Αφιέρωμα
της «Ελεύθερης Έρευνας»
στο '21

 

 
«Ο κύριος Κωνσταντίνος Σάθας,
έν τινι αξιολόγω πονηματίω επιγραφομένω: "Η κατά τον ιζ΄αιώνα επανάστασις της ελληνικής φυλής" διατείνεται εν σελ. 14, ότι το γνωστόν Καρυοφύλλι ονομάσθη ούτω από του εν Βενετία οπλοποιού Carlo figlio (Καρόλου υιού). Περίεργος μα την αλήθειαν η ανακάλυψις, αλλ’ ουδόλως ευάρεστος.

»Τολμώ μάλιστα, να είπω προς τον φίλον, ότι απαγορεύεται οιωδήποτε η δια τοιούτων ερευνών καταστροφή των θελκτικών μύθων, δι’ ων ετράφημεν...»


Αριστοτέλης Βαλαωρίτης,
Αθανάσιος Διάκος.
Αστραπόγιαννος, Αθήνα, 1867, 64-66.



 




Βλάχοι,
αρβανίτες, ανατολίτες,
βορειο-
αφρικανοί κ.ά.

Οι σημερινοί χριστιανοί κάτοικοι του ελλαδικού χώρου, που μιλούν ρωμέικα (τα λένε ελληνικά) δεν είναι φυλετικοί απόγονοι ή πνευματικοί κληρονόμοι των αρχαίων ελλήνων, των αθηναίων, της δημοκρατίας, των φιλοσόφων κ.λπ..

Είναι επήλυδες, βαλκάνιοι, ανατολίτες, βορειοαφρικανοί και όχι μόνον, ορθόδοξοι, με έντονη ανάμειξη της οθωμανικής κουλτούρας.

Έμαθαν να επιβιώνουν σε αυτοκρατορίες δεσποτικές (βυζάντιο, οθωμανική περίοδο) αναπτύσσοντας την υποκρισία, την κουτοπονηριά και πολλά άλλα ελαττώματα με σκέψη εντελώς διαφορετική από αυτή του δυτικού κόσμου...



 



Τα πραγματικά αίτια
και οι βαρβαρότητες
της εκστρατείας
του Μεγάλου Αλεξάνδρου

 

 
Ο Μ. Αλέξανδρος διέλυσε την αυτοκρατορία του Κύρου, αλλά συγχρόνως αφάνισε και τις ελληνικές πόλεις-κράτη. Λεηλάτησε τους θησαυρούς της Ασίας και τυράννησε τους λαούς περισσότερο από τη δυναστεία των Αχαιμενιδών.

Αυτός άλλωστε ήταν ο πρωταρχικός σκοπός της εκστρατείας. Η λαφυραγωγία. Απαραίτητη για την ισχύ και τον τρυφηλό βίο του βασιλικού οίκου και τον πλουτισμό των ευνοουμένων του...


 



Η θρησκευτική
πίστη
δεν αποτελεί προϋπόθεση
για την υγιή ευημερία
των κοινωνιών


Yπάρχει μια κοινή πεποίθηση, την οποία μοιράζονται οι οπαδοί των διαφόρων θρησκειών, ότι η λατρεία του Θεού και η υπακοή στα κελεύσματα της θρησκείας θεωρούνται ουσιώδη για μια υγιή και ειρηνική κοινωνία, ενώ όταν ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων μιας κοινωνίας απορρίψει το Θεό, τότε θα επέλθει η αποσύνθεσή της.

Σε περίπτωση, που η θρησκευτική αυτή θεωρία, του ότι η τυχόν απομάκρυνση από το Θεό είναι η αιτία για όλα τα κακά της κοινωνίας είναι σωστή, τότε θα έπρεπε να αναμένουμε τα περισσότερο θρησκευόμενα έθνη στη Γη να είναι οι προμαχώνες του εγκλήματος, της φτώχειας και των ασθενειών και τα πρότυπα των υγιών κοινωνιών. Η σύγκριση των άθρησκων εθνών όμως, με τα περισσότερο θρήσκα αποκαλύπτει μια πολύ διαφορετική κατάσταση...



 



Η λέξη καρκίνος στις μέρες μας έχει αποκτήσει τεράστια δύναμη. Μόνο το άκουσμά της αρκεί για να σπείρει τον τρόμο και τον πανικό.

Φανταστείτε αν ο γιατρός σας μετά από κάποια εξέταση, σας ανακοίνωνε, ότι έχετε καρκίνο. Στην κυριολεξία θα άνοιγε η γη να σας καταπιεί, θα παραλύατε από τον φόβο σας και θα πιστεύατε, ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα θα πεθαίνατε.

Θα δεχόσασταν ό,τι θα σας έλεγαν οι «ειδικοί», νοιώθοντας αδαής και άσχετος για την ίδια σας την ασθένεια. Δεν θα είχατε καμία άποψη για την πορεία και την εξέλιξη της ασθένειάς σας, καμία επιλογή για το τι αγωγή θα λαμβάνατε, για το αν θα κάνατε χημειοθεραπεία ή όχι, για το αν θα σας χειρουργούσαν, αν θα ακρωτηρίαζαν κάποιο πάσχον μέλος σας. Όλα αυτά θα τα αποφάσιζαν οι γιατροί σας ακολουθώντας το «πρωτόκολλο του καρκίνου» χωρίς να σας ρωτήσουν, απλά θα σας τα ανακοίνωναν!

Θα ξυπνάγατε απ΄το χειρουργείο και θα σας έλειπε το στήθος σας, το νεφρό σας, ο μισός πνεύμονάς σας, ή κάποιο άλλο όργανό σας και δεν θα μπορούσατε παρά να συναινέσετε με την αφαίρεση αυτή. Θα ακολουθούσαν ατελείωτες χημειοθεραπείες και ακτινοβολίες, επειδή «έτσι θα έπρεπε». Θα έπεφταν οι τρίχες του σώματός σας, τα νύχια σας και θα είχατε τεράστιες επιπλοκές και παρενέργειες. Εσείς, απλά θα δείχνατε την απόλυτη εμπιστοσύνη στις γνώσεις και στις μεθοδολογίες της συμβατικής Ιατρικής σιωπηλά και στωικά χωρίς άποψη και δυνατότητα επιλογής, αφού σας έχουν ήδη πείσει μέσω της πληροφόρησης, που έχετε λάβει από τα Μ.Μ.Ε. και τους γιατρούς σας, ότι αυτοί και μόνον αυτοί μπορούν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τον καρκίνο…

Είναι όμως, αυτή η πραγματικότητα;



 





«(Ο έρωτας μεταξύ άνδρα και γυ-
ναίκας) είναι παλλαϊκός...
αυτός ακριβώς χαρακτηρίζει τους
ανθρώπους, τους χωρίς ιδιαίτερη
ανάπτυξη...


»(Αφορά) μάλλον στην απόλαυση
των σωμάτων, παρά των ψυχών.
Και μάλιστα (εκείνες τις γυναίκες
και τα νεαρά παιδιά), που δια-
κρίνονται για υπερβολική βλακεία...

»Δείτε, αντιθέτως, την Ουράνια Α-
φροδίτη, που δεν προέκυψε από
την συμμετοχή άρρενος και θήλεος,
αλλά μόνον εκ του άρρενος...
πώς στερείται παραφοράς...

»Έτσι, όσοι εμπνέονται από το
αρσενικό φύλο, ερωτεύονται το
φύλο, το οποίο εκ φύσεως έχει
μεγαλύτερη ρώμη και περισσό-
τερη ευφυία
».

Πλάτωνα, «Συμπόσιο», 181b-c



 



Πατριωτισμός, εθνικά οράματα,
μεγαλοϊδεατισμοί κ.λπ. κ.λπ.
στα διάφορα έθνη-κράτη


Ο τρόπος, με τον οποίο συγκροτή-
θηκαν ιστορικά τα έθνη, έπλασε εθνικές ιδέες, που έχουν σε κάθε κράτος συνθέσει μια εθνική ιστορία δεδομένη και μοναδική. Η ιστορία αυτή προάγει τις ομοιότητες στο εσωτερικό και τις διαφορές στο εξωτερικό, ενώ αποδίδει σε κάθε έθνος δίκαια, τα οποία δεν αναγνωρίζει στους «άλλους». Συγκροτεί έτσι, μια κλειστή και γραμμική ιστορική αφήγηση, που περιστρέφεται γύρω από το ένδοξο παρελθόν κάθε μοναδικής και ιδιαίτερης εθνικής ομάδας, την οποία περιγράφει σαν ομοιογενή και αναλλοίωτη ουσία.

Σε κάθε κράτος οι έννοιες έθνος, πατρίδα και πατριωτισμός έχουν φορτιστεί μέσα στην ιστορική διαδρομή με τόσο γιγάντιο ηθικό βάρος, που έχουν γίνει αξίες μεγάλης και αδιαπραγμάτευτης ιδεολογικής σημασίας. Έτσι, στα σχολεία όλων σχεδόν των χωρών...



 



Από τον
«νεοελληνικό διαφωτισμό»
βλάστησαν ελληνοχριστιανισμός,
εθνικισμός και μεγαλοϊδεατισμός

Αδ. Κοραής:
Ο πραγματικός πατέρας
της ιδεολογικής μας σχιζοφρένειας


Μερικές δεκαετίες πριν από το '21, ο Αδαμάντιος Κοραής ξέθαψε αυθαίρετα και επέβαλε σιγά-σιγά την ξεχασμένη για αιώνες λέξη «έλληνας» χωρίς να απορρίψει βέβαια, το χριστιανισμό. Είχε την πεποίθηση, ότι έτσι θα μας έφερνε πιο γρήγορα κοντά στα κείμενα των αρχαίων ελλήνων και θα γινόταν μια ταύτιση, συγκλονιστική για τον μέσο κάτοικο του ελλαδικού χώρου (αρβανίτη, βλάχο, βορειοαφρικανό, ανατολίτη κ.λπ.), ότι είναι δήθεν απόγονος αυτού, που έφτιαξε τον Παρθενώνα και όλα τα λαμπρά μνημεία.

Η ιδέα έπιασε γρήγορα. Από τότε, όλο και περισσότεροι ρωμιοί άρχισαν να συνδέουν τους εαυτούς τους με κάποιο φανταστικό παρελθόν και να ανακαλύπτουν τους «αρχαίους προγόνους». Κολακεύονταν να έχουν την ψευδαίσθηση, πως ήταν τάχα απόγονοι των αρχαίων ελλήνων.

Η περίοδος του '21 επομένως, αποτελεί ένα σημαντικό ορόσημο. Όχι βέβαια, επειδή έγινε κάποια δήθεν «ελληνική επανάσταση» -πλιάτσικο χριστιανικών συμμοριών, αρβανιτών στην πλειοψηφία τους, ήταν στην πραγματικότητα εξάλλου, όπως έχουμε δείξει στο Αφιέρωμα 1821: Η αποστασία των ρωμιών-, αλλά γιατί κατά τη σύντομη εκείνη περίοδο, οι ρωμιοί υπήκοοι της οθωμανικής αυτοκρατορίας με την καθοδήγηση του Κοραή και των άλλων εκπροσώπων του λεγόμενου «νεοελληνικού διαφωτισμού» μεταλλάχτηκαν σε «έλληνες»...

 



 


      

Read articles in English


ΓΙΑΝΝΗ ΛΑΖΑΡΗ
 
ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ 1821
Η αποστασία των ρωμιών

Το ’21 δεν έγινε «για του Χριστού την πίστιν την αγίαν και
της πατρίδος την ελευθερίαν
». Δεν υπήρχαν ούτε εθνικά ού-
τε θρησκευτικά κίνητρα, όπως κατά κόρον προπαγανδίζεται
από τη δημιουργία του κράτους και εντεύθεν. Ούτε επίσης,
κοινωνικά/ταξικά, όπως υποστηρίχθηκε. Μοναδικός στόχος
των εξεγερμένων ήταν οι περιουσίες (χωράφια, χρυσαφικά
κ.λπ.) των μουσουλμανικών οικογενειών της Πελοποννήσου...

240 σελίδες.
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Δρόμων»
.

ΘΡΗΣΚΕΙΑ:
Ο ΦΤΩΧΟΣ ΣΥΓΓΕΝΗΣ
ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ


Πώς η τέχνη δημιουργεί, συντροφεύει,
αλλά τελικά... ενταφιάζει τη θρησκεία


Έγραψε στις 29.04.2009 ο/η: Stirner Max

Επιστροφή

    [ Πρόκειται για κείμενο με τίτλο «Τέχνη και Θρησκεία», ένα από τα αριστουργηματικά αθεϊστικά κείμενα όλων των εποχών. Συγγραφέας του ο Γερμανός αναρχικός Μαξ Στίρνερ (1806-1856), ένα από τα πιο σπινθηροβόλα και υποτιμημένα πνεύματα του 19ου αιώνα, ο οποίος μόλις τις τελευταίες δεκαετίες άρχισε να δικαιώνεται.]


 

     Από τη χρονική στιγμή που ο άνθρωπος υποψιάζεται, πως ενυπάρχει μια άλλη πλευρά του εαυτού του μέσα του και ότι δε βρίσκεται πλέον στην απλή φυσική του κατάσταση προχωρεί στο να διαχωρίσει τον εαυτό του σ’ αυτό που είναι και σ’ αυτό στο οποίο πρέπει να εξελιχθεί. Όπως ακριβώς ο έφηβος είναι το μέλλον του αγοριού, και ο ώριμος άνδρας το μέλλον του αθώου παιδιού, έτσι κι αυτή η άλλη πλευρά του είναι ο μελλοντικός άνθρωπος, που βρίσκεται στην άλλη πλευρά της παρούσας πραγματικότητας. Από την αυγή αυτής της υποψίας ο άνθρωπος αγωνίζεται και αδημονεί για τον Άλλο άνθρωπο του μέλλοντος, και δεν θα ησυχάσει μέχρι να ατενίσει τον εαυτό του με την μορφή του Άλλου, της άλλης πλευράς του.

    To πορτραίτο του Μάξ Στίρνερ  ζωγραφισμένο από τον Φρ. Έγκελς.

                                                                                  

     Αυτή η μορφή ταλαντεύεται μέσα του για πολύ καιρό: την ψηλαφίζει μονάχα σαν μια δέσμη φωτός στο εσώτερο σκοτάδι του, που εξαπλώνεται άν και δεν έχει ακόμα καθορισμένη μορφή ή περίγραμμα. Για μια μακρά περίοδο, μαζί με άλλους τυφλούς και βωβούς, που ψηλαφίζουν αυτό το σκοτάδι, η καλλιτεχνική διάνοια αναζητεί να εκφράσει τούτο το προαίσθημα. Αυτό που κανείς άλλος δεν καταφέρνει να κάνει, το πετυχαίνει, παρουσιάζοντας την ανυπομονησία, την αναζήτηση της μορφής, και ανιχνεύοντας το σχήμα του δημιουργεί έτσι το Ιδανικό.


     Τι είναι λοιπόν ο ολοκληρωμένος άνθρωπος, ο ιδεώδης χαρακτήρας από τον οποίο αυτό είναι ό,τι μπορεί να διακρίνει, αν όχι ο Ιδανικός άνθρωπος, το ανθρώπινο Ιδανικό; Ο καλλιτέχνης και μόνο, έχει επιτέλους ανακαλύψει τη σωστή λέξη, την ακριβή εικόνα, την ορθή έκφραση αυτής της παρουσίας, που αναζητούμε όλοι. Παρουσιάζει το προαίσθημα – είναι το Ιδανικό. Ναι! αυτό είναι! Ιδού το τέλειο σχήμα, η εμφάνιση, που τόσο περιμέναμε, τα καλά νέα, χαράς ευαγγέλια. Ο αγγελιαφόρος, που στείλαμε τόσο παλιά με την ερώτηση, της οποίας η απάντηση θα ικανοποιούσε τη δίψα του πνεύματός μας επέστρεψε! Λοιπόν ας χαιρετίσει ο κόσμος τη δημιουργία αυτής της διάνοιας και μετά ας υποκλιθεί μπροστά της – λατρευτικά. Ναι ω λατρεμένε! Οι μάζες των ανθρώπων προτιμούν να είναι διττές παρά μοναχικές, δυσανασχετούν, όταν βρίσκονται στη φυσική τους απομόνωση. Αποζητούν μια άλλη πνευματική ύπαρξη για δεύτερο εαυτό τους. Αυτός ο όχλος είναι ικανοποιημένος με το έργο της διάνοιας και ο διαχωρισμός είναι πλήρης.


     Για πρώτη φορά ο άνθρωπος αναπνέει άνετα, μιας και η ενδόμυχη σύγχυσή του λύθηκε και η ενοχλητική υποψία εγκαταλείφθηκε χάρη στην περιγραφή μιας αντιληπτής μορφής. Αυτός ο Άλλος είναι και δεν είναι ο άνθρωπος: είναι η άλλη του πλευρά προς την οποία όλες οι σκέψεις και τα συναισθήματά του κυλούν, αλλά χωρίς να την αγγίζουν πραγματικά. Είναι λοιπόν η άλλη πλευρά του ενσωματωμένη και αξεχώριστα ενωμένη με την παροντική ολότητα. Είναι ο κρυφός θεός αλλά είναι απλησίαστος. Κι αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να αντιληφθεί ούτε να κατανοήσει. Απλώνει τα χέρια του, αλλά δε φτάνει ποτέ τον Άλλο. Μα αν τον έφτανε πώς θα μπορούσε ο «Άλλος» να συνεχίσει να υπάρχει; Τι θα απέμενε απ’ αυτόν το διαχωρισμό με όλους τους πόνους και τις απολαύσεις του; Θα υπήρχε άραγε - και μπορούμε να είμαστε κατηγορηματικοί, αυτός λοιπόν ο διαχωρισμός, που ονομάζεται – θρησκεία;



     Οι πρωτόγονοι άνθρωποι ζωγράφιζαν συχνά στα τοιχώματα των σπηλαίων ό,τι αντιλαμβάνονταν ως Ιδανικό: δηλ. την ταχύτητα, την δύναμη, ή  την αντοχή, όπως αυτές ενσαρκώνονταν από διάφορα είδη του ζωικού βασιλείου, για τα οποία ένιωθαν εύλογο θαυμασμό. Εκεί βρίσκονται οι απαρχές της Τέχνης  και –αργότερα- τού φτωχού συγγενή της,  τής Θρησκείας. Αργότερα η Τέχνη ανέπτυξε πολύ πιο σύνθετους συμβολισμούς  τού Ιδανικού: ο Προυντόν επηρεασμένος από τον αριστοτελικό όρο «τέλος»  τήν όρισε ως «ιδεαλιστική απεικόνιση της Φύσης και του εαυτού μας με σκοπό την τελείωση του είδους μας». Αντίθετα η Θρησκεία παρέμεινε στάσιμη στους απλοϊκούς συμβολισμούς υπερφυσικά ισχυρών οντοτήτων (π.χ. «αθάνατων»), τα οποία ο άνθρωπος μέσα στην - διαιωνιζόμενη από την Θρησκεία- αδυναμία του οφείλει να «λατρεύει».



    Η Τέχνη γεννά διαχωρισμό, τοποθετώντας το Ιδανικό πέρα και ενάντια στον άνθρωπο. Αυτή όμως η άποψη, που διήρκεσε τόσο πολύ, ονομάζεται θρησκεία, και θα διαρκέσει μέχρι ένα μόνο απαιτητικό μάτι να σύρει το Ιδανικό πάλι μέσα και το κατασπαράξει. Συνεπώς, καθότι είναι μια άπ-όψη, απαραίτητο είναι ένα Αντικέιμενο. Ο άνθρωπος συσχετίζει μόνος του θρησκευτικά το Ιδανικό, που χάραξε η καλλιτεχνική δημιουργία με το δεύτερο εξωτερικευμένο Εγώ, όπως με ένα Αντικείμενο. Εδώ εδράζει όλη η αγωνία και οι αγώνες των αιώνων, γιατί είναι επίφοβο να βρίσκεται κανείς εκτός του εαυτού του, αντιμετωπίζοντας τον ως αντικείμενο, χωρίς να ενωθεί με αυτό και ως ένα αντικείμενο τοποθετημένο απέναντι και ενάντια στον άνθρωπο ικανό να εκμηδενιστεί εκμηδενίζοντας ταυτόχρονα και τον ίδιο.

    

     Ο θρησκευτικός κόσμος ζει με τις χαρές και τις λύπες, που βιώνει μέσω του Αντικειμένου, κι έτσι ζει αποξενωμένος από τον εαυτό του. Η πνευματική του ύπαρξη δεν έγκειται στη λογική (αιτιολόγηση) αλλά στην παραδοχή (πίστη). Η θρησκεία είναι ζήτημα παραδοχής. Το Αντικείμενο είναι τόσο απλησίαστο που καμιά ευλαβής ψυχή δεν μπορεί να το κερδίσει ολοκληρωτικά, αντίθετα οφείλει να κερδηθεί απ’ αυτό, τόσο εύθραυστο είναι το πνεύμα της, όταν αντιτίθεται στο Αντικείμενο της παραδοχής.«Ψυχρή παραδοχή»! – Δε γνωρίζεις τι εστί; Δε γνωρίζεις ότι τίποτα δεν είναι τόσο διακαώς θερμό, τόσο ηρωικά καθορισμένο όπως η παραδοχή; censeo, carthaginem esse delendam (ψηφίζω, η Καρχηδών να καταστραφεί) παραδέχτηκε ο Κάτων και παρέμεινε έτσι λογικός. Η Γη κινείται γύρω από τον ήλιο έλεγε η παραδοχή στο Γαλιλαίο ακόμα κι όταν ο αδύναμος γέρος γονάτισε αρνούμενος την αλήθεια, καθώς σηκώθηκε ξανά είπε «και όμως κινείται» (γύρω από τον ήλιο). Καμία δύναμη δεν είναι αρκετά σπουδαία ώστε να μας αναγκάσει να απορρίψουμε τη σκέψη, ότι δυο φορές το δύο κάνει τέσσερα κι έτσι η αιωνόβια λέξη «παραδοχή» παραμένει ως εξής: «στέκομαι εδώ, δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο!» Η βάση μιας τέτοιας παραδοχής είναι ακλόνητη καθότι το αντικείμενο(δυο φορές το δύο κάνει τέσσερα κλπ) δεν επιτρέπει στον εαυτό του να κλονιστεί. Έχει μήπως η θρησκεία παρόμοια παραδοχή; Ασφαλώς, καθώς έχει επίσης ένα ακλόνητο Αντικείμενο με το οποίο είναι οχυρωμένη: ο καλλιτέχνης το έχει δημιουργήσει για σας και μόνο ο καλλιτέχνης μπορεί να το επανακτήσει για σας.


    Η θρησκεία δεν περιέχει διάνοια. Δεν υπάρχει θρησκευτική διάνοια και ουδείς θα μπορούσε να ξεχωρίσει ταλαντούχους και μη-ταλαντούχους στη θρησκεία. Για τη θρησκεία ο καθένας έχει την ίδια ικανότητα, ικανότητα για την παραδοχή της τριάδας και της πυθαγόρειας θεωρίας εξίσου. Φυσικά δεν πρέπει να συγχέεται η θρησκεία με τη θεολογία, όπου δεν έχουν όλοι την ίδια ικανότητα, όπως ισχύει στα ανώτερα μαθηματικά και την αστρονομία, καθώς αυτά τα πράγματα απαιτούν ένα συγκεκριμένο επίπεδο υπολογισμού.

   

     Μόνο ο ιδρυτής μιας θρησκείας είναι εμπνευσμένος, αλλά είναι επίσης ο δημιουργός Ιδανικών, χωρίς τη δημιουργία του οποίου κάθε επόμενη διάνοια θα ήταν αδύνατη. Όπου το πνεύμα εμπνέεται από κάποιο Αντικείμενο, η κίνησή του θα είναι πλήρως καθορισμένη από αυτό το Αντικείμενο. Αν μια ορισμένη αμφισβήτηση σχετικά με την ύπαρξη του θεού, σχετικά με αυτό το υπερβατικό αντικείμενο αναδυόταν στο θρησκευόμενο άτομο, τότε αυτό θα έπαυε να είναι θρησκευόμενο, περίπου όπως κάποιος που πιστεύει στα φαντάσματα θα έπαυε να είναι πιστός όταν οριστικά αμφισβητούσε την ύπαρξή τους.


     Το θρησκευόμενο άτομο ενδιαφέρεται μόνο για τις «αποδείξεις της ύπαρξης του θεού» διότι βιαστικά καθώς δέθηκε στον κύκλο της πίστης, φύλαξε εσωτερικά την ελεύθερη κίνηση της κατανόησης και υπολογισμού. Εδώ, λέγω, το πνεύμα εξαρτημένο από ένα αντικείμενο, ζητά να το ερμηνεύσει, να το εξερευνήσει, να το νιώσει, να το αγαπήσει κ.ο.κ… Επειδή δεν είναι ελεύθερο και απ’ τη στιγμή, που η ελευθερία είναι η προϋπόθεση της διάνοιας, το θρησκευτικό πνεύμα δεν είναι εμπνευσμένο. Η εμπνευσμένη ευλάβεια δεν είναι πιο λαμπρή από κάθε άλλη βλάβη. Η θρησκεία είναι πάντα φιλόξενη για τους ανόητους, και κάθε μη-δημιουργικός μπούφος μπορεί και θα έχει πάντα μια θρησκεία, καθώς η απουσία δημιουργικότητας δεν φαίνεται να παρακωλύει την ισόβια εξάρτηση.

 

Η θρησκεία είναι πάντα φιλόξενη

για τους ανόητους, και κάθε

μη-δημιουργικός μπούφος

μπορεί και θα έχει πάντα μια θρησκεία, καθώς η απουσία δημιουργικότητας δεν φαίνεται

να παρακωλύει

την ισόβια εξάρτηση.

    

     «Δεν είναι όμως η αγάπη η καθαρή ουσία της θρησκείας, και δεν είναι ολοκληρωτικά θέμα βίωσης και όχι παραδοχής;» Κι αν όμως είναι όντως θέμα της καρδιάς, είναι αναγκαστικά λιγότερο θέμα παραδοχής; Αν παρασέρνει ολόκληρη την καρδιά μου, είναι ζήτημα καρδιάς – αλλά αυτό δεν αποκλείει την παραδοχή μου, κι αυτό από μόνο του δεν είναι κάτι απαραίτητα καλό, αφού και το μίσος ή ο φθόνος είναι επίσης ζητήματα της καρδιάς. Η αγάπη είναι, πράγματι, μόνο ένα μέρος της παραδοχής, διαφορετικά όμως, μπορεί να διατηρήσει αψεγάδιαστο τον τίτλο της ως ζήτημα της καρδιάς. Σε κάθε περίπτωση η αγάπη δεν είναι ζήτημα λογικής, καθότι στο βασίλειο της λογικής υπάρχει πολύ λιγότερη αγάπη απ’ αυτήν που θα γιορταστεί σύμφωνα με το Χριστό στη βασιλεία των ουρανών. Φυσικά είναι επιτρεπτό να μιλούμε για μια αγάπη που ‘ξεπερνά την παραδοχή’, αλλά αυτή είναι τόσο πέρα από την παραδοχή, ώστε δεν αξίζει – όπως αυτό, που τόσο συχνά αποκαλείται αγάπη από όσους ερωτεύονται μια ελκυστική φάτσα – ή μπορεί να εμφανιστεί στο μέλλον, μια αγάπη που προς το παρόν βρίσκεται πέρα από την έκφραση της κατανόησης, αλλά ακόμα δεν έχει βρει την έκφρασή της.


     Η παιδική αγάπη, κενή συνείδησης, γίνεται κατανοητή μόνο μέσα στον εαυτό της, και μεμονωμένα δεν είναι τίποτα χωρίς τα δεδομένα ζητήματα συνείδησης, τραβώντας τόσο μακριά όσο και η πορεία της ωρίμανσης του παιδιού και της κατανόησης του. Όσο το παιδί δεν δίνει σημάδια κατανόησης, δεν δείχνει – όπως μπορεί να διδαχθεί ο καθένας εμπειρικά – αγάπη. Η αγάπη του ξεκινά με τον φόβο – ή, αν επιθυμείτε, με το σεβασμό – εκείνου του Αντικειμένου, που θα ξεχωρίσει πρώτο από το γενικό χάος, που τα περιέχει όλα συμπεριλαμβάνοντας τους ανθρώπους, και στο οποίο θα προσηλωθεί περισσότερο απ’ ότι σε κάποιο άλλο. Το παιδί αγαπάει επειδή έλκεται από μια παρουσία, ένα πράγμα ή άτομο στα όρια της εξουσίας του ή στον ‘μαγικό του κύκλο’ αντιλαμβάνεται ξεκάθαρα πως το ον, που είναι η μητέρα του είναι ξεχωριστό από τα’ άλλα όντα ακόμη κι αν δε ξέρει πώς να εκφράσει αυτή την παραδοχή. Κανένα παιδί δεν αγαπά πριν οποιαδήποτε παραδοχή, και η πιο μεγάλη του αγάπη δεν είναι τίποτα παραπάνω απ’ αυτή την εσωτερικευμένη παραδοχή. Όποιος έχει παρατηρήσει προσεκτικά την αγάπη ενός παιδιού θα βρει αυτό το αξίωμα αληθές. Αλλά όχι μόνο διεγείρεται και βυθίζεται η αγάπη ενός παιδιού με την κατανόηση του Αντικειμένου της (όπως τόσο συχνά ονομάζεται, αξιοσημείωτα αλλά και χονδροειδώς το αγαπημένο πρόσωπο) (σ.τ.μ: gegenstandes στο πρωτότυπο: εννοεί την έκφραση:‘αντικείμενο της αγάπης’) αλλά και κάθε αγάπη. Με την εντύπωση μιας παρεξήγησης, η αγάπη διαρκεί πάνω-κάτω όσο κρατήσει αυτή (η παρεξήγηση), και μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την λέξη παρεξήγηση για να προσδιορίσουμε επακριβώς την παραφωνία, που αναστατώνει την αγάπη. Η αγάπη χάνεται και εξαφανίζεται, όταν ο ένας παρεξηγείται ολοκληρωτικά από τον άλλο: η παρεξήγηση είναι τότε τέλεια και η αγάπη παρελθόν.


     Η αγαπημένη παρουσία είναι ένα απαραίτητο Αντικείμενο, ένας «Άλλος». Έτσι έχουν τα πράγματα με την παραδοχή, αυτήν την ιδιαίτερη πνευματική πράξη θρησκείας κι αυτό επειδή η παραδοχή υφίσταται μόνο σε σχέση μ’ ένα Αντικείμενο, μόνο ο συλλογισμός και η αφοσίωση και όχι η ελεύθερη, άναρχη «λογική» σκέψη, την οποία η θρησκεία θα αποκαλούσε και θα αφόριζε ως φιλοσοφική χίμαιρα Εφ’ όσον η κατανόηση προϋποθέτει ένα αντικείμενο ακυρώνεται αυτόματα η δράση της μόλις ανιχνεύσει περισσότερα από αυτό. Το ενδιαφέρον της για μια υπόθεση λήγει μαζί με την δράση της πάνω στην υπόθεση, και γι’ αυτό για να αφιερώσει εθελούσια τον εαυτό της και τις δυνάμεις της σε ο,τιδήποτε θα πρέπει αυτό να αποτελεί μυστήριο γι αυτήν. Αυτό ισχύει εξίσου γι΄ αυτόν που αγαπά και για τον αγαπώμενο.


     Ο γάμος εξασφαλίζει μια βέβαιη αγάπη μόνο όταν στο ζευγάρι ανακαλύπτει ο ένας τον άλλο εκ νέου κάθε μέρα και όταν ανακαλύπτει ο ένας στον άλλο μια αστείρευτη πηγή ζωής, που αποτελεί ένα μυστήριο, ανεξερεύνητη και αχαρτογράφητη. Εάν δε βρίσκουν κάτι νέο ο ένας στον άλλο, η αγάπη εκφυλίζεται σε ανία και αδιαφορία. Η δραστηριότητα της κατανόησης όταν αδυνατεί να εξασκηθεί πάνω σ ένα μυστήριο επειδή το σκοτάδι του έχει διαλυθεί, αποστρέφεται τον ολότελα κατανοητό και ανούσιο πλέον Άλλο. Όποιος επιθυμεί να αγαπηθεί οφείλει να φροντίσει, όπως η έξυπνη γυναίκα, να μη προσφέρει όλη του τη γοητεία με την μία. Με μια ανανέωση κάθε πρωί η αγάπη μπορεί να διαρκέσει αιώνες! Η κατανόηση ασχολείται με αληθινά μυστήρια τα οποία εξελίσσει σε υποθέσεις της καρδιάς: το αληθινό άτομο μπλέκεται με θέματα κατανόησης κι έτσι αυτά μεταλλάσσονται σε υποθέσεις της καρδιάς.


     Κι ενώ η τέχνη έχει δημιουργήσει το Ιδανικό για τον άνθρωπο και με αυτό προσφέρει στην αντίληψη του ανθρώπου ένα αντικείμενο για να αντιπαλεύει μια πάλη, που στην πορεία του χρόνου θα δώσει αξία στα ανυπόστατα αντικείμενα της κατανόησης, είναι συνεπώς δημιουργός της θρησκείας, και σ ένα φιλοσοφικό σύστημα – όπως αυτό του Χέγκελ – δε θα’ πρεπε να τοποθετείται κατόπιν της θρησκείας. Όχι μόνο έπλασαν οι ποιητές Όμηρος και Ησίοδος τους θεούς των ελλήνων, αλλά και άλλοι ως καλλιτέχνες, εγκαθίδρυσαν θρησκείες, παρ’ όλο που κανείς θα δίσταζε να τους προσδώσει το επιπόλαιο όνομα ‘καλλιτέχνης’.


Η φιλοσοφία

δεν γεννά

ποτέ θρησκείες, γιατί ποτέ δεν παράγει μια μορφή,

που μπορεί

να παίξει τον ρόλο του αντικειμένου

της κατανόησης

και οι λεπτεπίλεπτες ιδέες της

δεν προσφέρονται για αξιοσέβαστα αντικείμενα μαζικής λατρείας.

     Η τέχνη είναι το ξεκίνημα, το Άλφα της θρησκείας, μα είναι επίσης και το τέλος της, το Ωμέγα. Ακόμα περισσότερο είναι η συντροφιά της. Χωρίς την τέχνη και τον ιδεαλιστικά δημιουργικό καλλιτέχνη η θρησκεία δε θα υπήρχε, αλλά όταν αυτός ο καλλιτέχνης επανοικειοποιείται την τέχνη του, η θρησκεία κατακρημνίζεται. Ωστόσο με αυτή την εκτροπή προφυλάσσεται καθότι αναζωογονείται. Όποτε η τέχνη προχωρεί, δημιουργεί μια θρησκεία και μένει στην πηγή της. Από την άλλη μεριά, η φιλοσοφία δεν γεννά ποτέ θρησκείες, γιατί ποτέ δεν παράγει μια μορφή, που μπορεί να παίξει τον ρόλο του αντικειμένου της κατανόησης και οι λεπτεπίλεπτες ιδέες της δεν προσφέρονται για αξιοσέβαστα αντικείμενα μαζικής λατρείας. Η τέχνη απεναντίας, είναι αναγκασμένη να ανασύρει από την μοναξιά της στο σιωπηλό σκοτάδι του υποκειμένου την καθαρή και τελειότερη μορφή του πνεύματος, την αρτιότερα εξιδανικευμένη έκφραση του ίδιου του πνεύματος, και να την αναπτύξει και να την αποδεσμεύσει ως ένα Αντικείμενο. Έτσι ο άνθρωπος βρίσκεται απέναντι σ’ αυτό το αντικείμενο, αυτή την επινόηση του πνεύματός του, το θεό, και ακόμα και ο καλλιτέχνης γονατίζει μπροστά του.

     Σ’ αυτή τη δέσμευση και την εμπλοκή με το Αντικείμενο, η θρησκεία παίζει έναν ρόλο αντίθετο με της τέχνης. Στην τέχνη, ο κόσμος του καλλιτέχνη παρουσιάζεται μπροστά στα μάτια μας ως ένα αντικείμενο, ένας κόσμος τον οποίο ο καλλιτέχνης ανέσυρε και συγκέντρωσε από την πλήρη δύναμη και τον ενδόμυχο πλούτο του, ένας κόσμος που θα ικανοποιήσει κάθε αληθινή ανάγκη και ανυπομονησία. Απ’ την πλευρά της η θρησκεία αγωνιά να επανακτήσει αυτόν τον κόσμο για τα ενδόμυχα του ανθρώπου, να τον τραβήξει στην πηγή του, να τον ξανακάνει υποκειμενικό. Η θρησκεία πασχίζει να συμφιλιώσει το Ιδανικό, ή θεό, με τον άνθρωπο, το υποκείμενο, και να απαλλάξει το θείο από τη σκληρή του Αντικειμενικότητα. Ο θεός προορίζεται για εσωτερίκευση – ‘όχι εγώ, αλλά ο χριστός κατοικεί μέσα μου’. Ο άνθρωπος, χωρισμένος από το Ιδανικό, μοχθεί να κερδίσει το θεό και τη χάρη του, και τελικά να μεταμορφώσει το θεό στον εαυτό του, και ο θεός, χωρισμένος από τον άνθρωπο, μπορεί να τον κερδίσει μόνο στη ‘βασιλεία των ουρανών’. Και οι δύο πλευρές αναζητούν και συμπληρώνουν έτσι η μία την άλλη. Ωστόσο δε θα συναντηθούν ποτέ, ούτε θα ενωθούν, γιατί έτσι η θρησκεία θα εξαφανιζόταν, γιατί η θρησκεία υφίσταται μόνο με αυτόν το διαχωρισμό. Ακολούθως, ο πιστός ζει για να ελπίζει σε τίποτα παραπάνω από ένα μελλοντικό τετ-α-τετ.

   

Ακόμα όμως, η τέχνη συντροφεύει τη θρησκεία, καθώς η εσωτερικότητα του ανθρώπου επεκτείνεται με τον αγώνα με το αντικείμενο και στην διάνοια του καλλιτέχνη ξεσπά προς μια νέα έκφραση και το Αντικείμενο γίνεται περισσότερο προσιτό και κατανοητό. Ευτυχώς σπάνια μια γενιά πέρασε χωρίς ένα τέτοιο διαφωτισμό εκ μέρους της τέχνης. Τουλάχιστον, όμως, η τέχνη θα παρασταθεί στον ενταφιασμό της θρησκείας. Ήρεμη και σίγουρη, η τέχνη θα διεκδικήσει τον εαυτό της για μια ακόμα φορά, κι έτσι θα στερήσει από το Αντικείμενο την αντικειμενικότητά του, την «άλλη πλευρά» του, και θα το απελευθερώσει από την μακρόβια θρησκευτική του φυλακή. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η τέχνη δεν θα εμπλουτίσει το Αντικείμενο για μια ακόμα φορά αλλά θα το καταστρέψει ολοκληρωτικά. Διεκδικώντας την δημιουργία της, η τέχνη ξαναβρίσκει τον εαυτό της και ανανεώνει τη δημιουργική της δύναμη. Εμφανίζεται, στην παρακμή της θρησκείας, σαν μια λεπτομέρεια με όλη τη σοβαρότητα της παλιάς πίστης, μια σοβαρότητα με περιεχόμενο που η θρησκεία πλέον έχει χάσει, και η οποία πρέπει να επιστρέψει στον χαρούμενο ποιητή. Πλέον η θρησκεία εμφανίζεται σαν μια γελοία κωμωδία.




Ήρεμη

και σίγουρη

η Τέχνη

θα διεκδικήσει

τον εαυτό της

για μια ακόμα φορά κι έτσι θα στερήσει από το Αντικείμενο την αντικειμενικότητά του, την «άλλη πλευρά» του

και θα το απελευθερώσει

από την μακρόβια θρησκευτική του φυλακή.





Όμηρος, ο «χαρούμενος ποιητής» που επανοικειοποιήθηκε την Τέχνη από τη Θρησκεία και που έκανε  την τελευταία να φαίνεται σαν μια κενή νοήματος  γελοία κωμωδία. Με τον Όμηρο δημιουργείται ουσιαστικά η κλασική ελληνική  τέχνη, η οποία  δεν είναι με κανέναν τρόπο  θρησκευτική: οι ανθρωπομορφές των θεών εκφράζουν ένα Ιδανικό εντελώς στα μέτρα του Ανθρώπου. Γι’ αυτό και οι Έλληνες «θεοί»  είναι οι μόνοι που μπορούν να υπάρξουν ως πρωτογενείς και  αυθύπαρκτες καλλιτεχνικές απεικονίσεις του Ιδανικού  χωρίς την συνεπικουρεία καμίας θρησκείας-λατρείας. (Το εικονιζόμενο άγαλμα του Ομήρου βρίσκεται έξω από τη Βαυαρική Βιβλιοθήκη του Μονάχου.)

     Τώρα όσο τρομακτικό κι αν είναι το έγκλημα αυτής της κωμωδίας δε θα επαναφέρει στην πραγματικότητα αυτό που δεν σκέφτεται παρά να καταστρέψει. Κι έτσι δεν επιλέγουμε εμείς να καταδικάσουμε την φρίκη της! Η τέχνη δημιουργεί ένα νέο Ιδανικό, ένα νέο Αντικείμενο και μια νέα θρησκεία. Ποτέ δε ξεπερνά το χτίσιμο μιας θρησκείας. Το πορτραίτο του Χριστού του Ραφαήλ τον εκθέτει σ’ ένα τέτοιο φως, ώστε θα μπορούσε να είναι η βάση μιας νέας θρησκείας – μιας θρησκείας του βιβλικού Χριστού τοποθετημένου υπεράνω όλων των ανθρώπινων υποθέσεων.


     Από την πρώτη στιγμή που η ακατάπαυστη κατανόηση ξεκινά τον μακρύ δρόμο της στο στοχασμό πάνω σ ένα νέο Αντικείμενο, βαθαίνει σταθερά στις σκέψεις της μέχρις ότου τελικά ξαναγυρίζει στον εαυτό της, στην εσώτερη φύση της. Με την ειλικρινή αγάπη βυθίζεται στον εαυτό της και καταπιάνεται με τις δικές της αποκαλύψεις και εμπνεύσεις. Ακόμα και τότε όμως, αυτή η θρησκευτική κατανόηση είναι τόσο φλογερά ερωτευμένη με το ίδιο της το Αντικείμενο που οφείλει να έχει ένα άσβεστο μίσος για όλα τα άλλα – το θρησκευτικό μίσος είναι αδιαχώριστο από την θρησκευτική αγάπη. Όποιος δεν πιστεύει στο Αντικείμενο, είναι ένας αιρετικός και όποιος δεν είναι πραγματικά θρήσκος, υποθάλπει την αίρεση.


     Ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι ο Φίλιππος ο Β΄ της Ισπανίας είναι πιο θρήσκος από τον Ιωσήφ τον Β΄ της Γερμανίας, και ότι ο Χέγκστενμπεργκ είναι αληθινά θρήσκος ενώ ο Χέγκελ όχι και τόσο; Στην εποχή μας η παρουσία του μίσους έχει μειωθεί στην έκταση, που η αγάπη στο θεό έχει αποδυναμωθεί. Μια αγάπη στον άνθρωπο έχει διεισδύσει, που δεν είναι από θεϊκή ευλάβεια παρά μάλλον από κοινωνική ηθικότητα. Ενδιαφέρεται περισσότερο για το καλό του ανθρώπου παρά για του θεού. Στ’ αλήθεια ο ανεκτικός Φρειδερίκος ο Μέγας δεν μπορεί να χρησιμεύσει σαν υπόδειγμα θεϊκότητας, αλλά χρησιμεύει μια χαρά σαν πρότυπο για την ανθρωπότητα. Οποιοσδήποτε υπηρετεί έναν θεό οφείλει να τον υπηρετεί τέλεια. Είναι, για παράδειγμα, ένα διαστρεμμένο και παράλογο αίτημα του χριστιανού να τον έχει να μην αλυσοδένει τους Ιουδαίους – καθότι ακόμα και ο Χριστός, με την αγνή καρδιά, δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο, γιατί θα ήταν αδιάφορος προς την θρησκεία του, ή θα προχωρούσε απερίσκεπτα.


     Αν ο χριστιανός ήταν να κατανοούσε τις προσταγές της θρησκείας του, θα απέκλειε τους Ιουδαίους από τα χριστιανικά δικαιώματα, ή πράγμα που είναι το ίδιο από τα δίκαια ενός χριστιανού – και πάνω απ’ όλα, από τις υποθέσεις του κράτους. Κι αυτό είναι έτσι ώστε η θρησκεία να είναι για τον καθένα κάτι παραπάνω από μια χλιαρή επιθυμία - σε μια σχέση διαχωρισμού.


     Κι εδώ βρίσκεται η σύμπλευση της τέχνης με τη θρησκεία. Η τέχνη δημιουργεί το Ιδανικό και σηματοδοτεί το ξεκίνημα της θρησκείας. Η θρησκεία φτιάχνει στο Ιδανικό ένα μυστήριο, και εμμένοντας στο Αντικείμενο και εξαρτώντας το από τον εαυτό του, το ενώνει μαζί του σε μια εσωτερική θεικότητα. Αλλά όταν το μυστήριο ξεδιαλύνεται και το ξένο και εξωτικό στοιχείο αφαιρούνται και η επίσημη θρησκεία καταστρέφεται, τότε έρχεται η σειρά της κωμωδίας να επιτελέσει το καθήκον της. Η κωμωδία επιδεικνύει ανοιχτά την κενότητα, ή καλύτερα το ξεφούσκωμα του Αντικειμένου, απελευθερώνει τον άνθρωπο από την παλιά του πίστη και από την εξάρτησή του απ’ αυτό το εξαντλημένο ον. Η κωμωδία, όπως αρμόζει στην ουσία της, εισβάλει σε κάθε ιερό έδαφος, ακόμα και στην ιερότητα του γάμου και γι’ αυτό ο γάμος δεν αποτελεί πια ιερό. Είναι περισσότερο μια κενή νοήματος μορφή, την οποία ο άνθρωπος πρέπει να αποβάλει. Αλλά ακόμα και η κωμωδία όπως όλες οι τέχνες, προηγείται της θρησκείας, καθότι κάνει χώρο για την νέα θρησκεία, γι’ αυτήν που θα σχηματιστεί.


*      *      *

     Η τέχνη γεννά το Αντικείμενο, και η θρησκεία ζει μόνο προσκολλώμενη σ’ αυτό το Αντικείμενο, αλλά η φιλοσοφία θέτει εαυτόν ξεκάθαρα πέρα και από τα δύο. Δεν μπερδεύεται μ’ ένα Αντικείμενο, όπως η θρησκεία, ούτε δημιουργεί ένα όπως η τέχνη, αλλά κονιορτοποιεί όλες τις δημιουργίες αντικειμένων καθώς και το ίδιο το πνεύμα των Αντικειμένων, κι έτσι αναπνέει τον αέρα της ελευθερίας. Ο θεός, για τον φιλόσοφο, είναι τόσο αδιάφορος όσο και μια πέτρα – ο φιλόσοφος είναι φανατικός άθεος. Εάν ασχολείται με το θεό, δεν δείχνει ευλάβεια, παρά απόρριψη, καθότι αναζητεί μόνο τον Λόγο που έχει κρυφτεί σε κάθε μορφή, και αυτό μόνο υπό το φως του λόγου. Ο λόγος μόνο αναζητεί τον εαυτό του, μόνο αυτός προβληματίζει τον εαυτό του, αγαπά μόνο τον εαυτό του. Κι έτσι με ένα σωστό ένστικτο, ο Νέαντερ διακήρυσσε τον ‘θάνατο του θεού των φιλοσόφων’ Αλλά μιας και βρίσκεται πέραν του θέματος μας, ας μην ασχοληθούμε άλλο με τη φιλοσοφία ως τέτοια.



[ Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Πανοπτικόν, τεύχος 2, 2001. Η παρούσα μετάφραση έγινε από τις "Εκδόσεις για τη Διάδοση της Μεταδοτικής Λύσσας". ]



 
Επιστροφή Επιστροφή στην κορυφή




ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΧΟΛΙΟΥ



Υπολειπόμενοι χαρακτήρες

Κωδικός ασφαλείας:

4+4=





Αναζήτηση σε:


Αποστολή

 




FreeInquiry© 2013
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΕΣ
ΔΙΑΚΟΠΕΣ




Διαβάστε περισσότερα
 
ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ
ΒΙΒΛΙΑ ΔΩΡΕΑΝ



Διαβάστε περισσότερα
 
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΤΕ
ΜΑΖΙ ΜΑΣ



Στείλτε μας τα μηνύματά σας
στη διεύθυνση: info@freeinquiry.gr

 
ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΟ



 
THE
FREEINQUIRY.GR
BAND

 

 

 

 

 

 

 

 


 
ΓΙΝΕΤΕ ΜΕΛΟΣ



Για να ενημερώνεστε online
για όλες τις νέες αναρτήσεις
άρθρων της «Ελεύθερης Έρευνας».

Διαβάστε περισσότερα
 
 

  

  

 
 

 

 
 



240 σελίδες
έκδ. «Δρόμων», Αθήνα, 2016

Διαβάστε περισσότερα




64 σελίδες
έκδ. «Ελεύθερη Έρευνα»,
Αθήνα, 2016

Διαβάστε περισσότερα




72 σελίδες
έκδ. «Δρόμων», Αθήνα, 2014

Διαβάστε περισσότερα
 
ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ
Η ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ
ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΜΑΣ

Άδεια Creative Commons Η «Ελεύθερη Έρευνα» διατίθεται με άδεια:
Αναφορά Δημιουργού─Μη Εμπορική Χρήση─Παρόμοια Διανομή─3.0 Ελλάδα (CC BY-NC-SA 3.0 GR).

Διαβάστε περισσότερα
 
 


Tα κίνητρα
και η πορεία
προς την εξουσία




«Λένε, ότι η εξουσία διαφθείρει,
αλλά το πιο σωστό είναι, ότι η εξουσία προσελκύει τους διεφθαρμένους.
Οι υγιείς συνήθως έλκονται από άλλα πράγματα, παρά από την εξουσία».

David Brin (αμερικανός συγγραφέας)


Σε πάρα πολλούς ανθρώπους αρέσει το χρήμα. Ιδιαιτέρως τους αρέσει να πλουτίζουν χωρίς ιδιαίτερο μόχθο και ρίσκο. Δύσκολο. Αυτό όμως, που συγκινεί τους περισσότερους ανθρώπους, είναι η άσκηση της εξουσίας.

Όσοι μπαίνουν στη πολιτική δεν το κάνουν για να συνεισφέρουν στο κοινό καλό, την ευημερία του μέσου πολίτη και την απλοποίηση της καθημερινότητάς του.

Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, πίσω από κάθε εισερχόμενο στη πολιτική κρύβονται προσωπικές φιλοδοξίες, αλλά και συμπλέγματα ή αδυναμίες, που προκλήθηκαν στα παιδικά του χρόνια...


 


Μεγαλόσχημοι ιστοριογράφοι
στην υπηρεσία της ιδεολογίας
της εκάστοτε εξουσίας
από την αρχαιότητα έως σήμερα




Ένα από τα σπουδαιότερα εργαλεία, που κρατάει στα χέρια της η πολιτική εξουσία, είναι η χρήση της ιστορικής γνώσης. Η ιστορική καταγραφή και γνώση σε συνδυασμό με τις μεθόδους χειραγώγησης των μαζών και των τακτικών πολιτικής προπαγάνδας, μπορούν να κατευθύνουν την πολιτική σκέψη των ανθρώπων.

Οι έντονοι διαξιφισμοί διαφόρων πολιτικών προσώπων με θέμα τη μέθοδο της διδασκαλίας της Ιστορίας στα σχολικά εγχειρίδια μονοπωλούν σε μεγάλα διαστήματα το ενδιαφέρον στα ΜΜΕ.

Μετά τους πολιτικούς, παίρνουν την σκυτάλη άνθρωποι, που φέρουν τον τίτλο του ιστορικού ερευνητή, προκειμένου να μας «διαφωτίσουν» για το ποια άποψη είναι ιστορικά σαφής και επιστημονικά αποδεδειγμένη...


 


Η γλωσσική ασυνέχεια
στον ελλαδικό χώρο
από την αρχαιότητα έως σήμερα



Ένας από τους μεγαλύτερους μύθους του νεορωμέικου εθνικισμού είναι η τρισχιλιετής και πλέον ιστορία της γλώσσας μας, η αδιάλειπτη συνέχειά της δηλαδή, από την αρχαιότητα έως σήμερα. «Η ενιαία και αδιαίρετη ελληνική» αποτελεί σχεδόν στερεοτυπική έκφραση, που επαναλαμβάνεται συνεχώς. Ο μύθος της γλωσσικής συνέχειας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για έναν άλλο μύθο, αυτόν της πολιτισμικής και φυλετικής ενότητας και συνέχειας, καθότι η συνέχεια του «ελληνισμού» προϋποθέτει, φυσικά, και τη συνέχεια της γλώσσας.

Η γλώσσα επομένως, που επιβλήθηκε στους σημερινούς κατοίκους του ελλαδικού χώρου μέσω της υποχρεωτικής παιδείας του έθνους─κράτους, έπρεπε οπωσδήποτε να αναχθεί στην αρχαιότητα. Γι’ αυτό το λόγο έχει θεσπισθεί η ανούσια διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών ήδη από το Γυμνάσιο. Δεν ενδιαφέρει το εκπαιδευτικό σύστημα να μάθει αρχαία ο μαθητής. Τα διδάσκεται όμως, προκειμένου να πεισθεί, ότι είναι απόγονος των αρχαίων ελλήνων.

Για τους σημερινούς ρωμιούς, παρά τα χρόνια, που υποχρεωτικά διδάσκονται αρχαία ελληνικά στο σχολείο, είναι σαφές, ότι τους είναι εντελώς ακατανόητα. Το επιχείρημα, ότι πολλές λέξεις είναι ίδιες ή παρόμοιες δεν καθιστούν τα αρχαία κατανοητά, καθώς η αναγνώριση σποραδικών λέξεων μέσα σε προτάσεις δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση κατανόηση του νοήματος των προτάσεων.

Η σχετική εξ άλλου λεξιλογική και μορφολογική ομοιότητα της σημερινής γλώσσας (της ρωμέικης, όπως λεγόταν μέχρι πρότινος κι όχι ελληνικής) με προγενέστερες φάσεις της οφείλεται στον καθαρευουσιανισμό και στην τάση υποχρεωτικής «εξυγίανσής» της από διάφορα ξένα στοιχεία (αλβανικές, τούρκικες, σλάβικες κ.λπ. λέξεις και τοπωνύμια). Από τον 19ο αιώνα και μετά, επιβλήθηκε δια της παιδείας αθρόα και αυθαίρετη εισαγωγή αρχαίων λέξεων και ριζών για τη δημιουργία νέων λέξεων...


 


Πώς η Αριστερά της Ρωμιοσύνης
εφευρίσκει τους μύθους της




Ο φυλακισμένος αριστερός αγωνιστής, που έκλαιγε και ζητούσε «τη μανούλα του».

Ο κομμουνιστής συγγραφέας, που συνεννοήθηκε με τον Μάο μιλώντας του στα... κρητικά, ενώ εκείνος του απαντούσε στα κινέζικα!

Πώς ο ίδιος ξεσήκωσε τους παριστάμενους σε συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος στη Μόσχα παρουσιάζοντάς τους το πουκάμισό του, ως δήθεν το πουκάμισο ενός εκτελεσμένου από τους γερμανούς συντρόφου του.

Τα τρία αυτά επεισόδια περιγράφει με νοσταλγία και καμάρι ο Λεωνίδας Κύρκος σε εκπομπή, που προβλήθηκε τις προάλλες από το κανάλι της Βουλής («Σαν παραμύθι»).
 
Πρόκειται για μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις του, κατά την οποία ο επί σειρά ετών βουλευτής της Αριστεράς, αφηγείται στιγμιότυπα από τον πολιτικό του αγώνα και προβαίνει σε εκτενή αναφορά ορισμένων ασυνήθιστων καταστάσεων, που έζησε κατά τη διάρκεια ενός παλιού ταξιδιού του στην Κίνα, όπου συνάντησε τον Μάο και στη Μόσχα, όπου συμμετείχε σε συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της τότε Σοβιετικής Ένωσης.

Στο άρθρο αυτό θα αναλύσουμε τα όσα λέει στη συνέντευξη αυτή ο παλιός αριστερός πολιτικός, γιατί από τα λεγόμενά του μπορούμε χαρακτηριστικά να διακρίνουμε:

Με τι άνεση και οι άνθρωποι της Αριστεράς ─οι οποίοι είχαν σταθεί απέναντι σε ένα Σύστημα, που τους καταδίωκε και τους φυλάκιζε και το οποίο είχε κατασκευασθεί κι επιβληθεί με την αρωγή πλήθους εθνικών, θρησκευτικών και άλλων μύθων─ εύκολα κατασκεύαζαν κι εκείνοι με τη σειρά τους τους δικούς τους μύθους, προκειμένου να προπαγανδίσουν τη δική τους ιδεολογία...


 


Πέντε
ευρωπαϊκοί μύθοι



Οι εβραίοι υποχρεώνονταν κάποτε,
να φορούν το κίτρινο αστέρι του Δαβίδ.
Οι μετανάστες υποχρεώνονται σήμε-
ρα, να φορούν κόκκινα βραχιολάκια.


Η σημερινή Ευρώπη δεν αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση με κανένα τρόπο. Αντιπροσωπεύει ό,τι πιο σάπιο, διεφθαρμένο και ανάλγητο έχει εμφανιστεί ποτέ στο έδαφός της. Έχει τεράστιες ευθύνες για τη φτώχεια και την εξαθλίωση των πολιτών της. Έχει τεράστια ευθύνη για τη συμβολή της στη δημιουργία του προσφυγικού ζητήματος. Έχει τεράστιες ευθύνες απέναντι στον ανθρωπισμό και τη δημοκρατία.

Με το άρθρο αυτό δεν επιχειρείται ο εξωραϊσμός του απατεώνα, κρατικοδίαιτου κλεφτοκοτά ρωμιού. Ούτε δίνεται άλλοθι στην πολιτική τυχοδιωκτική και ξεπουλημένη αλητεία, που κυβερνά αυτόν τον τόπο από συστάσεως του κρατιδίου-προτεκτοράτου της Ρωμιοσύνης. Αυτά τα έχουμε αναλύσει σε πολλά άρθρα μας κατά το παρελθόν.

Σκοπός του άρθρου είναι να απομυθοποιήσει την υποτιθέμενη «Ενωμένη Ευρώπη» και να καταδείξει το πραγματικό αποκρουστικό της πρόσωπο.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν, τους ευρωπαϊκούς μύθους...