ΞΕΝΟΙ
ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ
ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

4ος - 19ος αι. μ.Χ.


Κυριάκος Σιμόπουλος (έκδ. Στάχυ)


- Μέσα στο χρυσό κουτί στο ναό τού Ιωάννη τού Βαπτιστή ήταν το «ψωμίον», που «ενέβαψε» ο Χριστός «εις το τριβλίον» και έδωσε στον Ιούδα κατά το Μυστικό Δείπνο -σημάδι, ότι αυτός θα τον προδώσει. Ήταν το κομμάτι τής μπουκιάς, που ο Ιούδας δεν μπόρεσε να καταπιεί. Το είχαν τυλίξει σε ένα κομμάτι κόκκινο πανί και το είχαν σφραγίσει με δύο βούλες από κόκκινο βουλοκέρι. Αυτό το «ψωμίον» είχε τρία δάκτυλα πάχος. Ruy Gonzales de Clavijo, Iσπανός, 1403.

- Οι Δελφοί ονομάζονται Καστρί από το μωρό όχλο, που δεν γνωρίζει τα χώματα, που πατάει. Καλαβρός Κυριακός ο Αγκωνίτης, 1436.

- Στις υπόγειες σπηλαιοθερμοπηγές τής Μήλου οι άντρες τού νησιού βρίσκουν ανακούφιση από τα αφροδίσια «που τόσο συχνά τούς μεταδίδουν οι γυναίκες τους». De Mirone, Βέλγος, 1720.

- Στην Κέρκυρα οι κάτοικοι έχουν αδυναμία στο παιχνίδι, στη θάλασσα, στο γύμνασμα και στις γυναίκες. Το νησί Isola di Compare (Ιθάκη) είναι ολότελα έρημο. Δεν υπάρχει ούτε δρόμος ούτε μονοπάτι. Μονάχα βάτα, αγκαθιές και θάμνοι πυκνοί. Charles de Saint Maure, Γάλλος, 1721.

- Ο πληθυσμός τής Θεσσαλονίκης είναι έλληνες, γάλλοι, τούρκοι και εβραίοι. Πυκνοκατοικημένη πολιτεία με κυρίαρχο στοιχείο το εβραϊκό. Λειτουργούν εξήντα εβραϊκά σχολεία. Οι εβραίοι τής Θεσσαλονίκης είναι πολύ πλούσιοι και όλες οι αγορές, οι ανταλλαγές και το χρήμα περνούν από τα χέρια τους. Όλοι, εκτός από τούς φτωχούς φορούν ένα μαύρο μακρύ ράσο και στο κεφάλι, σύμφωνα με το νόμο, σκούφια κόκκινη. Μιλούν ισπανικά. Οι γλώσσες, που μιλούν πολύ στη Θεσσαλονίκη είναι η ιταλική, γαλλική, ισπανική, τα βλάχικα, ρώσικα, λαντίνο (κράμα εβραϊκών και λατινικών), αρναούτικα (αλβανικά) βουλγάρικα κ.ά.. Βασίλη Γρηγόροβιτς Μπάρσκυ, Ρώσος, 1726.

- Το Συρράκο είναι από τα μεγαλύτερα βλαχοχώρια κοντά στα Γιάννενα. Ο συνολικός αριθμός των βλαχοχωριών στα βουνά τής Ηπείρου, Θεσσαλίας και Μακεδονίας είναι περίπου 500. Το μεγαλύτερο βλαχοχώρι είναι το Βλαχολίβαδο, κοντά στην Ελλασόνα κι ακολουθεί το Μέτσοβο. Σε αυτά τα βλαχοχώρια υφαίνονται οι περίφημες μάλλινες κάπες, περιζήτητες στην Ιταλία και την Ισπανία. Οι βλάχοι επιδίδονται με επιτυχία και στο εμπόριο. Μοιράζονται με τούς έλληνες το εμπόριο των αποικιακών προϊόντων ανάμεσα σε Ισπανία, Μάλτα και Τουρκία. William Martin Leake, Άγγλος, 1805.

- Οι μωραΐτες, κυρίως οι προνομιούχες τάξεις, δεν έχουν καλή ιδέα για τούς υδραίους. Μιλούν γι΄ αυτούς με καταφρόνηση, τούς θεωρούν χοντράνθρωπους, απελέκητους αρβανίτες, καλούς ναυτικούς και πανέξυπνους εμπόρους, που ξοδεύουν το χρήμα τους κτίζοντας και μπεκροπίνοντας στη νησί και καυγαδίζοντας αδιάκοπα μεταξύ τους. William Martin Leake, Άγγλος, 1806.

- Η Πρέβεζα είναι μια πόλη με 3.000 κατοίκους. Οι μισοί από αυτούς είναι τουρκαλβανοί. Ξεχωρίζεις αμέσως τούς τούρκους από τούς αλβανούς από την ενδυμασία, τη γλώσσα, τη συμπεριφορά. John Cam Hobhouse, συνοδοιπόρος τού Βyron, 1810.

- Οι παπάδες προέρχονται από τις κατώτερες κοινωνικές τάξεις και είναι συνήθως αμόρφωτοι. Οι περισσότεροι καταπολέμησαν με φανατισμό την προσπάθεια εισαγωγής στην Κεφαλονιά τής πατατοκαλλιέργειας. Έλεγαν στούς χωριάτες, ότι η πατάτα ήταν το μήλο, που πρόσφερε ο όφις στην Εύα με αποτέλεσμα να διωχθούν οι πρωτόπλαστοι από τον Παράδεισο. Henry Holland, Άγγλος, 1812.

- Ο αγροτικός πληθυσμός τής Κορινθίας είναι αρβανίτες, αρναούτηδες, όπως τούς λένε. Φορούν πουκαμίσα από χοντρό βαμβακερό, που φτάνει ως τα γόνατα και στη μέση πλατύ πέτσινο ζωνάρι, όπου τοποθετούν το πουγγί τους και το μαχαίρι τους. Από κάτω βρακί, ως τα σφυρά σχεδόν και τσαρούχια από γιδοτόμαρο, που σφίγγει με δερμάτινα κορδόνια. Κεφάλι ξυρισμένο, φέσι κόκκινο και σαρίκι. Peter Edmud Laurent, Άγγλος, 1818.

Το εξερευνητικό πάθος τού ανθρώπου των Μέσων Χρόνων, που εγκατέλειψε την ειρηνική ζωή και ρίχτηκε σε επικίνδυνες περιπέτειες για την αναζήτηση νέων τόπων και νέων γνώσεων ή για την επαφή του με άγνωστους λαούς, είναι αυτό, που έδωσε το υλικό για την υπό κρίση τετραλογία τού Κυριάκου Σιμόπουλου με τίτλο «Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα», η οποία καλύπτει τη χρονική περίοδο 333 μ.Χ. - 1821.

Χιλιάδες από τούς ταξιδιώτες, που περιπλανήθηκαν στον ελλαδικό χώρο κατά τούς μεταχριστιανικούς αιώνες, άφησαν χρονικά, γραπτές εντυπώσεις με πληροφορίες και παρατηρήσεις. Κι είναι τα κείμενά τους ακατέργαστη πρώτη ύλη με πολύτιμα ψήγματα ιστορίας, νήματα ζωής για την αποκατάσταση τής αλήθειας, για τη συμπλήρωση τού έργου των ιστορικών και την επανόρθωση των σφαλμάτων. Οι αφηγήσεις τους αποκαλύπτουν άγνωστες πτυχές τού βυζαντινού βίου και κυρίως τής Τουρκοκρατίας.

Η αφήγηση ενός προσκυνητή των αγίων τόπων κατά το Μεσαίωνα έχει, πολλές φορές, μεγαλύτερη αξία από το έργο τού βυζαντινού χρονογράφου, που ιστορεί γεγονότα από απόσταση, «κατ΄ επιταγήν», με πηγές αμφισβητήσιμες και επηρεασμένος από κάθε λογής σκοπιμότητες. Αποτελεί αυθεντικότερη μαρτυρία. Το προσωπικό απομνημόνευμα ιστορεί πραγματικά περιστατικά, είναι εξομολόγηση, αποκαλύπτει με τον αυθορμητισμό του τον ίδιο τον άνθρωπο, τις σκέψεις, τα βιώματα και τις αντιδράσεις του.

Τι λογής άνθρωποι είναι αυτοί οι ευρωπαίοι, που ταξιδεύουν κατά το Μεσαίωνα και την Τουρκοκρατία σε στεριές και θάλασσες;

  

Είναι προσκυνητές των αγίων τόπων, κυνηγοί αγίων λειψάνων και θρησκευτικών κειμηλίων, έμποροι που ταξιδεύουν στην Ανατολή, σταυροφόροι, διπλωματικοί εκπρόσωποι των ευρωπαϊκών δυνάμεων, έκτακτοι απεσταλμένοι ηγεμόνων, κατάσκοποι, τυχοδιώκτες, αρχαιολόγοι και αρχαιοκάπηλοι, επιστήμονες (γεωγράφοι, γιατροί, βοτανολόγοι κ.ά.), καλλιτέχνες, ιεραπόστολοι, καραβοκύρηδες, θησαυροθήρες, κουρσάροι, γλεντοκόποι και περίεργοι τής εποχής, εξόριστοι ή φυγάδες, απογοητευμένοι τής καρδιάς και τής πολιτικής, μεγιστάνες, επίσκοποι, καλόγεροι και ταπεινοί λαϊκοί άνθρωποι, νέοι και πρεσβύτες, άντρες και γυναίκες.

Ο μεγαλύτερος όγκος των περιηγητικών κειμένων ανήκει στούς αιώνες που ακολούθησαν την άλωση τής Κωνσταντινούπολης. Είναι χρονικά με πληροφορίες γεωγραφικές, εθνογραφικές, τοπογραφικές, ιστορικές, αρχαιολογικές, λαογραφικές, φυσιογνωστικές. Με στοιχεία για το χώρο και τούς ανθρώπους, για τη σύνθεση τού πληθυσμού, την υγεία των κατοίκων, την οικονομική ζωή, τα εκκλησιαστικά πράγματα, για ναούς και μοναστήρια, για τη διοίκηση, το εμπόριο και τη βιοτεχνία, τις αγροτικές καλλιέργειες, για τούς φόρους, την πειρατεία, τα βάσανα των λαών, για τις λαϊκές συνήθειες, την ενδυμασία, τούς χορούς, τα τραγούδια, τις παραδόσεις, τούς θρύλους και τις δεισιδαιμονίες.

Μερικοί ταξιδιώτες καταγράφουν τις εντυπώσεις τους υπό μορφή σημειώσεων, άλλοι υπό μορφή επιστολών, ακόμα και σε στίχους. Ορισμένοι ενδιαφέρονται για το εμπόριο, άλλοι για τα θρησκευτικά ζητήματα ή τις αρχαιότητες. Υπάρχουν ταξιδιώτες, που αναφέρουν μονάχα τούς τόπους που πέρασαν και τις αποστάσεις. Άλλοι περιγράφουν μόνο το ταξίδι, τι αέρας φυσάει, τις φουρτούνες και τις μπουνάτσες. Μερικοί σημειώνουν μονάχα τα καραβανσεράγια τής οδοιπορίας, πού βρήκαν καλό κρασί και καλά τραπεζώματα, καταγράφουν τα έξοδά τους και τις τιμές. Άλλοι γράφουν οι ίδιοι τα οδοιπορικά τους κι άλλοι χρησιμοποιούν γραμματικούς.

Ως τον 16ο αιώνα τα περιηγητικά κείμενα είναι ανιαρά και απλοϊκά, δεν έχουν αφηγηματική ποικιλία και χάρη. Ύστερα, σιγά - σιγά, αποκτούν ποιότητα λόγου και ύφους. Δημοσιεύονται χυμώδεις αφηγήσεις, περιγραφές διεξοδικές χωρών, πραγμάτων και προσώπων με προσωπικές παρατηρήσεις και κρίσεις. Επιχειρείται ακόμα μια ανατομία των φαινομένων.

Τα περισσότερα μεσαιωνικά ταξιδιωτικά χρονικά είναι γραμμένα σε λατινική γλώσσα ανάμικτη με λέξεις και φράσεις τής μητρικής γλώσσας τού συγγραφέα ή δανεισμένες από τις χώρες που γνώρισε. Ωστόσο, κατά την Αναγέννηση, οι κάθε λογής ταξιδιώτες καταγράφουν τις εντυπώσεις τους καθένας στην εθνική του γλώσσα (γαλλική, ιταλική, γερμανική, αγγλική, ισπανική, σκανδιναβική, ρωσική και τουρκική), αλλά στην αρχαιότροπη φόρμα της. Γι΄ αυτό ακριβώς τα παλαιότερα κείμενα παρουσιάζουν δυσκολίες στην «αποκρυπτογράφησή» τους, επειδή κατά το χρόνο τής συγγραφής δεν είχε ακόμα διαμορφωθεί το εθνικό γλωσσικό όργανο.

Είναι πολύτιμες πηγές τα χρονικά των ξένων, που ταξίδεψαν στον ελληνικο χώρο κατά τη βυζαντινή περίοδο και την Τουρκοκρατία. Πολύτιμες, αλλά και επικίνδυνες.

Όλοι γράφουν για ό,τι είδαν άλλα και για ό,τι δεν είδαν. Πολλοί αντιγράφουν τα βιβλία των παλαιότερων περιηγητών -η λογοκλοπή αποτελούσε συνηθισμένο φαινόμενο και θεμιτή πράξη- παραγεμίζουν τις αφηγήσεις τους με ανακριβή στοιχεία, που αντλούν από ύποπτες πηγές. Υπάρχουν μεσαιωνικοί συγγραφείς ταξιδιωτικών εντυπώσεων, που δεν μετακινήθηκαν διόλου από την πατρίδα τους. Λεηλατούν άλλους συγγραφείς, επιδίδονται σε συρραφές κείμενων και αναπροσαρμογές ή διηγούνται φανταστικές ιστορίες.

Ο ερευνητής πρέπει να επισημάνει τούς τερατολόγους και αναξιόπιστους, να ξεχωρίσει με τη συγκριτική μελέτη τα ύποπτα κείμενα και να διατήρησει το υλικό, που ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα.

Για τη συγκέντρωση των στοιχείων τής τετραλογίας αυτής τού Κυριάκου Σιμόπουλου ερευνήθηκαν χιλιάδες τόμοι περιηγητικών χρονικών, ιστορικών μονογραφιών και αλλων βοηθητικών πηγών. Χρειάστηκαν χρόνια για την επισήμανση, την αξιολόγηση και την κατάταξη αυτού τον πολυποίκιλου, ετερογενούς, πολυφωνικού και άνισου σε ποιότητα και αξιοπιστία υλικού.

Τα αποσπάσματα που παρουσιάζονται μεταγλωττισμένα αναφέρονται αποκλειστικά στο ανθρώπινο στοιχείο: στα προβλήματα και στις περιπέτειες των λαών των βυζαντινών χρόνων και τής Τουρκοκρατίας, στην καθημερινή ζωή και στον δημόσιο βίο, στην οικονομία των διαφόρων τόπων, στις κοινωνικές σχέσεις, στα ήθη και έθιμα.

Οι τέσσερις τόμοι καλύπτουν τις χρονικές περιόδους:

  α. Τόμος Α΄, 333 μ.Χ. - 1700 (768 σελ.).

  β. Τόμος Β΄, 1700 - 1800 (842 σελ.).

  γ. Τόμος Γ1΄, 1800 - 1810 (584 σελ.).

  δ. Τόμος Γ2΄, 1810 - 1821 (664 σελ.).

Οι ξένοι, που ταξίδεψαν στην Ελλάδα κατά τούς μεσαιωνικούς και νεότερους χρόνους κι άφησαν γραπτές εντυπώσεις, υπολογίζονται σε χιλιάδες. Τα περισσότερα απ΄ αυτά τα κείμενα έχουν επισημανθεί και καταγραφεί από τούς ερευνητές, αλλά το υλικό δεν έχει ακόμα εξαντληθεί. Βιβλία και χειρόγραφα ανακαλύπτονται συνεχώς σε βιβλιοθήκες και ιδιωτικές συλλογές ή σε δυσεύρετα ξένα έντυπα.


ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ


1 ΣΧΟΛΙΑ

  • Ανώνυμος 40683

    23 Ιαν 2017

    Ο Κυριάκος Σιμόπουλος για όσους τον γνώρισαν ήταν τουλάχιστον 100 χρόνια από την εποχή του.
    kimon