη αφορά την απόβαση τού ελληνικού στρατού στη Σμύρνη. Αναφέρεται τριήμερη λεηλασία των τουρκικών καταστημάτων και έκτροπα εναντίον τού μουσουλμανικού πληθυσμού χωρίς ο ελληνικός στρατός να επέμβει, για να αποκαταστήσει τπν τάξη (αναφορά 1.6.1919). Η δεύτερη περίπτωση αφορά τους βομβαρδισμούς ανοχύρωτων τουρκικών χωριών στην Προποντίδα και στον Πόντο από ελληνικές κανονιοφόρους με πολλά θύματα και καταστροφές σπιτιών (τηλεγρ. 16.4.1921 και 15.6.1921). Η τρίτη περίπτωση αφορά την περίπτωση τής Νικομήδειας/Izmit: «Η ελληνική φρουρά εκκένωσε την Ιζμίτ τη νύχτα τής 27ης/28ης Ιουνίου 1921, αφού επιβίβασε στα πλοία τον ελληνικό πληθυσμό. Οι έλληνες στρατιώτες πυρπόλησαν ένα μέρος τής πόλης, έσφαξαν μουσουλμάνους και διέπραξαν πολυάριθμες υπερβολές» (τηλεγρ. 29.6.1921).

Σε άλλη αναφορά: «Οι πυρπολήσεις, οι σφαγές, οι βιασμοί και οι λεηλασίες στις μουσουλμανικές συνοικίες τής Ιζμίτ κράτησαν από τις 24 έως τις 27 Ιουνίου. Τις διέπραξαν αρμένιοι, που τους χρησιμοποίησαν οι έλληνες και έλληνες στρατιώτες και ναύτες. Ο λοχαγός Delord είδε με τα μάτια του 64 πτώματα, οι περισσότεροι ηλικιωμένοι, με τα χέρια δεμένα στην πλάτη, τα αυτιά κομμένα και έχοντας διάφορα ίχνη αγριοτήτων. Παρενέβη με μεγάλο θάρρος, έσωσε 4.000 μουσουλμάνους, που κατέφυγαν σε γαλλικό σχολείο και στην καθολική εκκλησία. Οι έλληνες έκαψαν και εβραϊκά σπίτια» (τηλεγρ. 1.7.21).

Πυρπολήθηκαν επίσης και όλα τα μουσουλμανικά χωριά τής νότιας ακτής τού κόλπου τής Νικομήδειας (τηλεγρ. 2.7.1921). Αναφορικά με τους εβραίους, σε άλλη αναφορά σημειώνεται «γενική έξοδος εβραίων και καθολικών παρά τις διαβεβαιώσεις τού τουρκικού στρατού» (18.9.1922).

Η τέταρτη περίπτωση με τις πιο εκτεταμένες καταστροφές αφορά την υποχώρηση μετά την ήττα στον Σαγγάριο. Σε τηλεγραφήματα από τις 5 έως τις 8 Σεπτεμβρίου αναφέρεται, ότι οι μουσουλμανικές συνοικίες των πόλεων Αφιόν Καραχισάρ και Εσκί Σεχίρ, καθώς και μεγάλος αριθμός χωριών πυρπολήθηκαν συστηματικά. Σε μερικά μέρη, όλοι οι κάτοικοι, συμπεριλαμβανομένων και γυναικών και παιδιών, πυρπολήθηκαν ζωντανοί μέσα στα τζαμιά. Οι πληροφορίες αυτές, κατά τις αναφορές, προήλθαν από καθολικούς μισσιονάριους και από εκπροσώπους αμερικανικών και ευρωπαϊκών ανθρωπιστικών οργανώσεων, που δρούσαν στην περιοχή. Ο επικεφαλής τής καθολικής αποστολής μάλιστα έγραψε στην αναφορά του, ότι «εξαιτίας αυτών των φρικαλεοτήτων οι έλληνες έχασαν κάθε δικαίωμα να μιλούν για τουρκικές βαρβαρότητες» (τηλεγρ. 8.9.1922). Η συγκέντρωση γυναικόπαιδων στα τζαμιά και η πυρπόλησή τους έγινε μείζον θέμα την εποχή εκείνη. Ο γάλλος στρατιωτικός απεσταλμένος στην Κωνσταντινούπολη έγραψε προς το Παρίσι στις 8.9.1922: «Οι έλληνες δίνουν στην πάλη αυτή ένα χαρακτήρα ανεξήγητο και δύσκολα θα αποφευχθούν τα αντίποινα» και ζήτησε από την κυβέρνηση να παρέμβει στην Αθήνα, ώστε να σταματήσουν οι «βλακώδεις και εγκληματικές αντεκδικήσεις». Ο γάλλος πρόεδρος Πουανκαρέ, έστειλε στις 28.9.1922 ένα τηλεγράφημα στους πρεσβευτές τής χώρας του στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, στο οποίο έγραφε: «Οι έλληνες κατέστρεψαν τις πόλεις και τα χωριά τής Ανατολίας κατά την αποχώρηση τους. Χρειάζεται να εμποδιστούν, ώστε να μην καταστρέψουν και τις πόλεις της Ανατολικής Θράκης».

Ένας ογκώδης φάκελος με αναφορές και τηλεγραφήματα αφορά την καταστροφή τής Σμύρνης. Ανάμεσα στους πρόσφυγες ήταν γάλλοι πολίτες, παλιοί προστατευόμενοι τής Γαλλίας, γαλλολεβαντίνοι και μισσιονάριοι. Εκείνο όμως, το οποίο ενδιέφερε τις γαλλικές αρχές, ήταν να μάθουν ποιοι, γιατί και πώς κατέστρεψαν πολλές εγκαταστάσεις και επιχειρήσεις γαλλικών συμφερόντων και ιδιοκτησίας, όπως τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες, σχολεία και καθολικές αποστολές. Σύμφωνα με τις αναφορές, η πυρκαγιά είχε πολλές εστίες και επομένως θεωρήθηκε σκόπιμος εμπρησμός. Ποιος όμως έκαψε τη Σμύρνη; Ο ίδιος ο πρόεδρος τής Γαλλικής Δημοκρατίας ενδιαφέρθηκε και ζήτησε να διεξαχθεί έρευνα, γιατί είχε αντιφατικές πληροφορίες (τηλεγρ. από το Παρίσι 21.9.1922). Εκείνοι, που είχαν φτάσει στην Αθήνα -ανάμεσα τους γάλλοι πρόσφυγες και κληρικοί- είχαν πει, ότι τη Σμύρνη την έκαψαν τούρκοι στρατιώτες και άτακτοι. Αντίθετα, από την Κωνσταντινούπολη έφταναν πληροφορίες, ότι οι τούρκοι δεν είχαν συμφέρον να κάψουν μια άδεια πόλη, που θα την είχαν πλέον στη διάθεση τους, ότι την πυρπόλησαν φεύγοντας οι έλληνες ή ότι τη φωτιά την έβαλαν ελληνικά και αρμενικά ένοπλα σώματα ως αντιπερισπασμό στην υποχώρηση τους (τηλεγρ. από την Κωνσταντινούπολη 21.9.1922). Κάποια άλλη πληροφορία έλεγε, ότι την έκαψαν τούρκοι, γιατί έλληνες κι αρμένηδες τους πυροβολούσαν μέσα από τα κτίρια (τηλεγρ. 23.9.1922). Όλες οι εκθέσεις υποστήριζαν, ότι βασίζονταν σε πληροφορίες αυτόπτων μαρτύρων. Από τον σχετικό φάκελο δεν προκύπτει, ότι οι γάλλοι στρατιωτικοί κατέληξαν σε κάποιο συμπέρασμα.



Το βιβλίο παρουσιάζει τον μικρασιατικό κόσμο πριν από την καταστροφή, τη διαδικασία τής καταστροφής ιδωμένη κριτικά τόσο από ελληνική και όσο και από τουρκική πλευρά, τους πρόσφυγες στην Ελλάδα και στην Τουρκία, τη συγκρότηση τής μνήμης των προσφύγων.

Το πρώτο κεφάλαιο είναι γραμμένο από τον Χάρη Εξερτζόγλου: ιστορικοποιεί τον κόσμο των «χαμένων πατρίδων», δηλαδή των χριστιανικών κοινοτήτων τής Μικράς Ασίας, τής Θράκης και ευρύτερα των περιοχών τής αυτοκρατορίας. Ποια ήταν τα εθνικά και εθνοτικα κριτήρια, με τά οποία συγκροτήθηκαν και αναγνωρίστηκαν; Και ήταν τα κριτήρια πάγια και συμπαγή, ανεξάρτητα από το καθεστώς των μιλλέτ, από τον τρόπο, που ήταν οργανωμένες και συναρθρωμένες οι ίδιες οι κοινότητες, από την πολιτική τού ελληνικού κράτους, όπως συνήθως νομίζουμε; Πώς οι άνθρωποι αυτοί απέκτησαν εθνική συνείδηση, τη συνείδηση, ότι είναι έλληνες; Η καταστροφή δημιούργησε ένα παραβάν μνήμης και η νοσταλγία εξαέρωσε τις εικόνες τής εποχής. Το κεφάλαιο αυτό επαναφέρει αυτές τις κοινότητες στο γνωστικό μας πεδίο ως πολιτικές κοινότητες και κοινωνίες με τις εσωτερικές τους διαστρωματώσεις και διαιρέσεις, ως έναν κόσμο, που βρισκόταν σε μια διαδικασία μετάβασης, καθώς στην αυτοκρατορία εισχωρούσε μια νέα οικονομία, ένας νέος τρόπος ζωής, καινούργια δίκτυα μεταφοράς και επικοινωνίας, η εγγραμματοσύνη, η χειραφέτηση των γυναικών, νέες ιδέες, καθώς δηλαδή μεταμορφώνονταν οι ταυτότητες τους.


Το δεύτερο κεφάλαιο, γραμμένο από τον Δημήτρη Σταματόπουλο, αναφέρεται στη μικρασιατική εκστρατεία και στην ανθρωπογεωγραφία τής καταστροφής. Μια προσέγγιση εντελώς διαφορετική από τις συνηθισμένες, η οποία δίνει έμφαση σε φαινόμενα, όπως η δημογραφική έκρηξη των χριστιανικών κοινοτήτων στα τέλη τού 19ου αι. και στις αρχές τού 20ού, οι μεταναστεύσεις των χριστιανικών πληθυσμών προς τα μικρασιατικά παράλια και η μεγάλη συσσώρευση ετερογενών πληθυσμιακών ομάδων εκεί, καθώς στις ίδιες περιοχές συνωστίζονταν επίσης μουσουλμάνοι πρόσφυγες από τα Βαλκάνια. Οι κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες ήταν εύκολο να επενδυθούν με θρησκευτική και εθνοτική μισαλλοδοξία στις συνθήκες κλυδωνισμών τής αυτοκρατορίας και τού Α' παγκοσμίου πολέμου και να αποτελέσουν εύφλεκτη ύλη για την επερχόμενη ανάφλεξη. Το εκτεταμένο αυτό κεφάλαιο προσφέρει μια ρηξικέλευθη ερμηνεία τής πολιτικής, που οδήγησε στη μικρασιατική εκστρατεία και στην έκβαση της, συνδέοντας την πολιτική, τη δημογραφική και την κοινωνική ιστορία. Επιχειρεί μια νέα αφήγηση εκείνων των κρίσιμων χρόνων 1919-1922 και προσφέρει μια πανοραμική εικόνα τής εξόδου των χριστιανικών πληθυσμών τής Μικράς Ασίας, παρακολουθώντας τους διωγμούς και το ανθρώπινο ποτάμι, που έφτανε στη θάλασσα από τη μια επαρχία μετά την άλλη.

Το τρίτο κεφάλαιο, γραμμένο από την Ayşe Ozil, αφορά την κριτική τής τουρκικής ματιάς στη δραματική αυτή περίοδο. Για την τουρκική ιστοριογραφία, που εμπνεόταν από τις αρχές τού κεμαλικού ρεπουμπλικανισμού αυτή ήταν μια επική περίοδος, μέσα από την οποία γεννήθηκε η πατρίδα, αλλά εκκοσμικεύτηκε επίσης και εκσυγχρονίστηκε η κοινωνία. Αυτή όμως η ιστορία ήταν κυρίως πολιτική και υιοθετούσε τη ματιά των ηγετικών κύκλων. Παραμελούσε τον τρόπο, με τον οποίο σκεπτόταν και δρούσε η κοινωνία, οι αγρότες και οι άνθρωποι των πόλεων. Ωστόσο, η περίοδος αυτή ήταν επίσης εκείνη, στην οποία δόθηκε και κερδίστηκε η μάχη, για να αποκτήσουν οι πληθυσμοί εθνική συνείδηση, για να γίνουν οι μουσουλμάνοι τούρκοι, για να οργανωθεί τακτικός στρατός, για να αλλάξουν, με δυο λόγια, οι κοινωνίες και οι νοοτροπίες. Ήταν μια περίοδος, με αφετηρία τις παραμονές των βαλκανικών πολέμων, βαθιάς διαφοροποίησης τής κοινωνίας σε φίλους και εχθρούς. Τελικά, διαβάζοντας το κεφάλαιο αυτό καταλαβαίνει κανείς, ότι το τραύμα τής απώλειας και τής μετάβασης ήταν παρόν και στους πληθυσμούς που έμειναν στη Μικρασία, ένα τραύμα άλλωστε, που αναβιώνει τώρα με την άνοδο τού πολιτικού Ισλάμ, με μια μορφή ρεβάνς των ηττημένων από τον κεμαλισμό.

Το τέταρτο κεφάλαιο αφορά την εγκατάσταση των προσφύγων στην Ελλάδα και γράφτηκε από τον Κώστα Κατσάπη. Το κεφάλαιο αυτό προσφέρει μια συστηματική περιγραφή τής διαδικασίας και των προβλημάτων τής εγκατάστασης των προσφύγων στην Ελλάδα από την πρώτη στιγμή τής αποβίβασης τους στα ελληνικά λιμάνια. Αναφέρεται στα άμεσα προβλήματα δημόσιας υγείας, στην επίταξη σπιτιών και δημόσιων χώρων για τη στέγαση των νεοφερμένων, στην ανάπτυξη πολιτικών προγραμμάτων αγροτικής εγκατάστασης, στην προσφυγή στην Κοινωνία των Εθνών και στη δημιουργία τής Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων, στη δέσμευση και στην απόδοση στους πρόσφυγες γεωργικών γαιών. Στο ζήτημα τής σχέσης των προσφύγων με την εκβιομηχάνιση τού Μεσοπολέμου ανακεφαλαιώνονται οι ως τώρα συζητήσεις και δίνεται ιδιαίτερη έμφαση σε εκείνο το κομμάτι τού πληθυσμού, που βιοποριζόταν στο περιθώριο των μεγάλων σχηματισμών, σε αυτό, που εκφεύγει από τις καταγραφές και τις στατιστικές. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις πολιτισμικές συγκρούσεις μεταξύ ντόπιων και προσφύγων και στη δημιουργία ταυτοτήτων και στερεοτύπων. Παρά την ποικιλομορφία και τη διαφορετικότητα τού προσφυγικού πληθυσμού, δημιουργήθηκε με επιμονή μια προσφυγική ταυτότητα και μνήμη.

Το πέμπτο κεφάλαιο, γραμμένο από την Αθανασία-Μαρίνα Τσέτλακα, αφορά τους πρόσφυγες, που τράβηξαν προς την αντίθετη κατεύθυνση, τους ελληνόφωνους μουσουλμάνους: Τουρκοκρητικοί, τουρκογιαννιώτες τής Ηπείρου, αλβανόφωνοι και οι σλαβόφωνοι μουσουλμάνοι, βλαχόφωνοι καρατζοβαλήδες τής Μακεδονίας και άλλες ομάδες. Και αυτοί αναγκάστηκαν να αλλάξουν ταυτότητα περνώντας τα σύνορα. Το κεφάλαιο αυτό επισημαίνει τη βαθιά ειρωνεία τής ιστορίας, που υπήρξε στις ανταλλαγές αυτές: Ενώ βασική επιδίωξη των κεμαλιστών ήταν η οικοδόμηση ενός κοσμικού-δημοκρατικού έθνους-κράτους, οι ανταλλαγές πληθυσμών έγιναν με κριτήριο τη θρησκεία, η οποία όμως, όταν έφτασαν οι πρόσφυγες στην Τουρκία, απωθήθηκε. Ο μπεκτασισμός μάλιστα, στον οποίο ανήκαν οι περισσότεροι πρόσφυγες, τέθηκε υπό απαγόρευση. Η ιδεολογική πίεση τής νεοσύστατης δημοκρατίας κατέστησε δυσκολότερη την έκφραση τού πόνου και τής τραυματικής εμπειρίας τού ξεριζωμού τους. Σε αντίθεση με τους πρόσφυγες, που κατέφυγαν στην Ελλάδα, η μνήμη των προσφύγων, που κατέφυγαν στην Τουρκία τέθηκε σε αναστολή, και μόλις τα τελευταία χρόνια ανακτάται και η ιστορία τους κυριολεκτικά ξεθάβεται. Ωστόσο, παρά τα ιδεολογικά επιστρώματα, κάτι φαίνεται πως υπάρχει ακόμη στις συλλογικές συμπεριφορές, που διαφοροποιεί αυτούς τους πληθυσμούς ανάμεσα στους τωρινούς τους συμπατριώτες.

Τέλος, το επιλογικό κεφάλαιο, γραμμένο από τον Χάρη Εξερτζόγλου, αφορά τις μορφές και τη διαδικασία μέσα από τις οποίες διαμορφώθηκε η μνήμη των προσφύγων στο δημόσιο χώρο. Αναφέρεται στις πρώτες πρώτες προσπάθειες καταγραφής μαρτυριών και συλλογής λαογραφικού υλικού κατά τη δεκαετία τού '30, στην ίδρυση τού Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών το 1948, στη δημιουργία προσφυγικών εφημερίδων και περιοδικών, που ενοποίησαν την προσφυγική μνήμη, στο ρόλο των προσφυγικών σωματείων για την αναβίωση της, και επεκτείνεται έως τη συμβολική αναδόμηση τού προσφυγικού χώρου, μέσα από τις ονοματοθεσίες οικισμών, δήμων, δρόμων και πλατειών. Τέλος, παρακολουθεί και αναλύει την πορεία θεσμοθέτησης και πολιτικοποίησης τής προσφυγικής μνήμης από την πολιτεία και την Εκκλησία, την τοποθετεί στα ιστορικά και πολιτικά της συμφραζόμενα και αναλύει τα σημαινόμενα της. (Αντώνης Λιάκος. Επιλογή αποσπασμάτων από την εισαγωγή τού βιβλίου).



ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ