ΠΩΣ
ΕΙΔΑΝ ΟΙ ΞΕΝΟΙ
ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
ΤΟΥ ʼ21


Κυριάκος Σιμόπουλος (εκδ. Στάχυ)

 
Οι ξένοι, που κατέφθασαν στην Ελλάδα κατά την επανάσταση και αργότερα, ήταν πρώτα-πρώτα εθελοντές, οι λεγόμενοι φιλέλληνες. Απόστρατοι αξιωματικοί, φιλελεύθεροι ή καταδιωκόμενοι, αποτυχημένοι ή τυχοδιώκτες, που έτρεχαν όπου ακουγόταν τουφέκι -στη Νότια Αμερική ή στην Ισπανία, στην Ιταλία ή στην Ελλάδα- για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους κάτω από οποιαδήποτε σημαία, ακόμα και την ημισέληνο τού σουλτάνου Μαχμούτ ή τού Μεχμέτ Αλή τής Αιγύπτου, ελπίζοντας πολεμική δράση, που θα εξασφάλιζε γρήγορη σταδιοδρομία και πλούτο. 

Θερμοκέφαλοι ρομαντικοί, ενθουσιώδεις αρχαιολάτρες και όψιμοι σταυροφόροι. Απόκληροι και ξεπεσμένοι. Ακόμα και θανατοποινίτες. Έμποροι οπλών και πυρομαχικών και καιροσκόποι, που σχεδίαζαν να δημιουργήσουν στην Ελλάδα κερδοφόρες επιχειρήσεις. Τραπεζίτες ανυπόμονοι για αποδοτικές επενδύσεις. Άνεργοι, που ζητούσαν θέσεις, κοινωνικά κατακάθια, αγύρτες και απατεώνες. Ένας κόσμος περίεργων μεταναστών όλων των τάξεων, επαγγελμάτων και ιδεολογιών ταξίδευαν στην Ελλάδα, τη γη τής επαγγελίας, με τις μεγάλες ευκαιρίες και τον ανεκμετάλλευτο πλούτο.

Ανάμεσά τους και οι απεσταλμένοι των κυβερνήσεων και αργότερα των φιλελληνικών οργανώσεων, στρατιωτικοί και πολιτικοί, για επιτόπιες εξακριβώσεις και περίτεχνες παρεμβάσεις, που συχνά συνδυάζονταν με προσωπικά συμφέροντα και ατομικές φιλοδοξίες. Πράκτορες Μυστικών Υπηρεσιών για την οργάνωση κατασκοπευτικών δικτύων. Πληροφοριοδότες μεταμφιεσμένοι σε φιλέρευνους περιηγητές. Αληθινοί ή αυτοχρισμένοι λοχαγοί και ταγματάρχες ευρωπαϊκών στρατών με στολές δικών τους εμπνεύσεων και με παράσημα αυθεντικά ή ψεύτικα, δανεισμένα ή αγορασμένα, αυτοσχέδιοι κομήτες και βαρώνοι, ψευτοεφευρέτες οπλών μαζικής καταστροφής.

Θα παραμείνουν στην Ελλάδα άλλοι μερικούς μήνες άλλοι χρόνια. Πολλοί θα χάσουν τη ζωή τους. Ελάχιστοι σε μάχες. Οι περισσότεροι από τις αρρώστιες, τις κακουχίες, τις επιδημίες ή τις μονομαχίες. Κάμποσοι θα καταλήξουν στην Τουρκία ή την Αίγυπτο.

Πολλοί από τούς εθελοντές και τούς απεσταλμένους, γυρίζοντας στη γενέτειρά τους, δημοσίευαν τις εμπειρίες τους από την ελληνική περιπέτεια. Κείμενα κάθε λογής, απομνημονεύματα, αλληλογραφίες, ακόμα και ιστορίες τού ξεσηκωμού κατά την περίοδο τής παρουσίας τους στην εμπόλεμη χώρα. Μερικά απ΄ αυτά τα χρονικά τυπώνονταν και κυκλοφορούσαν με απίστευτη ταχύτητα. Ακόμα και μέσα στο 1821. Χαρακτηριστικό τού άπληστου ενδιαφέροντος τού αναγνωστικού κοινού για την επανάσταση.

Οι ίδιοι οι συγγραφείς τιτλοφορούν τα κείμενα τους «Ταξίδι», «Ημερολόγιο», «Αναμνήσεις», «Έκθεση», «Περιπέτεια», «Αφήγηση», «Σημειωματάριο», «Παρατηρήσεις», «Εικόνες», «Περιπλανήσεις», «Επιστολές», «Σχεδίασμα», «Ειδήσεις», «Απομνημονεύματα», «Διαμονή» κ.λπ..

   

Αυτά τα χρονικά αποτελούν θησαυρό ανεκτίμητο για την ιστοριογραφία τού Εικοσιένα. Γιατί έχουν τη γνησιότητα τής προσωπικής μαρτυρίας. Οι συγγραφείς τους, ανεξάρτητα από το χρόνο παραμονής στην Ελλάδα, το ρόλο τους, το είδος τής αποστολής, τις επιδιώξεις και τα αισθήματά τους απέναντι στην επανάσταση, υπήρξαν αυτόπτες και αυτήκοοι. Είδαν την Ελλάδα τού ξεσηκωμού, περιπλανήθηκαν σε στεριές και σε θάλασσες, οδοιπόρησαν σε πολιτείες και σε χωριά, πήραν μέρος σε πολιορκίες, μικρές ή μεγάλες πολεμικές συγκρούσεις, σε ναυμαχίες, γνώρισαν πρόσωπα και πράγματα εν πολέμω, σε ώρες θριάμβων και σε ώρες ολέθρου. Και αποκαλύπτουν με τις αφηγήσεις τους και τις πληροφορίες που παραθέτουν ένα άλλο Εικοσιένα. Φωτίζουν πτυχές άγνωστες ή αμφισβητούμενες, πλευρές σκοτεινές ή αποσιωπούμενες. Προσφέρουν νέα στοιχεία, συμπληρώνουν τα γνωστά, διευκρινίζουν, επιβεβαιώνουν ή ανατρέπουν παλαιά δεδομένα και βοηθούν για καλύτερες και εγκυρότερες αποτιμήσεις με τη διασταύρωση των ειδήσεων, τον κριτικό έλεγχο και τη συγκριτική αντιπαράθεση των τεκμηρίων.

Αλλά εκτός από τα ενθυμήματα των εθελοντών και των κάθε λογής απεσταλμένων υπάρχουν και οι αναφορές των ευρωπαίων πρεσβευτών στην Κωνσταντινούπολη προς τις κυβερνήσεις τους, τα ημερολόγια των προξένων στον ελληνικό χώρο και στην οθωμανική Ανατολή, οι εκθέσεις, που ο διοικητής κάθε ευρωπαϊκής πολεμικής μοίρας έστελνε στούς προϊσταμένους του, καθώς αρμένιζε στις ελληνικές θάλασσες ανάμεσα στούς εμπολέμους, η αλληλογραφία των εμπορικών αντιπροσωπειών στα λιμάνια τού Αιγαίου, στην Πόλη και στη Μικρασία, τα πληροφοριακά δελτία των αγγλικών υπηρεσιών από τα Επτάνησα, οι ιδιωτικές επιστολές των ξένων από την Ελλάδα και οι ανταποκρίσεις, που δημοσιεύονταν στον ευρωπαϊκό Τύπο.

Όλο αυτό το πολυποίκιλο και σχεδόν λησμονημένο ξενόγλωσσο υλικό είναι μια από τις σημαντικότερες πηγές τής ιστορίας τού Εικοσιένα. Συμπληρώνει τις τρεις βασικές ελληνικές ομάδες πληροφοριών για την Επανάσταση. Τα Απομνημονεύματα των αγωνιστών, πρώτα-πρώτα, που αποτελούν προσωπικές μαρτυρίες (Μακρυγιάννης, Κολοκοτρώνης, Κασομούλης, Φωτάκος κ.ά.). Τα ιστορικά, έπειτα, έργα συγχρόνων πολιτικών και στρατιωτικών, που αναμίχθηκαν λίγο πολύ στον Αγώνα και επιχειρούν μια καθολική εξεικόνιση των γεγονότων τού ξεσηκωμού, συμπληρώνοντας τις δικές τους άμεσες εμπειρίες με αφηγήσεις αγωνιστών, με αρχειακά στοιχεία και στοματικές παραδόσεις (Φιλήμων, Σπηλιάδης κ.ά.). Στις δύο αυτές κατηγορίες πρέπει να προσθέσουμε τα διάφορα κείμενα, που ήρθαν στη δημοσιότητα με σκοπό να ανασκευάσουν, να διαψεύσουν, να παρουσιάσουν νέες εκδοχές, να ασκήσουν πολεμική ή να υπερασπίσουν μια άποψη ατομικού ή γενικότερου ενδιαφέροντος. Και τέλος, τα μεταγενέστερα συνθετικά έργα, τις γενικές ιστορίες, από τα μέσα τού 19ου αιώνα ως τις μέρες μας.

Ο Διον. Σουρμελής, εξιστορώντας τις δύο πρώτες πολιορκίες των Τούρκων στην Ακρόπολη, θεωρεί περιττό να καταγράψει τις ονειδιστικές λογομονομαχίες ανάμεσα στούς αντιπάλους. «Παρατρέχω τας καθημερινάς συνδιαλέξεις γενομένας εκατέρωθεν μετά λοιδοριών καί ύβρεων...». (Ιστορία των Αθηνών κατά τον υπέρ ελευθερίας Αγώνα αρχομένη από τής Επαναστάσεως μέχρι τής αποκαταστάσεως των πραγμάτων,Αθήνα, 1853, σελ. 32).

Αλλά αυτοί ακριβώς οι διαξιφισμοί, εκφράζουν περισσότερο από τη γενναιότητα, τη λαϊκή ψυχή, τη θυμοσοφία και το ήθος των αγωνιστών. Ο καθημερινός λόγος, που ανεκδοτολογικά καταγράφεται από τούς ξένους -παρά τούς γλωσσικούς φραγμούς- είναι πολύτιμες ψηφίδες στην προσπάθεια για την ανασύνθεση τoύ έπους.

Ο πολεμικός και ειρηνικός βίος στην Ελλάδα τού Εικοσιένα και όσα παραλείπουν οι έλληνες στα ενθυμήματά τους είναι για τούς ξένους εθελοντές φαινόμενα άγνωστα και εξωτικά, ερεθίζουν την περιέργεια. Γι΄ αυτό καταγράφονται με ενδιαφέρον. Όσοι πάλι είναι προικισμένοι με καλλιτεχνικό τάλαντο, σχεδιάζουν πρόσωπα τού Αγώνα και σκηνές τής καθημερινής ζωής.

Τα ενθυμήματά τους συγκλίνουν πάντοτε στο προσωπικό οπτικό πεδίο, στα αναρίθμητα μικροπεριστατικά, που εκφράζουν γνησιότερα μια εποχή. Είναι μια σειρά από ζωντανές εντυπώσεις, συγκομιδή πολύχρωμη και πολυφωνική από παρατηρήσεις όχι πρωθύστερες άλλα θεμελιωμένες στα δεδομένα τής στιγμής. Εδώ και τα ασήμαντα και τα δευτερεύοντα είναι ανεκτίμητα. Και όλα μαζί, γεγονότα και πρόσωπα, απροσδόκητες εικόνες, ανέκδοτα και διάλογοι, η μικρολεπτομέρεια ακόμα, δίνουν τον παλμό τού Αγώνα, μια επιβλητική τοιχογραφία τού Εικοσιένα με τις επικές σκηνές και τη μεγαλωσύνη, αλλά και τις καταπτώσεις και τις αθλιότητες, που συνοδεύουν κάθε λαϊκό ξεσηκωμό. (Αποσπάσματα από την εισαγωγή τής σειράς).

Η σειρά αποτελείται από τούς εξής πέντε τόμους:

α.  1821-1822 (σελ. 560).

β.  1822-1823 (σελ. 552).

γ.  1823-1824 (σελ. 544).

δ.  1824-1826 (σελ. 536).

ε.  1826-1829 (σελ. 624).



ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ


1 ΣΧΟΛΙΑ

  • Ανώνυμος 39432

    3 Αυγ 2016

    https://www.youtube.com/watch?v=Ba8Un1NzZbs